Skip to content →

Λένγκω

Στίχοι: Γιάννης Μαρκόπουλος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Τραγούδι: Ελλάδα (Λένγκω)

Κάπου στους πρόποδες του Ολύμπου υπάρχει ένα πολύ μικρό χωριουδάκι που λέγεται Λένγκω. Το χωριό αυτό πέρα από το ιδιαίτερο όνομα, έχει και κάτι άλλο ακόμα πιο ιδιαίτερο, στο χωριό αυτό ζούνε πάντα εκατό άτομα. Δηλαδή, αν πεθάνει κάποιος, αντικαθίσταται αυτόματα με κάποιον άλλον. Άρα, ο πληθυσμός του χωριού ό,τι και να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, είναι πάντα εκατό άτομα. Οι ηλικίες των κατοίκων είναι από 18 μέχρι 68, πενήντα γυναίκες και πενήντα άντρες.

Στη Λένγκω γίνονται όλες οι μετρήσεις, οι δημοσκοπήσεις, τα δημοψηφίσματα κι οι αναλύσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, το μικρό αυτό χωριό, λειτουργεί σαν ένα μεγάλο εργαστήριο. Υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργεία της τάξης και της ηθικής είναι μερικοί επιστήμονες, μερικοί επενδυτές, αλλά και πολιτικοί… Φυσικά, όλοι οι δρόμοι στο χωριό, αλλά και τα εσωτερικά των σπιτιών βιντεοσκοπούνται· οι άνθρωποι κυκλοφορούν με χορηγούς πάνω στα ρούχα τους, κάποιοι ακόμα, έχουν κάνει και τατουάζ το brand που διαφημίζουν. Επίσης, όλοι οι κάτοικοι στα δωμάτιά τους έχουν μηχανάκια της AGB, συνδρομητική τηλεόραση, κινητά τελευταίας τεχνολογίας, κι ότι λογιών gadget υπάρχει.

Η ακριβή τοποθεσία του χωριού δεν μπορεί να οριστεί, μιας και οι επιστήμονες που μελετάνε τη Λένγκω, έχουν απενεργοποιήσει το στίγμα του GPS, αλλά και όλες τις άλλες χαρτογραφήσεις. Ακόμα, οι κάτοικοι δεν μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο χωριό, μιας και η νομοθεσία που υπάρχει στη Λένγκω δεν το επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται δηλαδή να βγει, αλλά και να μπει κάποιος από τα σύνορα του χωριού. Οι κάτοικοι της Λένγκω ζούνε πλουσιοπάροχα, έχοντας ό,τι εγκόσμιο καλό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά έγκλειστοι και αποξενωμένοι σε μια κοινότητα που για να εξακολουθήσουν να ζουν, πρέπει να κάνουν συνεχώς μετρήσεις.

Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι του χωριού συμπεριφέρονται κανονικά και απόλυτα φυσιολογικά, δεν αγγίζονται, δε χαϊδεύονται, κατά συνέπεια δεν ερωτεύονται. Δεν έχουν ανάγκη να αγαπηθούν, το μόνο που τους νοιάζει είναι να κάνουν όσα πιο πολλά τεστ, με σκοπό να πάρουν όσο πιο πολλά χρήματα. Βέβαια, ούτε τα λεφτά έχουν ανάγκη, μιας και τα λεφτά που παίρνουν δεν μπορούν να τα καταναλώσουν πουθενά· το χωριό είναι έτσι δομημένο, ώστε να μην μπορεί κανείς, να κάνει καμία αγορά. Το φαγητό, τα ρούχα, τα υλικά αγαθά, τους παρέχονται μέσω από έναν ειδικό σωλήνα, που συνδέει το control room, με το κάθε σπίτι.

Ενώ όλα πήγαιναν “καλά”, κάποιοι στιγμή, ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα του χωριού, πως θα έρθουν κάποιοι επενδυτές για να μελετήσουν τη γη. Φυσικά οι κάτοικοι θορυβήθηκαν και ανησυχήσαν πάρα πολύ, μιας και οτιδήποτε που διέφερε από τη ρουτίνα τους, δεν του άρεσε. Τελικά, οι επενδυτές πήγαν στο control room του χωριού, είδαν μερικά πλάνα, ζωντανά και μαγνητοσκοπημένα και αποφάσισαν πως θέλουν να πάρουν την πλατεία του χωριού, να την αγοράσουν. Η απόφασή τους είχε πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά ό,τι τους άρεσε το αγοράζαν, αφαιρώντας ότι καλή κληρονομία υπήρχε σε αυτόν τον τόπο.

Οι κάτοικοι σκέφτηκαν για μια στιγμή να επαναστατήσουν, αλλά κρατώντας στο ένα χέρι το iPhone και στο άλλο σούσι, διέγραψαν οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Η καθημερινότητα τους, ήταν να περνάνε κλεισμένοι και καταδικασμένοι στο δωμάτιό τους, μη περιμένοντας τίποτα από αυτή τη ζωή, φυλακισμένοι στην κατάθλιψή τους, που πια κύλαγε και στις φλέβες τους… Δεν μπορούσαν να δουν τον ήλιο, τον ουρανό, τα σύννεφα, να ακούσουν μουσική, να κάνουν έρωτα… και κάπως έτσι η ζωή για αυτούς συνεχιζόταν, χωρίς την παραμικρή ικμάδα χαράς. Ώσπου, το χωριό αυτό άδειασε από αξιοθέατα, ρημάχτηκαν οι όμορφες θέες και καταπατήθηκαν όλα, μα όλα τα λουλούδια, δεν απέμεινε τίποτα, παρά μόνο υπολογιστές και τσιπάκια. Οι επενδυτές είτε για γούστο, είτε γιατί τους άρεσε η τοποθεσία, αγόρασαν και το ελάχιστο όμορφο τετραγωνικό που διέθετε η Λένγκω.

Σε μια ανύποπτη στιγμή, με ένα κουμπί, κάποιοι ανώτεροι, έκλεισαν τα φώτα από το χωριό, και άφησαν στο έλεος τους ανθρώπους. Μέσα στο σκοτάδι που είχε απλωθεί στη Λένγκω, οι εκατό κάτοικοι βρήκαν ευκαιρία και συγκεντρώθηκαν έξω από μια γειτονιά. Έστω κι αν δεν μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλον, τώρα αισθανόντουσαν τα μάτια που είχαν απέναντί τους… Ξαφνικά, συνειδητοποίησαν, πως δεν έχουν τίποτα· ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε iPhone, ούτε τίποτα… Μείνανε πάμφτωχοι από υλικά αγαθά, αλλά και από αισθήματα. Στη συγκέντρωσή τους, συμφωνήσαν όλοι, πως μόνο η αγάπη αρκεί. Μόνο το να κάνεις σε αυτήν τη γαμημένη ζωή, κάποιον να χτυπάει η καρδιά του για εσένα, αρκεί. Χωρίς να εξαρτάσαι από τα χρήματα. Ήξεραν καλύτερα και από την αλφάβητο, πως το να δίνεις είναι πιο σημαντικό από το να παίρνεις, και πως δεν μπορείς να ζήσεις, αν δεν έχει όνειρα.

Τώρα βέβαια, όλες οι σκέψεις τους πέφταν στο κενό, μιας και είχαν κλειδωθεί –εθελούσια– σε έναν τόπο που δεν ήξεραν στα αλήθεια που βρίσκεται, αλλά και πώς μπορούν να διαφύγουν. Μέρα με τη μέρα, πέθαιναν και περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς φυσικά να έρχεται κανείς, ούτε καν για βοήθεια. Στο τέλος, έμεινε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Προσπάθησαν να ανέβουν στο πιο ψηλό σημείου του χωριού, μήπως και μπορέσουν να δουν τον ουρανό, αλλά οι επιστήμονες είχαν καλύψει τον ουρανό με μια στρώση μοκέτας. Μείναν εκεί πιασμένοι χεράκι χεράκι· αφυδατωμένοι, νηστικοί και κουρασμένοι, ενώ κάποιοι άλλοι παρά δίπλα τους, τρώγαν με χρυσά κουτάλια. Ξάπλωσαν αγκαλιά στην κρύα γη, για κάποιο λόγο και οι δύο ήταν χαρούμενοι. Είχαν όλα όσα ήθελαν να έχουν…

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο”.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ >> ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox

Join other followers: