Skip to content →

Ακρότατο όριο

Με συνεπαίρνει η λαγαρή λίμνη αυτό το μεσοδιάστημα του ερέβους και του ξημερώματος, που αποπνέει ευδία αύρα. Τα λόγια μου ξεχειλίζουν και βγαίνουν χωρίς να το θέλω, κρένω στα πουλιά να με ακολουθήσουν με ένα σκοπό που εκείνη την ώρα συνθέτω. Είναι ένα αισθαντικό και καθησυχαστικό σφύριγμα, σχεδόν νανούρισμα, όπως εκείνα που λένε οι μανάδες στα παιδιά όταν δεν έχουν ύπνο. Θα ήθελα να κοιμηθώ και εγώ αυτό το βράδυ, μα δε με αφήνει το ασφόδελο τοπίο του νου μου. Τα αναρίθμητα ασπρόμαυρα οράματα έρχονται και παρέρχονται πριν προλάβω να αποκοιμηθώ. Αρχικά, βλέπω μια διαλυμένη βάρκα σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Έχω την ανάγκη να κοιτάξω πιο βαθιά, και κοιτάω.

Είναι μια λίμνη πάλι, αλλά με μια ματιά καταλαβαίνω πως έχει μία ιδιαιτερότητα, είναι καλυμμένη με αλισάχνη. Πλέουν ωστόσο μερικοί κύκνοι. Πιέζω τον εαυτό μου να πάει όσο πιο κοντά γίνεται. Αυτά τα πανέμορφα υδρόβια πτηνά τσαλαβουτούν μεταξύ ανέσπερων νερών και λασπών. Με την ανεκδήλωτη περηφάνια καταφέρνουν να ενατενίσουν και να κεντρίσουν το ενδιαφέρον μου και με αμείωτη συγκατάθεση παρακολουθώ τις κάθε κινήσεις τους. Είναι ακριβώς η στιγμή που ξεχνώ τα υπόμενα και προσηλώνω το μυαλό μου στο απερίγραπτο θέαμα. Στιγμιαία ξυπνώ, χάνω την συνείδησή μου σαν επιληπτικός, τα γεγονότα συσχετίζονται με τα είδη πρωτύτερα, διορατικές σκέψεις του παρόντος. Ξανά βυθίζομαι στο όραμα της λίμνης ανάμεσα ονειρικής και ονειρεμένης ζωής.

Οραματίζομαι μια αλλόκοτη ιστορία καθώς παρακολουθώ τους κύκνους, είναι ένα είδος νανοκύκνων με μαύρο ράμφος και με ένα ανεπαίσθητο χρωματισμό ώχρας στα φτερά τους. Σαλεύουν με μια γαλήνη και αναδεικνύουν έτσι την ομορφιά τους. Μια αληθινή μυσταγωγία τριγυρίζει τις κλειδαριές του μυαλού μου. Παρ’ όλα αυτά, στρέφω τη ματιά μου λίγο δεξιά για να αποτραπεί η έκσταση και αντικρίζω μερικά παιδιά. Είναι μικρής ηλικίας, δυο αγόρια, δυο κορίτσια που παίζουν νωχελικά κρυφτό. Γενικεύω το πλάνο μου και βλέπω πως ο ήλιος θέλει σχεδόν μια ώρα για να δύσει και έτσι στο τοπίο χαράζεται μια ανταύγεια που χρωματίζει ένα ασήμαντο κομμάτι του ουρανού.

Κάθονται να ξαποστάσουν πάνω στις λοφοσειρές. Την ώρα εκείνη της ραστώνης, τα παιδιά αρχίζουν να λιθοβολούν μέσα στη λίμνη, η αναταραχή διέπει της ηρεμίας και οι κυκλικοί σχηματισμοί της μπουνάτσας. Δεν έχω τη παραμικρή υπόνοια αν στόχευαν τα πουλιά ή όχι, αυτό που ξέρω είναι πως δεν έκανα τίποτα για να τα αποτρέψω, μόνο στάθηκα, για να μην πέσω. Οι κύκνοι αποτραβήχτηκαν από το σημείο με μια θριαμβευτική κραυγή που στον αντίλαλό της έκρυβε πόνο και κλάμα. Ένα από αυτά τα μεγαλοπρεπή ζώα είχε χτυπηθεί. Όχι τόσο βαριά αλλά έδειχνε να μην μπορεί να πετάξει όπως τα άλλα, που με ένα πήδημα περιοριστήκαν στον αντίποδα της όχθης.

Ωστόσο με την ταχύτητά του έφτασε το σμήνος αλλά ήδη απομονωμένο, διαμελίστηκε σε μια συνομοταξία. Διαχωριστικέ από μια αταξία. Ξανά κοιτάζω τον ουρανό και βλέπω όλα τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, να διαφωνούν με νύξεις με μερικά σύννεφα. Σε λίγο καιρό θα άρχιζε η περίοδος της αποδημίας και ήξερε πως δεν είχε θέση στο διαγώνιο διάνυσμα. Έπρεπε να μείνει άρρηκτο με τη λίμνη, η μόνη του παρέα θα είναι τα αναφωνητά των γλάρων που θα χορεύουν πάνω από τα αλατισμένα νερά και αν υπήρχε η έσχατη ευκαιρία να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα ζώα, σβήστηκε γιατί σε μια απόφαση καθόλου προσποιητή αλλά σθεναρή, θα αναζητήσει τη μοναξιά εθελούσια. Έτσι θα μείνει αρραγής σε μια διαβατική ζωή.

Με αυτούς τους στοχασμούς περνάω στην ονειρεμένη ζωή, ξεθωριάζει η χαραγμένη εικόνα, μολονότι δεν έχει ξημερώσει στο ομόηχο τοπίο. Θέλω πραγματικά να ξυπνήσω από το όνειρο, με κρύο νερό.

Ιχνογραφείτε το είδωλο μου στον αντικατοπτρισμό των νερών, τα πράσινα μάτια εναλλάσσονται με μαύρα.. περήφανα και μελαγχολικά. Περιμένω να σταματήσει ο μπάτης προκειμένου να ανακαλύψω τις αρετές του προσώπου μου. Διακρίνω τα αμμουδερά μαλλιά μου άπλυτα από τη στίλβη της άμμου και τα λερωμένα χέρια μου που κόλλησαν τους πολύχρωμους αυτούς κόκκους από τη σκονισμένη μέρα. Γεμίζω τις χούφτες μου με νερό να ξεπλυθώ και αναταράσσω το όμορφο πορτραίτο. Ύστερα κάθομαι να συλλογιστώ τα όσα πραγματεύτηκαν τη νύχτα. Την απαρχή ενός βίαιου δοσίματος, μιας κλειστής αθιβολής.

Αυτής που δε με αφήνει να σε ξεχάσω, γοργόνα. Αν με ακούς, θέλω να σου διηγηθώ. Τα λόγια μου ευχές μέσα από τις προσευχές. Όταν φορτίζομαι συναισθηματικά, όταν βαραίνει η ανάσα μου, όταν δεν απαντάω στον ίδιο μου τον εαυτό, όταν κλαίω, όταν γιορτάζω, όταν ξεπερνώ τον εαυτό μου, όταν χαμογελώ, όταν κρυώνω, όταν τραγουδώ, όταν περπατώ, όταν μυρίζω λουλούδια, όταν διαβάζω, όταν βλέπω τα ηλιοβασιλέματα, νιώθω πως κάτι λείπει, γιατί δε με αξιώνεις να έχω δίπλα μου το κορίτσι που αγαπάω; Ξέρω η προσπάθεια είναι ολότελα δική μου και η ευθύνη και το αποτέλεσμα Δική σου. Προσπάθησα, της μίλησα, μα δε τη μύρισα. Η ευωδιά του προσώπου της χαράχτηκε σα συναίσθημα που λείπει, για να ολοκληρωθεί ένας κύκλος.

Μέσα στην λίμνη ο κύκνος, πλέει έρμος εκεί που τον άφησες, η ίσαλος γραμμή που αναγράφεται είναι μοναχική και η σκιά γιορτάζει τη θλίψη. Μια ευλογημένη κατά τα αλλά λίμνη που η κάθε της στιγμή μέσα στην μέρα είναι ένα σκοτείνιασμα με αντανακλάσεις. Τα χρώματα είναι συνυφασμένα με τη διάθεση, απέραντο άλγος μοναξιάς. Φύσημα ενός αέρα που μετρά καθημερινά απουσίες. Κάπως έτσι κλείνει ο κύκλος… μα δεν αρχίζει καινούριος.

Ύστερα φεύγω με βαριά βήματα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Μηδόλως δε θα ξαναγύριζα εκεί. Σαν απομονωτήριο με τελικό σκοπό τη σωτηρία της ψυχής. Έτσι είναι τα όνειρα. Ένα καλειδοσκόπιο με ασπρόμαυρα και πολύχρωμα κάτοπτρα που ανακλώνται, σαν τη κρίση ενός επιληπτικού, μέσα σε ένα λεπτό τα βλέπεις όλα! Δεν ερμηνεύω ποτέ τα όσα είδα και στα αλήθεια δε ξέρω τη συμβολίζουν, αν ήταν ονειρώξεις ή απλά αν ήταν ονείρατα σε μια διαστρεβλωτική κρίση ψυχοσύνθεσης.

Απομένει μισή ώρα πριν ξημερώσει και η απέραντη θλίψη μου μερώνει. Ο διάλογος συνετέλεσε αρωγός και αλάργευσε την οργή μου. Τα αναφιλητά μου αρχίζουν και ξεθωριάζουν, όταν χάνεται η θύμησή σου. Διανύω μερικά μέτρα και δεν μπορώ να σε λησμονήσω. Το πρόσωπό σου έρχεται ατόφιο και άχραντοστη ισχνή μνήμη μου. Τα μελιχρά μάτια σου αργοσβήνουν στα δικά μου και μαζί με τα ολόχρυσα δεμένα μαλλιά συνθέτουν μια απόχρωση που ενσταλάζεται στο βλέμμα. Θυμάμαι τα πάντα από την τελευταία σου όψη. Φοβάμαι όμως πως θα τα ξεχάσω.

Η ελπίδα αναρριπίζει την αγάπη και συγχωνεύετε με το χρόνο. Το μόνο που απομένει να κάνω είναι να παραμείνω δυνατός σε ένα αδύναμο τοπίο. Έτσι μέσα από τη μοναξιά θα προσπαθήσω να ξεδιαλύνω τις άτεγκτες σκέψεις που βουλιάζουν στο μεταίχμιο της λογικής και της πλάνης. Σε ένα παράθυρο δημιουργίας και σε ένα υπόγειο κενοδοξίας θα τελέσω διονυσιασμό με το νερό της λησμονιάς και της θύμησης.

Δεν πιστεύω σε τέλη και τελείες, ούτε σε λίμνες και λιμάνια. Στο μόνο που πιστεύω είναι στα ταξίδια, αυτά που είναι ενδιάμεσα σε όλα τα όρια και ανάμεσα στις άγνωστες πτυχές. Η ανάγκη να γνωρίσουμε τι υπάρχει απέναντι συχνά φέρνει ανάποδα αποτελέσματα, βραδυπορίες και λοξοδρομίες. Βέβαια και δε μετρώ το πρώτο λάθος, μετρώ τις προσπάθειες, συναρμολογώντας έτσι τη δικιά σου γέφυρα χωρίς λάκκους και παγίδες. Διασχίζοντας το δρομολόγιο και γονατίζοντας από την εξάντληση, η μόνη παρηγοριά και η μόνη πηγή να ξεδιψάσεις θα είναι η αγάπη.

Δημοσιευμένο διήγημά μου στο ONE:STORY, αρχικά δημοσιεύτηκε εδώ.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ >> ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox

Join other followers: