Ένας μουσικός θεατρικός μονόλογος, του Γιάννη Σγουρούδη

Είναι απόγευμα Κυριακής και μόλις έχω τελειώσει την ανάγνωση
Του βιβλίου του Γιώργου Ιατρίδη “Το φαινόμενο της πεταλούδας“.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας μουσικός θεατρικός μονόλογος,
Καθώς τα συναισθήματα που κατακλύζουν το βιβλίο συνοδεύονται
Από ήχους της φύσης και ήχους της καθημερινής μας ζωής, το φύσημα
Του αέρα και οι ήχοι των συγκοινωνιών.
Ο ήρωας του βιβλίου ζήτησε την τιμωρία με σκοπό της πλήρης κάθαρσης της ψυχής του
Όσο δύσβατη και αν φάνηκε ο κ. Ασημένιος παρ΄ όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε
Στις μετακινήσεις του έκανε το ταξίδι προς την σωτηρία του, συνοδευόμενος
Από μια πεταλούδα.
Η σχέση τους και η σχέση τους με τους περαστικούς στους δρόμους, ξεδιπλώνει
Ιστορίες και βήματα για την ζωή του.
Η αγάπη και η αθωότητα της παλιάς Αθήνας σε σύγκρουση με την σημερινή
Πραγματικότητα.
Ο Γιώργος θα περίμενε κανείς να ορίσει το δικό του τέλος, αντιθέτως
Σε θέλει ενεργό και σε βάζει στον κόσμο του ταπεινού ήρωα του, ζητώντας σου
Μόνο ένα πράγμα, την συνέχεια του, χωρίς όρια.
Σας αφήνω να βουτήξετε στις λέξεις του και να αγκαλιάσετε τον άνθρωπο που είναι δίπλα σας.
ΥΓ.
Προσωπικά, θα πήγαινα τον κ. Ασημένιο σε έναν αεροδιάδρομο και θα περίμενα το πρώτο αεροπλάνο
Να μας παρασύρει στον προορισμό του.

Ένα παραμύθι για όσους παραμένουν ρομαντικοί, του Δημήτρη Γκιούλου

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Η μεταμόρφωση της πεταλούδας από προνύμφη, σε χρυσαλίδα κι ύστερα το ταξίδι της από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη, μέσα από τον ηλεκτρικό ως που να γίνει πεταλούδα, κεφάλαιο με το κεφάλαιο. Μια ολοκλήρωση που ποτέ δε θα ερχόταν χωρίς το ταξίδι. Ο κ. Ασημένιος, 70χρονος μουσικός που έπρεπε να ευχηθεί τον πόνο για να τον νιώσει, συνοδεύει την πεταλούδα σ’ αυτό της το ταξίδι. Μας μαθαίνει πως ακόμα κι αν έχεις ζήσει πολλά, μπορεί να μην έχεις ζήσει τίποτα, πως τον ρυθμό τον δίνει η ζωή, ακόμα κι αν εσύ προσπαθείς να τον δαμάσεις. Κι έτσι, συνοδεύει την πεταλούδα στο ταξίδι της δικιάς του ολοκλήρωσης, συνταξιδιώτες στον ηλεκτρικό. Και τέλος, ο αληθινός πρωταγωνιστής. Η Αθήνα του Ιατρίδη, η πεταλούδα Αθήνα που μεταμορφώνεται στάση τη στάση, σταθμό με το σταθμό. Μια πόλη πολύχρωμη αλλά και σκοτεινή. Εν τέλει, ένα παραμύθι για κείνους που ακόμα βρίσκουν ομορφιά στα τσιμέντα των μεγαλουπόλεων, για κείνους που έχουν χρόνο ή ξέρουν να περιμένουν ζώντας για να προετοιμάσουν και να δουν τη μεταμόρφωση. Ένα παραμύθι για ρομαντικούς.

_

Δημήτρης Γκιούλος
06.08.2015

Ένα παραμύθι σχεδόν για όλους, της Στέργιας Κάββαλου

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Ο Γιώργος Ιατρίδης φωτογραφίζει το αστικό τοπίο. Ο Κύριος Ασημένιος αν και πιανίστας, φωτογραφίζει τα όνειρά του. Η πεταλούδα και το φαινόμενό της είναι πλάι του να του δείχνουν το φωτεινό δρόμο. Γιατί τα όνειρά όταν τα φωτογραφίζεις μπορεί να είναι ασπρόμαυρα, όταν αρχίζεις έστω και δειλά να τα πραγματοποιείς, τότε το χρώμα τα πλημμυρίζει.

Για μένα, το «φαινόμενο της πεταλούδας» και πρώτο βιβλίο του Γιώργου, είναι ένα παραμύθι. Για μικρούς; Μεγάλους; Εφήβους; Ένα παραμύθι σχεδόν για όλους. Το πρωταγωνιστή τον λένε Ασημένιο. Και αυτός ο γεράκος Ασημένιος με την καλή καρδιά που ποτέ δεν γνώρισε τον πόνο παρά μόνο όταν τον ευχήθηκε, βρίσκει σύντροφο μια πεταλούδα που ξεκίνησε αρχικά ως «ακροάτρια» της μουσικής του και έγινε σύμμαχος πορείας. Μιας πορείας περιπατητικής από το σταθμό της Κηφισιάς μέχρι τον τερματικό Πειραιά.

Ο δρόμος πάντα σε οδηγεί σε αποκαλύψεις. Για τον μέσα και έξω κόσμο σου. Δεν ξέρω πόσο προσωπικό είναι το βιβλίο αλλά είναι σίγουρα κάπως παράξενο που ο Γιώργος Ι. επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία ενός ηλικιωμένου. Ενός ανθρώπου που μοιάζει να τα έχει κάνει όλα, και μάλιστα καλά, και να μην έχει και θαύματα να περιμένει.

Λίγο να ξεκινήσεις την ανάγνωση, καταλαβαίνεις ότι από το τέλος πάμε στην αρχή και όλα σου μοιάζουν ταιριαστά. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά για ζωή και είναι ανακουφιστικό και παρήγορο ένας άνθρωπος γεννημένος το 1988 έχει γνώση αυτής της αλήθειας που μόνο εμπειρικά κατακτάται. Όπως και μιας άλλης, ότι «η ένωση δυο ερωτευμένων ανθρώπων επιφέρει μια νέα ιδέα πάνω στον κόσμο» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο.

Αλήθειες, τρένα, σταθμοί, συναντήσεις, φτερωτές ή μη, σ΄ένα αλληγορικό, οικολογικό και σίγουρα ελπιδοφόρο παραμύθι ζωής που αξίζει να διαβαστεί από όλους μας. Καλοτάξιδο.

_

Στέργια Κάββαλου
Παρασκευή 26.06.2015

Μία νουβέλα αμφίδρομης μαθητείας, του Δημήτρη Αθηνάκη

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Πάντοτε χρειάζεται ένα μεγάλο μπαμ για να ξεκινήσει μία καινούργια ζωή. Στην περίπτωσή μας, στην περίπτωση του κ. Ασημένιου δηλαδή, ήταν η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Το έξυπνο αυτό εύρημα του Γιώργου Ιατρίδη σε βάζει ευθύς εξαρχής στο παιχνίδι του πρώτου έντυπου κειμένου του, της νουβέλας με τον αινιγματικό τίτλο Το φαινόμενο της πεταλούδας. Σιγά τον αινιγματικό, θα πει κανείς, κι ίσως να μην έχει άδικο. Το φαινόμενο της πεταλούδας, ως φυσικό περιστατικό, είναι ένας άλλο τρόπος να δηλωθεί η ενηλικίωση ― βίαιη ή μη.

Η ενηλικίωση του κ. Ασημένιου ήρθε στα εβδομήντα του. Άργησε λιγάκι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ο πολιτισμός, αλλά ήρθε. Ο κ. Ασημένιος είναι ο ήρωας του βιβλίου. Και είναι ένας πραγματικός ήρωας. Ξέρετε πόσο κόπο θέλει να βγεις από δεκαετίες στασιμότητας και να αναζητήσεις ό,τι έχεις χάσει στο μεταξύ; Μπορεί βέβαια και να μη θέλει πολύ κόπο, γιατί οι πυρηνικές εκρήξεις που γίνονται στον μέσα κόσμο σου, έστω και στα εβδομήντα σου, είναι ανυπολόγιστες ― όπως και η δύναμη που σε σπρώχνει να ενηλικιωθείς.

Έχω διάφορες ενστάσεις απέναντι στον εαυτό μου για τη χρήση του όρου «ενηλικίωση». Είναι κάτι σαν αναπόδραστη αντίφαση να χρεώνουμε στα παιδιά την αθωότητα και την ξεγνοιασιά, και τελικά να θεωρούμε τους «μεγάλους» τους κουλ τύπους που θα κατακτήσουν τον κόσμο ― σαν να ηρωοποιούμε τη διαγραφή της αθωότητας. Επίσης, και με την αθωότητα έχω πρόβλημα ως προς τη χρήση της αλλά και τις χρήσεις της, αλλά, αν συνεχίσω έτσι, θα ξημερώσουμε.

To fainomeno tis petaloudasΟ κ. Ασημένιος λοιπόν. Και η ρευματοειδής αρθρίτιδά του. Που τον έκλεισε σ’ ένα νοσοκομείο για μία εβδομάδα. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος στο σπίτι και τον εαυτό του. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος σε άλλα σπίτια, σε άλλα κουτάκια, σε άλλες καθημερινότητες. Η προσωπική του επανάσταση, να βγει δηλαδή απ’ όλα αυτά, ν’ απλώσει τα φτερά του ως άλλη πεταλούδα και να καταλήξει, αναπόφευκτα, στα τετράδια με διαφάνειες από ρυζόχαρτο κάποιου σάικο συλλέκτη, η προσωπική του επανάσταση λοιπόν ήταν να βγει απλώς… στο δρόμο.

Και βγήκε. Με αφηγηματικό όχημα τις ράγες του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου από την Κηφισιά ώς τον Πειραιά, από τη μιαν άκρη στην άλλη δηλαδή, ο Γιώργος Ιατρίδης μάς αφηγείται την τύποις ενηλικίωση του κ. Ασημένιου, αλλά ταυτόχρονα μας σπρώχνει στην πόλη αυτή. Η νουβέλα είναι ένα εισιτήριο για την πόλη. Με ψήγματα urban λογοτεχνίας, ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει την πρωτεύουσα όπως εκείνη ζει και εξελίσσεται στο απόλυτο παρόν.

Απέφυγα ώς τώρα να αναφέρω το όνομα «Αθήνα». Με τον όρο «Αθήνα», αυτομάτως όλοι θα φέρουμε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας γι’ αυτή την πόλη. Ίσως και να μελαγχολήσουμε λιγάκι ή, ακόμα ακόμα, και να εκνευριστούμε γιατί σήμερα το λεωφορείο, για παράδειγμα, άργησε 34 λεπτά γιατί πάλι ―και πάλι― το κέντρο ήταν κλειστό γιατί κάποιοι αποφάσισαν να τρέξουν ή να κάνουν ποδήλατο. Κι όμως, ένα ατού στη νουβέλα του Γιώργου Ιατρίδη είναι ότι η πόλη παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο, που, εκόντες άκοντες, αναδιαμορφώνουμε μέσα μας την αρχιτεκτονική της ύπαρξης της Αθήνας. Η πόλη, αυτό το κατατρεγμένο και πολυτραυματισμένο άστυ, στο Φαινόμενο της πεταλούδας, δεν σου πετάει φάτσα φόρα την Αθήνα που έχεις κατά νου κάνοντας προκαθορισμένα δρομολόγια καθημερινά μες στην πόλη. Είναι ένα βιβλίο που σε σπρώχνει στην παρατήρηση, στο να βάλεις σε σειρά αυτό που δεν προλαβαίνεις να δεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αστική μαθητεία.

Κι όσο ο κ. Ασημένιος ―που κάνει ωραία αντίστιξη το όνομά του με το γκρίζο των τσιμέντων της Αθήνας― κατεβαίνει από τον Βορρά στον Νότο ―αφού ο συγγραφέας ήθελε μια ήσυχη κατηφόρα αυτή την «ενηλικίωση»―, όσο περνά σε πιο πυκνοκατοικημένα τμήματα της πόλης, όσο παρατηρεί όλο και περισσότερο, όσο μαθαίνει να βλέπει ―επιτέλους!― τι συμβαίνει γύρω του, τόσο αυξάνεται η θερμοκρασία της γλώσσας του συγγραφέα, τόσο ο κ. Ασημένιος γίνεται όλο και πιο δικός μας, όλο και περισσότερο ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Όχι μιας διπλανής πόρτας, που λέει το κλισέ, αλλά της δικής μας διπλανής ― κι αυτή την πόρτα το κείμενο του Γιώργου Ιατρίδη μάς τη χαρίζει απλόχερα.

Ένας ένας οι σταθμοί, από την Κηφισιά στον Πειραιά, αποτελούν κεφάλαια της μεταμόρφωσης του κ. Ασημένιου. Του κ. Ασημένιου που ήταν μουσικός και που γνώριζε να ξεχωρίσει τα μπάσα από τα πρίμα ― ο κ. Ασημένιος είχε μέσα του όλη την ψυχική και γνωστική σκευή, απλώς για δεκαετίες δεν ήξερε πώς να την εφαρμόσει. Νά, λοιπόν, μία ακόμη αρετή στη νουβέλα: η μαθητεία εμπλουτίζεται με τη δύναμη της πράξης, ενώ έχει προηγηθεί η κατάκτηση της γνώσης. Ο κ. Ασημένιος είναι μία στερεοτυπική αποτύπωση των ανθρώπων που ξέρουν αλλά δεν μπορούν· εκείνων που ίσως και να μπορούν αλλά σίγουρα δεν θέλουν· των ψυχισμών εκείνων, τελικά, που έχουν αποφασίσει ότι… δεν· ένα γενικό και αόριστο «δεν». Και λέω «στερεοτυπική αποτύπωση», γιατί προσπαθώ ν’ αποδώσω την αρτιότητα του χτισίματος του χαρακτήρα του κ. Ασημένιου.

Giorgos-Iatridis-03Δεν είπαμε όμως το σημαντικότερο: ο κ. Ασημένιος πηγαίνει από σταθμό σε σταθμό με τα πόδια, και σημειώστε το. Ώρες επί ωρών, περπατά, αυτός ο εβδομηντάχρονος πάσχων από ρευματοειδή αρθρίτιδα, με λύσσα σχεδόν. Και μια πεταλούδα στον ώμο του. Που μεγαλώνει μαζί του. Που τον ακολουθεί σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι της «ενηλικίωσης». (Αν βλέπατε το γραπτό μου, θα παρατηρούσατε ότι έχω συνεχώς τη λέξη «ενηλικίωση» σε εισαγωγικά. Αφενός, μου αρέσουν τα εισαγωγικά· αφετέρου, συνεχίζω να έχω τις ενστάσεις που σας έλεγα πριν ― και, τελικά, τα εισαγωγικά είναι μάλλον ένας ωραίος γραπτός τρόπος να κλείσεις κάπου το μάτι.)

Το παθιασμένο περπάτημα του κ. Ασημένιου δεν είναι ένα ηρωικό και ευθύβολο περπάτημα. Υπάρχουν, στιγμές, όπως στον σταθμό της Ομόνοιας, που ο κ. Ασημένιος γκρινιάζει, ξενερώνει, δεν θέλει άλλο, βρε αδερφέ. Κι εκεί άρχισα να ταυτίζομαι εγώ μαζί του. Ο Γιώργος Ιατρίδης αποκαθιστά, μια κι έξω, όλους εμάς που φτάνουμε στο μη παρέκει με τα «δεν σε φοβάμαι εσένα, θα τα καταφέρεις», με τα ανόητα «τι ανάγκη έχεις εσύ;» και τα ανήκουστα «έλα, μωρέ, πώς κάνεις έτσι;». Ο κ. Ασημένιος, είτε το ήθελε ο συγγραφέας είτε και όχι, είναι η αποκατάσταση του «ώς εδώ μπορώ». Και συνεχίζει μηχανικά. Αυτόματα. Μίζερα. Έστω. Συνεχίζει.

Το Φαινόμενο της πεταλούδας δεν είναι ένα άρτιο βιβλίο. Φυσικά και έχει τα ελαττώματά του, προφανώς και επιδέχεται βελτιώσεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας όμως είναι η επιτυχημένη προσπάθεια του Γιώργου Ιατρίδη να μιλήσει για την πόλη, για όλους εμάς ξεχωριστά, να γνωρίσει κι εκείνος τι είναι όλα αυτά για τα οποία γράφει. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αμφίδρομη μαθητεία: ο Γιώργος Ιατρίδης μαθαίνει, ο κ. Ασημένιος του Γιώργου Ιατρίδη μάς μαθαίνει και ο αναγνώστης χαίρεται. Αυτό το βιβλίο είναι ένα ωραίο σπρώξιμο ― που είτε το κάνεις είτε σ’ το κάνουν.

Και ξέρετε κάτι; Γενικά, όταν μας σπρώχνουν, καλύτερα να μην αντιστεκόμαστε· ας πέσουμε, μπας και δούμε την πόλη από πιο κοντά.

_

Δημήτρης Αθηνάκης
Pure Bliss, Ρόμβης 24Α, Αθήνα
26.06.2015, Παρασκευή

Μπλε γραμμή – Στέργια Κάββαλου

Δεκάξι Αυγούστου θα κάνουμε γάμο. Καπάκι θα πάνε οι εορτασμοί. Κλείσαμε την εκκλησία, καπάκι και τον παπά. Αγρότης ήταν που του κόψανε την επιδότηση και κάτι έπρεπε να λέει πως κάνει. Ποτέ δεν έπιαναν τα χέρια του, λίγο δημοτικό το πήγε, τραγούδαγε και στο μπάνιο και η αλλαγή καριέρας έγινε τόσο smoothly όσο smooth είναι κι η άμμος που τώρα πατώ.

Για τη μυλοποταμίτικη νεολαία, ο Πάνορμος είναι μια γκαζιά δρόμος. Δείγμα από τουρίστριες έτσι για την αλλαγή της παράστασης, γουλιές κακοφτιαγμένου μοχίτο από το κάτι σαν μπαρ της παραλίας, μυρωδιά αντηλιακού αντί προβάτων με το συνδυασμό μαγιό-στιβάνι να αποτελεί την πρώτη και τελευταία λέξη της μόδας.

Η γύμνια μας ξεκινά από τα πόδια. Τα γυναικεία μάτια παινεύουν τα όμορφα δάχτυλα, τα έχωσα πιο βαθιά στην καυτή. Ένα καπάκι μπίρας μου έγδαρε την πατούσα μα κατάπια τον πόνο με το σάλιο μου γιατί «είναι γενναίοι οι άνθρωποι των ορέων». Να χαρώ εγώ αρετή!

Κάπνισα το μισό Marlboro μέχρι να βγάλω το παντελόνι. Με την άκρη του ματιού μου παρακαλούσα το ακριβοφόρετο μπανιερό μου να στρώσει στα σημεία που πρέπει. Με την άλλη άκρη, έβλεπα τον θαλασσινό ορίζοντα. «Έτσι θα είναι η αγάπη» σκέφτηκα. Αξεχώριστο μπλε. Ρομαντζάδες θα πεις και θα έχεις δίκιο.

Βλέπω τις καμένες ξενικές πλάτες να φουσκαλίζουν στην κάψα, τα μικρά κορδονάκια που συγκρατούν στήθη, τις σελίδες μεγάλων βιβλίων να γεμίζουν άμμουδες και αποφασίζω πως είναι ώρα να βγάλω το μαύρο μου πουκάμισο και να κολυμπήσω στα ρηχά.

Το σώμα μου αντιδρά στο αλμυρό νερό. Είναι άσπρο, ορεινοφτιαγμένο και με ντροπιάζει. Δεν κάνω μακροβούτια, δεν πάω στα άπατα. Δεν ξέρω πώς να αποφύγω τα φύκια. Δεν ξέρω καν αν τσιμπάνε. Μοιάζουν με όφιδες που γιαγέρνουν στις πέτρες όταν μαζεύω τις ελιές. Και πίστεψέ με, έχω μαζέψει τόνους.

Πέντε λεπτά κράτησε το μπάνιο μου. Πάγωσα, δροσίστηκα, έκανα πως χάρηκα. Μα κυρίως έκανα το χατίρι της παρέας που ήθελε να με πάρει μια ολιά από το μιτάτο Αύγουστο μήνα να κάμω κι εγώ διακοπές που λένε, να γνωρίσω καμιά κοπελιά, να περάσω καλά βρε παιδί μου, έτσι ελεύθερος όσες μέρες μου πομένουν.

Μα η παρέα δεν ήξερε πως εγώ στη θάλασσα δεν είχα μπει ποτέ μου, πως διακοπές καθόλου δεν μου χρειάζονται γιατί η ζωή που κάνω μου αρέσει κάθε μέρα και καθόλου δεν θέλω να τη σταματήσω, πως μόνο στο στρατό έβγανα τα ρούχα μου κι εκεί με μπόλικο ζόρε, πως λεύτερος είμαι και στο χωριό με τη Ζαφειρώ στην αγκαλιά μου. Ή μάλλον, πως λεύτερος είμαι μόνο εκεί.

Όλη τη μέρα μιλούσαμε για τους χωριανούς, τον τρύγο, το τυρί και τα κοπελάκια μας. Μόνο που αντί για ελληνικό, κούπες και ρακάκια πίναμε φρέντο, κοκτέιλ και πώς διάολο τις λένε, μαργαρίτες.

Έμαθα να κάθομαι στην ξαπλώστρα και να χάνομαι ακίνητος στον μπλε ορίζοντα που πίστεψα πως ήταν βαλτός να μου δείχνει το μέλλον με την κερά μου.

Το βράδυ έπεσα πιο κουρασμένος από ποτέ στο ντιβάνι της κουζίνας. Η μάνα του Θέμη είχε κάνει καλή δουλειά με το εξοχικό τους. Έτσι της άρεσε να το λέει.

Δυο μέρες βράχηκα μέχρι την αμασχάλη πορπατώντας από τον έναν βράχο στον άλλο. Τη δεύτερη απαλλάχτηκα από τα ρούχα μου πιο γρήγορα.

Βιαζόμουν να τελειώσει το σαββατοκύριακο να γυρίσω. Σιγά την επιστροφή θα μου πεις. Μισή ώρα στροφές και έφτανες σπίτι. Αλλά η μάνα μου μ’ έμαθε το λόγο μου να τον τηρώ. Δεν θα την άφηνα την παρέα.

Μπαίνοντας στο χωριό, βράδυ Κυριακής, κατάλαβα πως αυτές ήταν  πρώτες, στα δεκαοχτώ χρόνια ζωής, διακοπές μου. Μάλλον κι οι τελευταίες. Καμία όρεξη δεν έχω να γυμνώνομαι μπροστά σε ξένους αθρώπους, να με θωρούν τόσα μάθια και να φοβούμαι κι από πάνω να μην πνιγώ.

Ευτυχώς που η Ζαφείρα δεν ξέρει μπάνιο και θα αργήσει να ζητήσει θάλασσες. Μετά τα στέφανα όμως, θα την επάω.

Θα της κάμω έκπληξη μόνο και μόνο για να της δείξω εκείνη τη μπλε γραμμή, την ευθεία και ήσυχη μπλε γραμμή που φτάνει χιλιόμετρα πέρα, τη γραμμή που φιλιώνει τον ουρανό με τη θάλασσα. Θα την αγκαλιάσω και θα της υποσχεθώ πως θα γινόμαστε έτσι ένα, χειμώνα καλοκαίρι.

Και τώρα δουλειά. Γιατί φτάσαμε δυο μέρες πριν τον δεκαπεντάρη κι το κριάς για το γλέντι ακόμα να το ξεδιαλέξουμε.

_

Η Στέργια Κάββαλου είναι πεζογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων & μεταφράστρια. Η συλλογή διηγημάτων της «Φαμιλιάλ» κυκλοφορεί  από το Μελάνι και “Η ερωτευμένη μπόσα νόβα” από το ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΚΑΣΤΡΟ.

φωτογραφία-artwork: Jnk2007

Προσμίξεις

πρόσμειξη η [prózmiksi] Ο33 : προσθήκη και ανάμειξη μιας ουσίας με μια άλλη ή ενός στοιχείου, π.χ. γλωσσικού, πολιτιστικού κτλ., με ένα άλλο που είναι και το κυρίαρχο. α. (χημ.) κάθε ξένη ύλη που περιέχεται σε ένα, μη καθαρό χημικά, προϊόν. β. στη μεταλλογνωσία, κάθε ξένη ύλη που περιέ χει ένα ορυκτό ή ένα μετάλλευμα:Kαθαρός σίδηρος, χωρίς προσμείξεις.

[λόγ. < αρχ. πρόσμειξις `πλησίασμα, επίθεση΄ (-σις > -ση) κατά τη σημ. του προσμειγνύω, σημδ. αγγλ. admixture]

Καλή ακρόαση!

Εβδομάδα “Διάβασε ένα ebook”, 2-8 Μαρτίου 2014

Από τη Κυριακή, 2 Μαρτίου έως το Σάββατο, 8 Μαρτίου είναι και φέτος η εβδομάδα “Διάβασε ένα ebook, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.

H εβδομάδα “Διάβασε ένα ebook” διοργανώθηκε για πρώτη φορά πριν 11 χρόνια, μια πρωτοβουλία της συγγραφέα Rita Y. Toews από τον Καναδά. Μέσα σε αυτά τα χρόνια η ιδέα υιοθετήθηκε όλο και περισσότερο και απέκτησε διεθνή απήχηση. Πέρυσι η διοργάνωσή της στην Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί με μεγάλη συμμετοχή.

Ποιοι είναι οι στόχοι της εβδομάδας “Διάβασε ένα ebook”:

  • να ενημερώσει τους αναγνώστες για τα ebooks
  • να ενθαρρύνει την ανάγνωση ebooks
  • να ενθαρρύνει εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, συγγραφείς και κατασκευαστές συσκευών να προσφέρουν για αυτές τις μέρες δωρεάν ή με μεγάλη έκπτωση ebooks και συσκευές

Πώς μπορώ να συμμετάσχω:

  • Μπορείτε να διαβάσετε ένα ebook!
  • Αναρτήστε στο blog ή στο site σας τo banner της εβδομάδας “Διάβασε ένα ebook” ή φτιάξτε το δικό σας
  • Ενημερώστε φίλους και γνωστούς σε Facebook, Twitter και Google+ κοινοποιώντας αυτήν την ανάρτηση ή γράφοντας τη δική σας
  • Οργανώστε μια συνάντηση με όσους ενδιαφέρονται για τα ebooks ή/και έχουν συσκευές ανάγνωσης
  • Προτείνετε ένα ebook; Tο διαβάσατε; Οργανώσατε μια συνάντηση; Ενημερώστε ποστάροντας για αυτά στο event της εβδομάδας στο Facebook και γράφοντας στο Twitter με τα hashtags #ebookgr #ebookweek
  • Θέλετε να προσφέρετε δωρεάν ebooks για την εβδομάδα; Αναρτήστε το banner της εβδομάδας  “Διάβασε ένα ebook” και ενημερώστε με για να σας συμπεριλάβω στη λίστα με τους συμμετέχοντες

Τι θα κάνει ο “Ηλεκτρονικός Αναγνώστης”:

  • θα γράψει άρθρα εισαγωγικά για τα ebooks και θα καταγράψει πηγές για δωρεάν ebooks
  • θα δώσει προσφορές από εκδότες και συγγραφείς
  • θα συγκεντρώσει τη συζήτηση διατηρώντας μια λίστα με το ποιοι συμμετέχουν (blogs, site, συγγραφείς, εκδότες)

Αποκεντρωμένα
Για την εβδομάδα “Διάβασε ένα ebook” δεν υπάρχει κάποια συγκροτημένη οργανωτική δομή. Έχουμε όμως επικοινωνήσει με τη Rita Y. Toews για να βρισκόμαστε σε ένα συντονισμό και να μας καταγράψει ως συμμετέχοντες.

Πηγή: http://www.eanagnostis.gr/2014/02/evdomada-diavase-ena-ebook-2014.html

Να παίζεις

Διαβάστε ένα υπέροχο απόσπασμα από το βιβλίο του Robert Fulghum, Όσα πραγματικά θα έπρεπε να ξέρω τα έμαθα στο νηπιαγωγείο, εκδ. Λύχνος.

Η ΣΟΦΙΑ ΔΕ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΟΥΝΟΥ, ΑΛΛΑ ΕΚΕΙ, ΣΤΑ ΒΟΥΝΑΛΑΚΙΑ ΑΠΟ ΑΜΜΟ, ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ. ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ: Να μοιράζεσαι τα πάντα. Να παίζεις τίμια. Να μη χτυπάς τους άλλους. Να βάζεις τα πράγματα πάλι εκεί που τα βρήκες. Να καθαρίζεις τις τσαπατσουλιές σου. Να μην παίρνεις τα πράγματα που δεν είναι δικά σου. Να λες συγγνώμη, όταν πληγώνεις κάποιον. Να πλένεις τα χέρια σου πριν από το φαγητό. Να κοκκινίζεις.

ΖΕΣΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΑΚΙΑ ΚΑΙ ΚΡΥΟ ΓΑΛΑ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΛΟ. Να ζεις μια ισορροπημένη ζωή, να μαθαίνεις λίγο, να σκέπτεσαι λίγο, να σχεδιάζεις, να ζωγραφίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις, να παίζεις και να εργάζεσαι κάθε μέρα από λίγο. Να παίρνεις έναν υπνάκο το απόγευμα.

OΤΑΝ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ΕΞΩ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, να προσέχεις την κίνηση, να κρατιέσαι από το χέρι και να μένεις μαζί με τους άλλους. Να αντιλαμβάνεσαι τα θαύματα. Να θυμάσαι το μικρό σπόρο μέσα στο δοχείο από φελιζόλ. Οι ρίζες πάνε προς τα κάτω και το φυτό προς τα πάνω. Κανείς πραγματικά δεν ξέρει πώς και γιατί, αλλά όλοι μας μοιάζουμε σ’ αυτό. Τα χρυσόψαρα, τα χάμστερς, τα άσπρα ποντίκια, ακόμη κι ο μικρός σπόρος μέσα στο πλαστικό δοχείο, όλα πεθαίνουν. Το ίδιο κι εμείς. Να θυμάσαι τελικά τα βιβλία και την πρώτη λέξη που έμαθες την πιο μεγάλη απ’ όλες: τη λέξη ΚΟΙΤΑ.

OΛΑ ΟΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ, ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΥ ΕΔΩ ΜΕΣΑ. Ο χρυσός κανόνας, η αγάπη και οι βασικές αρχές υγιεινής, η οικολογία, η πολιτική, η ισότητα και η υγιεινή ζωή. Πάρτε μια απ’ αυτές τις συμβουλές, εκφράστε την με επιτηδευμένη ορολογία ενηλίκων και εφαρμόστε τη στην οικογενειακή σας ζωή, στην εργασία σας, στην κυβέρνησή σας, στον κόσμο σας και θα παραμείνει αληθινή, ξεκάθαρη, σταθερή. Σκεφτείτε πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος, αν όλοι εμείς οι άνθρωποι τρώγαμε γάλα με κουλουράκια γύρω στις τρεις το απόγευμα και μετά ξαπλώναμε κάτω από τις κουβέρτες για έναν υπνάκο. Ή, αν όλες οι κυβερνήσεις είχαν ως βασική αρχή να βάζουν πάντα τα πράγματα εκεί που τα βρήκαν και να καθαρίζουν τις τσαπατσουλιές τους.

ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΣΑΣ, πως όταν βγαίνετε στον έξω κόσμο, είναι καλύτερα να κρατιέστε από το χέρι και να μένετε μαζί με τους άλλους.

[…] ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΠΩΣ ΕΧΩ ΑΔΕΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΑ. Ένας φίλος μου μού την έβγαλε και την κρέμασε στον τοίχο, πάνω από το γραφείο μου. Αυτή η άδεια μού επιτρέπει να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου, για να ξαναβάζω σε σειρά τις εμπειρίες μου και να προωθώ το μύθο, όσο αυτός εξυπηρετεί κάποια όψη της αλήθειας.Ακόμη περιέχει το «πιστεύω» ενός παραμυθά:

ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΣΗ. Ότι ο μύθος είναι πιο δραστικός από την ιστορία. Ότι τα όνειρα είναι πιο ισχυρά από τα γεγονότα. Ότι η ελπίδα πάντα θριαμβεύει έναντι της εμπειρίας. Ότι το γέλιο είναι η μόνη θεραπεία της θλίψης. Και πιστεύω ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από το θάνατο.

Προσπάθησα πολύ να μη γράψω κάτι που θα γινόταν η αιτία να μου αφαιρέσουν την άδεια…

πηγή: http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4913

Incognita Sperans (2013)

Οι Incognita Sperans μου άρεσαν από την πρώτη στιγμή που άκουσα τραγούδια τους. Αν θυμάμαι καλά ήταν πριν 2 χρόνια, όταν τυχαία άκουσα το “Demo”. Κόλλησα άσχημα με ένα τραγούδι, με το Γράμμα -όπου θα το ακούσεις ελαφρώς αλλαγμένο στο νέο τους άλμπουμ. Μου άρεσαν πάρα πολύ οι ενορχηστρώσεις τους και η μελαγχολία που έβγαζαν τα κομμάτια. Και σε όποια σημεία ξεπρόβαλε ο στίχος μου άρεσαν ακόμα παραπάνω.

Με όποιο τρόπο μπορώ μου αρέσει να στηρίζω ανθρώπους που δεν είναι πολύ γνωστοί ή καθόλου γνωστοί, γιατί πολύ απλά έχουν κάτι να πουν• και δεν αναμασάνε το ίδιο φαγητό. Μου αρέσει επίσης, να στηρίζω ανθρώπους που δεν γουστάρουν την κάθε είδους διαφήμιση, που μισούν τους σπόνσορες, τις δημόσιες εμφανίσεις, τις εμφανίσεις στην TV, στο MTV και οπουδήποτε αλλού έχει πολλές κάμερες και στραμμένους προβολείς.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Μπορείτε να κατεβάσετε ελεύθερα από τo blog των παιδιών: Incognita Sperans

Η λογοτεχνία που πληγώναμε – Γιώργος Ευθυμίου

Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι συνέβαινε με όλους αυτούς τους αυτοαποκαλούμενους ποιητές και πεζογράφους της γενιάς μου. Έλλειψη ταλέντου; Έλλειψη αντίληψης της εποχής; Μαϊντανοί κάθε είδους βαυκαλίζονταν με την επιθυμία να δουν τον εαυτό τους τυπωμένο σε παχύ χαρτί. Έτσι, εμπιστευόντουσαν τα γραπτά τους σε εκδοτικούς οίκους, σε οποιονδήποτε εκδοτικό οίκο, αρκεί ο τελευταίος να ήταν διατεθειμένος να σφραγίσει το μπροσθόφυλλο και το οπισθόφυλλο του ενδεχόμενου βιβλίου με το λογότυπο και την επιγραφή του. Και οι εκδοτικοί οίκοι ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα, αρκεί να πληρώνονταν για αυτό. Και πληρώνονταν πολύ καλά μάλιστα. Έπειτα τύπωναν καμιά πεντακοσιαριά αντίτυπα, τα διακόσια τα χάριζαν στους συγγραφείς, που τα είχαν πληρώσει διπλά και τετράδιπλα, και οι συγγραφείς με τη σειρά τους τα χάριζαν σε φίλους και σε άλλους επώνυμους-άσχετους, καθώς έτσι είθισται, που κατά κάποιον αυθαίρετο τρόπο θα μπορούσαν να ταΐσουν τη ματαιοδοξία τους. Ο εκδοτικός οίκος συνέχιζε το αλισβερίσι του πολύτιμου βιβλίου. Έστελνε περίπου εκατό αντίτυπα δεξιά και αριστερά για «λόγους προώθησης», και τα υπόλοιπα σκάρτα διακόσια αντίτυπα που απέμεναν, διανέμονταν στα ράφια των βιβλιοπωλείων για να καταλήξουν μετά από λίγο καιρό σε κάποιο πατάρι, κάτω από παχύ στρώμα σκόνης, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους τίτλους βιβλίων που στριμώχνονταν σε μεγάλες κούτες που έφεραν την επιγραφή «έλλειψη ζήτησης». Λίγο πολύ αυτή είναι η κατάσταση.

Αυτή και ταλέντο είχε και αντίληψη. Και ούτε την ανάγκη να εισχωρήσει τον εαυτό της σε κάποιον τίτλο. Ήθελε όμως με μανία να εκδίδει τα γραπτά της και ήταν διατεθειμένη να καταπιεί όλον τον καρκίνο από τις ωοθήκες της λογοτεχνίας, και να διασχίσει όλο αυτό το βούρκο που απαιτείται να διασχίσει κάποιος που επιθυμεί να εκδώσει το οτιδήποτε. Αρνούταν πεισματικά να δημοσιεύσει σε κάποιο άλλο μέσο. Αρνούταν να διοχετεύσει τα γραπτά της σε κάποιο ιστολόγιο, ή σε κάποιο περιοδικό ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο στο διαδίκτυο. Όχι, αυτή θα εξέδιδε! Όλους αυτούς που είχε αγαπήσει, και δεν ήταν και λίγοι (Πεσσόα, Κορταζάρ, Σελίν, Μπέρνχαρντ, Κέϊν, Τρακλ, Καραπάνου, Ιωάννου και άπειρους άλλους) τους είχε αγαπήσει μέσα απ’ τα βιβλία τους. Μόνο από τα βιβλία τους και από πουθενά αλλού. Αντιθέτως, δεν αγάπησε ποτέ κανέναν μπλόγκερ, ή κανέναν αρθρογράφο του Protagon, του Ποιείν ή του Toutestin. Κανέναν συντάκτη της lifo ή του Κουκουτσιού. Ούτε καν την ερέθιζαν. Κι αν την ερέθιζαν ήταν κάτι παροδικό. Το ερέθισμα έμοιαζε πρόστυχο, φτηνό και ανάρμοστο. Και δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε, αν αναλογιστεί κανείς όλη αυτή την βία και αγωνία που συναντά κανείς στους παραπάνω χώρους που μάχονται και οδύρονται για να επιπλεύσουν σε μια φαύλα εικονική αναγνωρισιμότητα, για να μην τους καταπιεί ο ορυμαγδός της υπερπληροφόρησης. Όχι. Εκείνη ήθελε να εκδώσει το βιβλίο της. Την συνάρπαζε η ιδέα να αγαπηθεί από αγνώστους. Από αγνώστους, όχι επειδή δεν τους γνώριζε, αλλά επειδή δεν θα τους γνώριζε ποτέ. Η ιδέα ότι θα της αποδιδόταν μια άγνωστη αγάπη. Μια αγάπη για την οποία δεν θα γνώριζε τίποτα. Μια εντελώς παράδοξη αγάπη, τελείως ψεύτικη και τελείως αληθινή.

Πηγή:http://toutestin.com/2013/06/25/%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5/

photographer: Ann Mansolino

Διαφορά στιχουργού με ποιητή

“Η αγάπη ζει στα μικροπράγματα
Ζει στα ασήμαντα και στα απλά
Δωσ’ μου και άλλα τέτοια εσύ ασήμαντα
Για να ζήσω εγώ σημαντικά”
ΣτίχοιΚοραλία Αλιφραγκή

“Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το “τί” και το “έ””
ΠοίησηΟδυσσέας Ελύτης

Μιλώντας για το ίδιο πράγμα, με άλλη ιδιότητα.