Το δώρο, Στέφανος Ξενάκης

ΔΕΣΜΕΥΣΗ

Την είχα ακούσει σ΄ ένα σεμινάριο του Αντώνη.

Ήταν λέει ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Περπατούσαν στην Αρχαία Αγορά. Ο Πλάτωνας ρωτάει τον Σωκράτη:

«Δάσκαλε, πώς μπορώ να έχω στη ζωή μου αυτό που θέλω;»

Ο Σωκράτης τον αγνοεί. Συνεχίζει να περπατάει. Ο Πλάτωνας ξαναρωτάει.

Απάντηση καμία. Σε κάποια φάση, φτάνουν μπροστά σε μια δεξαμενή με νερό.

Ξαφνικά, ο Σωκράτης του βουτάει με δύναμη το κεφάλι μέσα στο νερό.

Ο Πλάτωνας ξαφνιάζεται. Πάει να το βγάλει, αλλά ο Σωκράτης επιμένει. Μετά από λίγη ώρα το βγάζει σκασμένος.

«Δάσκαλε, τρελάθηκες; Εγώ σε ρώτησα πώς θα ‘χω στη ζωή αυτό που θέλω κι εσύ πήγες να με πνίξεις».

«Όταν αυτό που θες στη ζωή το θες τόσο πολύ όσο αυτή την ανάσα, τότε θα το έχεις», του απαντάει ο Σοφός Δάσκαλος.

Αυτό σημαίνει Δέσμευση.

Για κάποιο λόγο σταματάμε στη μέση. Μη σου πω και στην αρχή. Θέλουμε το αποτέλεσμα αλλά όχι τον ιδρώτα. Βγαίνουμε ανατριχιασμένοι απ΄ το σινεμά μ’ αυτούς που τα κατάφεραν. Μ΄ αυτούς που τα ΄δωσαν όλα για τ’ όνειρό τους. Μ’ αυτούς που δεν τ΄ άκουγαν τα όχι. Μ’ αυτούς που έβαλαν το όραμά τους πάνω κι απ’ τη ζωή τους. Αλλά εμείς θέλουμε και την πίτα γεμάτη και το σκύλο χορτάτο. Θέλουμε ομελέτα χωρίς να σπάσουμε αβγά.

Η ιστορία είναι αληθινή. Ο Στιβ Τζομπς, ο ιδρυτής της Apple, στα δεκαοχτώ του έψαχνε για δουλειά. Πάει στα γραφεία της Atari που τότε μεσουρανούσε. Λέει στον ρεσεψιονίστ ότι θέλει να δει τον πρόεδρο της εταιρίας.

«Έχετε ραντεβού;»

«Όχι», του απαντάει ο Τζομπς.

«Τότε δεν μπορείτε να τον δείτε», του κάνει ευγενικά ο άλλος.

«Αν δεν τον δω, δεν πρόκειται να φύγω. Θα με βγάλετε σηκωτό», του απαντάει με τη γνωστή φλόγα στο μάτι ο Τζομπς.

Σε λίγο ο ρεσεψιονίστ παίρνει τη γραμματέα του προέδρου.

«Έχω έναν τρελό εδώ που θέλει να δει τον πρόεδρο». Σε λίγη ώρα ο πρόεδρος τον είδε. Και φυσικά τον προσέλαβε. Ο Τζομπς εκείνη τη μέρα πήγε να πάρει τη δουλειά. Ήταν κάθετος. Δεν είχε plan b. Αυτό σημαίνει να ‘σαι δεσμευμένος. «Ή ταν ή επί τας» το έλεγαν οι πρόγονοί μας.

Όταν τους ακούς να λένε «θα προσπαθήσω», «ελπίζω», «θα ήθελα» και κάτι τέτοια ψόφια να μην το αγοράζεις. Δε θα το κάνουν. Όταν τον ακούς να λέει «θα φέρω τον κόσμος ανάποδα», «είναι θέμα ζωής και θανάτου να πετύχω», αυτός θα το κάνει. Με χλιαρό νερό δε βράζει το αβγό. Πρέπει να κοχλάζει. Πρέπει να κοχλάζει η ψυχή σου κάθε μέρα για τ’ όνειρό σου. Και φυσικά να στρώσεις κώλο.

Τότε θα ‘χεις ό,τι θες στη ζωή σου.

Το ‘πε κι αυτό η μικρή μου κόρη.

«Καταλάβατε, ρε κορίτσια, τι θα πει δέσμευση;» τους κάνω μετά την ιστορία με τον Τζομπς.

«Εγώ κατάλαβα, μπαμπά».

«Για πες».

«Να υποσχεθείς στον εαυτό σου

ότι δε θα τα παρατήσεις ποτέ».

Να ζήσεις, αγάπη μου….

Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο – Δημήτρης Σωτάκης

Πάντως, τόσο μεγάλος ήταν ο πόθος μου για την Ιονέλα, που κατά τη διάρκεια του ταξιδιού δεν έχανα ευκαιρία να την κοιτάω με μια αχόρταγη πείνα και να της χαϊδεύω την πλάτη, ακόμη και τα πόδια, κρυφά από τα βλέμματα των άλλων. Η ίδια ήθελε ακριβώς αυτό που ήθελα και εγώ, όπως πάντα άλλωστε, όμως έβρισκε τον τρόπο και μου ξεγλιστρούσε, προφανώς από την ανησυχία της μη γίνουμε αντιληπτοί. Ήταν η γυναίκα μου, ακόμα και ένας κρετίνος θα μπορούσε να διαπιστώσει, ζούσαμε πια ο ένας για τον άλλο, δεν είχε σημασία αν η γνωριμία μας ήταν τόσο πρόσφατη, πόσες φορές άλλωστε δεν αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι μοιραίο συμβαίνει στη ζωή μας, το οποίο απλώς αποδεχόμαστε ως αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα; Αυτό ακριβώς ήταν. Μια πραγματικότητα. Και κανείς δεν έχει την ψυχική δύναμη να κοντράρει τη μοίρα, να αντιταθεί σε μια ζωή που εμφανίζεται μπροστά στα ανίσχυρα μάτια του, η ζωή είναι αυτή που δεν κάνει καμία ερώτηση, κυλάει αυθύπαρκτη και αδιαπραγμάτευτη.

_

Κέδρος, 2017
232 σελ.
ISBN 978-960-04-4862-7

Αναζητώντας την Αλάσκα – Τζoν Γκριν

Κάποια στιγμή όλοι θα πεθάνουμε, σκέφτηκα, κι αυτό ισχύει εξίσου για τα ποντίκια του αγρού και τα ποντίκια των υπολογιστών, την Αλάσκα το κορίτσι και την Αλάσκα το μέρος, γιατί τίποτα δε διαρκεί παντοτινά, ούτε καν η ίδια η Γη. Ο Βούδας είπε πως η δυστυχία προκαλούνταν από την επιθυμία, όπως είχαμε μάθει, και ότι η παύση της επιθυμίας σήμαινε την παύση της δυστυχίας. Όταν θα έπαυες να εύχεσαι να μην χάνονται τα διάφορα πράγματα, θα έπαυες να δυστυχείς όταν θα χάνονταν.

Κάποια μέρα κανείς δε θα θυμάται ότι υπήρξε καν η Αλάσκα, έγραψα στο σημειωματάριό μου, κι ύστερα ή ότι υπήρξα εγώ. Γιατί ακόμη και οι μνήμες κάποια στιγμή χάνονται. Και τότε δε σου απομένει τίποτα, ούτε ένα φάντασμα, παρά μονάχα η σκιά του. Στην αρχή με είχε στοιχειώσει, είχε στοιχειώσει τα όνειρά μου, όμως ήδη από τώρα, λίγες μόλις εβδομάδες αργότερα, είχε αρχίσει να χάνεται, να σβήνει από τη μνήμη μου κι από την μνήμη όλων των άλλων, να πεθαίνει ξανά.

_

Αναζητώντας την Αλάσκα, Τζoν Γκριν
Λιβάνης, 2005

Ο τροχός της τύχης – Δημήτρης Γκιούλος

        Περίπτωση Αναστασία Χατζηπέτρου

Θα πρέπει να καταλάβεις αγαπητέ αναγνώστη πως κανένας δεν είναι άμοιρος των ευθυνών του και είναι τουλάχιστον συνυπεύθυνος ως καταναλωτής των διάφορων πιάτων που επέλεξε να του σερβίρει η ζωή. Πόσο μάλλον, όταν η ζωή είναι ένα εστιατόριο με ένα τουλάχιστον αστεράκι Μισελέν και όχι καμιά καντίνα στη Σόλωνος ξημερώματα Σαββάτου.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για το δήθεν μποέμ κορίτσι. Εδώ η αλήθεια είναι πως η προσωπική μου ζωή (ναι έχω τέτοια, μη με κοιτάς παράξενα) βρίθει από παραδείγματα τέτοιων κοριτσιών. Στην αρχή και μέχρι κάποια ηλικία φαντάζουν συμπαθέστατα και πιθανότατα μπορούν να σε γοητεύσουν όσο κανένα άλλο κορίτσι, να σε πληγώσουν και να σου μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη.

Ας πιάσουμε όμως και εδώ το κουβάρι μιας τέτοιας ζωής και να δούμε που διάολο στράβωσε το πράγμα. Είσαι λοιπόν η Αναστασία Χατζηπέτρου, γεννιέσαι και μεγαλώνεις μέσα στην κυψέλη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Πιο πρόσφορο το έδαφος για τέτοια κορίτσια τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά δεν αποκλείεται πια και η έκπληξη της επαρχίας. Πηγαίνεις σχολείο (αν υπάρχει ιδιωτικό, τότε φυσικά ιδιωτικό), συνήθως με γαλλικά και πιάνο ή γερμανικά και βιολί ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων (τα αγγλικά εννοούνται).

Γονείς με μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου που θέλουν από νωρίς να περάσουν στο παιδί τους όλη τη γνώση τους, αλλά και τα απωθημένα τους για όσα δεν κατάφεραν οι ίδιοι. Έτσι, οι εμπειρίες των θεάτρων και των ταξιδιών στο εξωτερικό από τη μία, αντισταθμίζονται και ξεπληρώνονται από πλήρη υπακοή και απαράβατο προγραμματισμό από την άλλη. Αν το οικογενειακό κλίμα είναι καλό, κάποια στιγμή παίρνεις ένα κατοικίδιο για να μάθεις να είσαι υπεύθυνη, αν όχι μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις το χωρισμό των δικών σου, παρέα με το ψυχολόγο και ένα κατοικίδιο για να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις το τραγικό γεγονός. Σε μια τέτοια περίπτωση αυξάνεται πιθανότατα το ήδη μεγάλο χαρτζιλίκι σου.

Είσαι ήδη στην εφηβεία. Τα αγόρια του σχολείου σου μοιάζουν χαζά και ανώριμα. Τα ενδιαφέροντά τους σου φαίνονται ακατανόητα και οι μόνες σου φίλες είναι 2-3 κοπέλες με τις οποίες μοιράζεστε τις ίδιες ανησυχίες και πιθανότατα και το ίδιο στυλ. Οι υπόλοιπες σου φαίνονται είτε φυτά χαμένα στα βιβλία (σχολικά), είτε περιμένουν να βρουν τον πρίγκιπα του παραμυθιού μέσα από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος ή μιας οθόνης, ή απλά χαζοβιόλες, τσουλάκια που θέλουν μόνο να περάσουν καλά. Εσύ δεν είσαι τίποτα από όλα αυτά. Η μάλλον μπορείς να είσαι όλα, ανά πάσα στιγμή. Τις κοιτάς αφ’ υψηλού. Εσύ ξέρεις ή νομίζεις πως ξέρεις τα πάντα.

Συνάπτεις σχέση με κάποιον αρκετά μεγαλύτερο μόνο και μόνο για να το πουλήσεις σαν κατόρθωμα στην παρέα. Τον ερωτεύεσαι, σε πληγώνει ή τον πληγώνεις. Αλλά έχεις στόχους. Έρχεται το πανεπιστήμιο. Κάποια σχολή με κύρος φυσικά, δικιά σου επιλογή, φρόντισαν οι καλύτεροι ιδιωτικοί καθηγητές για την άνεση της επιλογής σου (ε και τα αντικαταθλιπτικά, ανάκατα με ενεργειακά ποτά, που έπαιρνες τα βράδια). Θες να δεις από κοντά την εμπειρία του ελληνικού πανεπιστημίου. Δείχνεις μεγαλύτερη, μιλάς με μια άλλη γλώσσα που θα κομπλάρει τον πρώτο καημένο. Συνεχίζεις και κάνεις παρέα με μεγαλύτερους ανθρώπους και προσποιείσαι πως ξέρεις πράγματα χωρίς απαραίτητα να τα ξέρεις, μεγάλο ταλέντο. Σε γοητεύει κάποια φάση η ελευθεριακή ιδεολογία, βρίζεις τους άλλους «μικροαστούληδες» ενώ εσύ μπορείς να κάνεις αναλήψεις χωρίς όριο από την πιστωτική σου κάρτα την οποία πληρώνει ο μπαμπάς. Δουλεύεις κάποια στιγμή είναι η αλήθεια, για την εμπειρία, χωρίς να το έχεις πραγματικά ανάγκη. Από το στόμα σου βγαίνουν φράσεις όπως «αυτό τον καιρό ασχολούμαι με το χορό και την αναρχία» και «αυτή την περίοδο ζω χίπικα». Ναι, τα έχεις πει και τα 2, δεν έχω τόσο νοσηρή φαντασία. Μακάρι να είχα.

Όποτε χρειάζεται, επιστρατεύεις μια παιδική αφέλεια, ενώ όταν βλέπεις πως μπορείς σε κάποια περίπτωση να νικήσεις, δεν αρκείσαι σε αυτό αλλά κατατροπώνεις ξεδιάντροπα τον αντίπαλο. Τις σπουδές τις τελειώνεις με ένα ή δύο χρόνια καθυστέρηση, ενώ παράλληλα έχεις ανακαλύψει τα «μαλακά», το ελεύθερο κάμπινγκ και τα κοκτέηλ των 6ε σε πλαστικό σε μπαράκι του κέντρου. Παράλληλα κάθε χειμώνα ταξιδεύεις στο εξωτερικό και όταν έχεις τα «κάτω» σου κάνεις σόπινγκ θέραπι, γιατί στην τελική, δικά σου λόγια «γυναίκα είσαι». Βαριέσαι και σκέφτεσαι πως είναι καιρός να κάνεις εκείνο το μεταπτυχιακό οπότε φεύγεις για έξω. Προτιμάς Αγγλία, αλλά και το Βερολίνο η Βαρκελώνη ή το Άμστερνταμ δε σε χαλάνε. Περνάνε 3 χρόνια. Δύο το μεταπτυχιακό, ένα η πρακτική. Επιστρέφεις πίσω γιατί δε θες να ζήσεις έξω. Η ανεργία είναι στο 50% για ανθρώπους της ηλικίας σου. Ζορίζεσαι στο ψάξιμο και οι οικογενειακές διασυνδέσεις δεν αποδεικνύονται και τόσο ισχυρές, μιας και δεν μπορείς να βρεις τη δουλειά των ονείρων σου. Συνεχίζεις να βγαίνεις, να περνάς καλά και να ξανανακαλύπτεις την Αθήνα. Είσαι φιλελεύθερη, αλλά μπορεί να ψηφίζεις και κάποιο αριστερό κόμμα γιατί θες να νιώθεις πρωτοπορία. Κάνεις μια σοβαρή σχέση και πάτε διακοπές. Ενώ αράζετε στις ξαπλώστρες σας και περιμένετε τα δεύτερα κοκτέηλ διαβάζοντας τις κυριακάτικες εφημερίδες και ανεβάζοντας φωτογραφίες στο Instagram εκτυλίσσεται ο εξής διάλογος:

  • Αχ, ποιός ξέρει τι μας περιμένει από Σεπτέμβριο, νέα μέτρα και περικοπές..

Καμία απάντηση. Συνεχίζει:

  • Πάμε το βράδυ Παντελίδη, έρχεται στο Volcano Lounge Beach Bar. Έτσι μωρέ, για πλάκα, να τα κάνουμε όλα πουτάνα. Να φορέσω και κείνα τα σκουλαρίκια “resist” που πήρα από το φιλανθρωπικό Bazaar της Get a life, Voice. Πλάκα θα χει..
  • Καλά, ας πάμε, αλλά μην ξεχνάς ότι πρέπει και να περάσουμε από την Τζένη, σήμερα είναι τα εγκαίνια του installation της με τίτλο «Αληθινή κρίση, ψηφιακός κόσμος. Καπιταλισμός».

Το Σεπτέμβρη γυρνάς Αθήνα ανανεωμένη. Έχεις πάρει αποφάσεις. Ζητάς δάνειο από τον πατέρα σου, όχι κάτι τραγικό γύρω στα 100.000. Αποφασίζεις να μετοικήσεις στην επαρχία μέσα στην επόμενη διετία ( φώναζέ με Μύκονο) και να ανοίξεις τη δικιά σου επιχείρηση. Χειροποίητες κατασκευές (δε πήγαν στράφι 3 μήνες γαμήσια με κείνον τον Ολλανδό), ευφάνταστες δημιουργίες ( να είναι καλά το ιντερνέτ). Οι δημιουργίες στην πραγματικότητα αγοράζονταν μόνο από τον ευρύ είναι αλήθεια, κύκλο σου, πράγμα που σε συντηρούσε άνετα αλλά δημιουργούσε και το σχετικό ντόρο μιας και είναι εύκολο να μαντέψει κανείς το είδος του συγκεκριμένου κοσμικού κύκλου. Μια γνωστή συγγραφέας σου παίρνει συνέντευξη και πεθαίνει μόλις αυτή δημοσιεύεται. Η συγκυρία σε κάνει σταρ, απογειώνεσαι. Κερδίζεις 2-3 χρόνια φοβερής δημοσιότητας. Στο μεταξύ παντρεύεσαι. Δε θες να κάνεις παιδί ακόμα γιατί θα χαλάσεις το κορμί σου. Το συζητάς σιγά σιγά για υιοθεσία ή για παρένθετη μητέρα. Περιφρονείς τους όλο και περισσότερους φτωχούς που βλέπεις καθημερινά, άλλωστε συμμετέχεις σε τόσα φιλανθρωπικά γκαλά, είναι ανάγκη να τους τρως και στη μάπα; Δε σου περνάει από το μυαλό πως θα μπορούσες να είσαι ένας από αυτούς. Δεν έχεις υπηρέτες και ανησυχείς για τις καταθέσεις σου. Αυτό στην παρέα σου το ονομάζετε ζόρι.

Μετά από κανέναν χρόνο μαθαίνεις πως ο άντρας σου (άλλος μαλάκας κι αυτός που απλά έτυχε να μην ασχοληθώ μαζί του), σε κερατώνει με μια 20άρα. Σου λέει πως είσαι βαρετή και πως θα σε χωρίσει. Τρελαίνεσαι, νιώθεις να καταρρέεις. Μέσα στην απελπισία σου (τόσο ρηχή), κάνεις ψεύτικη απόπειρα αυτοκτονίας. Είσαι τόσο ηλίθια που παίρνεις υπερβολικά πολλά χάπια, το ασθενοφόρο αργεί και πεθαίνεις.

Είσαι 1.200 λέξεις. Κάτι παραπάνω από μια φωτογραφία. Είσαι ξανά στο σχολείο. Είσαι μια έκθεση. Ένα άλλο κορίτσι με μια τελείως διαφορετική πορεία από σένα, με παραπάνω λέξεις στην ιστορία της, πάει τουαλέτα. Σε παίρνει μαζί της. Κατουράει, σκουπίζεται απ’ το χαρτί που είναι όλη σου η ιστορία και σε πετάει στα σκουπίδια. Είσαι νεκρή. Είναι ευτυχισμένη. Καμία τύψη, είχες άπειρες ευκαιρίες.

_

Ο τροχός της τύχης
Δημήτρης Γκιούλος
Χαραμάδα, Απρίλιος 2015
88 σελ.
ISBN 978-960-9540-23-0

Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου – Δημήτρης Καλοκύρης

«Στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας οι ναυτικοί αναμασούν από κοινού την κατάστασή τους. Τη ζωή τους την αντιλαμβάνονται ως κατάρα, αλλά μια κατάρα που την αποδέχονται και την επιζητούν: δεν υπάρχει γι’ αυτούς χειρότερη δυστυχία από τη ζωή στη στεριά, την αναγκαστική αργία, την αποχώρηση που τους θάβουν ζωντανούς. Υπάρχει μια παράδοξη διαλεκτική αγάπη και μίσους, δυσπιστίας και συνοχής ανάμεσα σ’ αυτούς τους ναυτικούς και το πλοίο τους […] Περιπέτεια ξεχωριστή, εξωτική, φαντασμαγορία με χίλια πρόσωπα ποτέ ποιητική, ποτέ άσεμνη, ποτέ παραληρηματική.

Το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά

«Όσο κι αν φαίνεται τολμηρό αυτό που θα πω» γράφει ο (συνήθως ελάχιστα γενναιόδωρος) Ντίνος Χριστιανόπουλος «η ποίηση του Καββαδία έχει την ίδια πυκνότητα με την ποίηση του Καβάφη – τουλάχιστον ως προς την τέχνη. Πράγματι, από τον Καβάφη και τον Καββαδία δεν ξέρεις τί να πρωτοδιαλέξεις».

Πόσο μάλλον τι να ανθολογήσεις.

Για την ώρα ας σταθούμε σε κάτι αξιοσημείωτο: Φυλλομετρώντας τις τρεις του συλλογές, (και εννοούμε δηλαδή συνολικά 52 ποιήματα, το 1/3 της «επίσημης» παραγωγής τους Καβάφη), παρατηρείται μια διαδοχή επαναλαμβανόμενων στοιχείων στη ροή της θεματολογίας του, ένας κυματισμός που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποκαλύπτει μια δομική πτυχή της συνθετικής τεχνολογίας του. Γιατί μεταφέρονται στοιχεία από ένα ποίημα στο αμέσως επόμενο (ή έστω, σπανιότερα, στο μεθεπόμενο) ακόμα και όταν τα ποιήματα είναι τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας ή τα χωρίζει μεγάλη χρονική απόσταση σύνθεσης.

Παλινδρομική διαδικασία του ποιητή που ξεφυλλίζει τα προηγούμενα για να ξαναπιάσει το νήμα για τα επόμενα; Επιζήτηση ισορροπιών για το δέσιμο μιας ολοκληρωμένης αλληλένδετης ποιητικής; Μήπως όλο το ποιητικό του έργο είναι, τελικά έ ν α ποίημα εν προόδω και η Βάρδια (σχηματικά) ο υπομνηματισμός του; Μια τεράστια διαχρονική ρυμοτομία του υγρού ψυχισμού;

_

Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου
Ν. Καββαδίας

Εισαγωγή και ανθολόγηση Δημήτρης Καλοκύρης
Νοέμβρης 1995

Ποιήματα – Ντίνος Χριστιανόπουλος

ΔΙΧΩΣ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ

Το απόγευμα τραβήξαμε κατά το εκκλησάκι
και μου ’παιξε ακορντεόν. Ήταν ωραία,
και το λιβάδι ήσυχο, μες στη λιακάδα.
Το πρόσωπό του είχε αγλαϊστεί
από τον ήλιο και τη μουσική,
και φάνταζε τόσο αγνό, που ντράπηκα
γιατί είχα ακόμα φαντασία κι αισθήσεις.

Έτσι, Θεέ μου, σκέφτηκα, να γίνονταν
πριν από τη στιγμή εκείνη: ένα τραγούδι
να σβήνει αργά αργά στη φυσαρμόνικα
σα μια νεανική αγνότητα που φεύγει.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για τη τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Ό,τι κι αν κάνει το δοντάκι του γραμμόφωνου,
άλλο τραγούδι δεν μπορεί να τραγουδήσει∙
κι ό,τι να πούμε και μεις, όσο και να σπαράξουμε,
την ίδια επωδό θα προσθέτουμε πάντα
στο αιώνιο παράπονο.

Όμως πώς να το κρύψω, πώς να μην το πω,
που σε περίμενα κι απόψε δυόμισι ώρες,
που σε περίμενα κι απόψε μες στο κρύο,
και τα κεντράκια της πλατείας να ξεφαντώνουν,
τα κυριακάτικα ζευγάρια να χορεύουν,
διαρκώς ν’ αδειάζουν τ’ αυτοκίνητα παρέες,
και μόνο εγώ να στέκω ολομόναχος,
εγώ – κι ένα ποντίκι ψόφιο μες στο δρόμο.

Πώς να το κρύψω, πώς να μην το πω,
με πόση πίκρα γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι,
με πόσο παίδεμα, με τι καημό,
αυτοί οι στίχοι που επιπόλαια τους βρίσκετε
συνηθισμένη επωδό στο αιώνιο παράπονο.

_

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004
Τέταρτη έκδοση

Η σκάλα δίπλα στη θάλασσα, Γιάννης Σγουρούδης

Οι ευχές του πάθους

Ακούστε
Είναι τέτοια η δομή του ανθρώπου
Που εις γνώσιν του πληγώνει

Και εις γνώσιν του σταυρώνει

Και η εκδίκηση που λάμπει στα μάτια του πληγωμένου
Ερωτεύσιμη μέχρι την τελευταία σταγόνα

Διαβάζοντας λοιπόν τα συναισθήματα του Γιάννη, το μικρόκοσμο που έχει φτιάξει, φαίνεται να διαρρέει μια αόρατη δύναμη. Η δύναμή του, είναι η δίψα για ζωή.  Να φτάσει δηλαδή σε μία εικόνα όπως την έχει φανταστεί ο ίδιος. Σίγουρα, σε αυτόν τον προορισμό, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ακούγεται μία φωνή, μία γυναικεία φωνή. Θέλει λοιπόν να μας πιάσει από το χέρι, και να τον ακολουθήσουμε σε αυτά που βαθιά έχει μέσα του. Να τον ακολουθήσουμε λοιπόν σε ένα χορό που έχει δώδεκα βήματα. Και σε έναν χώρο που μπορεί να είναι ουτοπικός, ή απλά να είναι ένας κήπος που βρίσκεται λίγο πιο δίπλα μας· και δεν τον έχουμε δει…

Πριν όμως ανέφερα, για κάποια γυναικεία φωνή. Σε όλο το ταξίδι του, συνεπιβάτης ανάμεσα ορατού και αόρατου κόσμου υπάρχει μία μορφή. Εκείνη η μορφή, που επί της ουσίας, είναι η κινητήριος δύναμή του, αλλά και η κινητήριος δύναμη της δίψας του, για ζωή. Δεν ξέρω αν ο Γιάννης έφτασε ποτέ στην ουτοπία του, ή στον κήπο του, ή στη σκάλα, ή αν ακούμπησε έστω και λίγο τα πόδια του στη θάλασσα. Περπάτησε όμως δίπλα από όλα αυτά, και τουλάχιστον -σε σχέση με τους περισσότερους- εκείνος, γεύτηκε την αμηχανία του έρωτα.

Γιώργος Ιατρίδης
Βιβλιοθήκη Βολανάκη, Αθήνα
24.1.2016, Κυριακή

_

“Η σκάλα δίπλα στη θάλασσα”, Γιάννης Σγουρούδης
Εκδόσεις Θράκα
Ποίηση

Φωτογραφία (cover): Eleftheria Anthi

Από την παρουσίαση του Γιάννη Σ.

Από αριστερά: Γιώργος Ιατρίδης, Δήμητρα-Βασιλεία Κοκκόρη, Φένια Χρήστου, Γιάννης Σγουρούδης

Τα ποιήματα Β’ – Νίκος Καρούζος

Η ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΦΑΣΗ ΣΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Σας φωνάζω σήμερα μέσα απ’ το θάνατο μισοξύπνητος
το εγώ σχηματίζει τους τρομερούς μου αποχαιρετισμούς
στην ουσία η μετακίνηση είναι αδύνατη. Μονομανία.
Η αλχημεία μου δε θά βρει επιστημονική διέξοδο
ισοβίτης είμαι στα πανοράματα χρωματιστά της σκοτοδίνης
καινός και πλήρης από λήθαργο βλακείας.
Μήπως είμαι κρίκος; εμφάνεια σερνάμενη στο αόρατο;
πλεμόνια δίχως κυψελίδες ή ίσως εγκόλπωση;
Χρειαζούμενα στην αιθρία τα ερωτηματικά διαλάμποντας
δαρβινικά γιαπωνέζικα ιρακινά αφρικάνικα
η αναλγησία μου κερδίζει έδαφος κι αυτό είναι θαυμάσιο
πρέπει να καταστρέφουμε
προπάντων τον εαυτό μας
έρμαιο και κατά διαστήματα εξανεμισμένο από Δέκα
ώσπου να γίνει μάνα-γη να γίνει χώμα.
Μήπως είμαι βαρόμετρο; δύσβατη περιοχή; καταστάλαγμα;
Είμαι απλώς ένας ακοινώνητος.

ΠΕΡΣΙ Ή ΠΡΟΠΕΡΣΙ;

Κατάγιαλα βρισκόμουνα κι ανάσαινα την αύρα της θαλάσσης
il pleuvait sans cesse sur Beste – θυμήσου το Μπάρμπαρα
το πιάνο είχε καταχνιάσει σε χιλιετίες τείνοντας προς εμένα
δύσκολα φεύγουμε απ’ το μεσίστιο Ίσως
τι φταίω όμως εγώ που λιμνάζει στα πέρατα η θνησιμότητα
ηλιοφάνεια σου αφηγούμαι τράβα στο τηλέφωνο μηδέν
για ν’ ακούσω
οπότε εβγήκα γρήγορα στο προαύλιο έξω να μαζέψω τις καρέκλες
και χούγιαξα τον ουρανόφυτο Θεό σας με σεισμογόνα μουσική μου
σε διαστάσεις τρομαχτικής σημειογραφίας που μόνη της έφθινε
ήτανε δυστυχείς φιλόλογοι και άλλοι ολιγοφρενείς επαγγελματίες
τα τιμάρια-γυναικάρια συνερίζονταν κι ανάστρεφαν επιθέσεις
κανένας δε θα μπορέσει να θωρακίσει τους φυτοφάγους ελέφαντες
δεν ξέρω πια τι μου επιφυλάσσεται τύπτω γωνίες κάθετες και
διδάσκω
θεραπείες από μνήμης.

ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΚΑΥΣΩΝΑ

Τείνουμε ολοένα σε βεβαιότητες διαφέροντας απ’ τα ζώα
ως προς τη ζωωδία μας μονάχα.
Για συγκόλλησε την ανάπνια σου με το αντικείμενο
που τουρτουρίζει tat
είν’ η αμφίνοια στον ήλιο λάμπουσα τα κόπρανα της μαύρης αίγας
από μέσα tat απ’ έξω tat τα συνηχούμενα δίχα
σε χορογραφία της γλώσσας
εγκυμονώντας ή εκτιτρώσκοντας
μαραζωμένες φωτιές από φώκιας ασπράδι
τη νύχτα καρβουνοζωή με ζου γαμψόνυχο λένε οι Λάπωνες
τη νύχτα κλάνει το νερό στις υπναλέες βρύσες
το σύμπαν είναι ξεκάθαρα γλωσσικό – η συμφορά μας –
ανοίχτε
εγώ μυήθηκα για παγόβουνο
tat –

nikoskarouzos2

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΔΟΜΥΧΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ

Σ’ ακούω είσαι μουσική
μα όμως ποιος μπορεί ν’ ακούει
την ακοή;
Τι ναν την κάνεις τόση μουσική με δίχως κρέατα
δίχως τα σάβανά της τα σμαράγδινα
και δίχως
τα βυσσινιά φτερούγια στα ογλήγορα
γερατειά των αεικίνητων εντόμων…
Ένας υπέροχος τραγουδιστής όπως το ξέρεις
εν’ η ωμότητα η πιο βαμμένη λάμψη
και το μεγάλο κινητό φαράγγι της φάλαινας
ανάμεσα στην έριδα στο χημικό γαλάζιο
– μην το φωνάξεις τώρα, όλοι το γνωρίζουμε
οπού ο έρωτας την έχει σκυλοκουβαλήσει
σκαλίζοντας με το νύχι του το άσπονδο ολόγυρα
σκοτάδι.
Κι ο ποιητής τι κάνει – θα μου πεις…
Αυτός κοιτάζει
να στερέψει τις πηγές της τρέλας.

ΠΩΣ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ

Σύγνεφα ξεκουτιάρικα διασημότητες της αιθρίας
κάθομαι σ’ ένα βραχάκι σάς απολαμβάνω
δεν έχετε προβλήματα τη λύση την κρατεί γαλήνιος
ο ρακένδυτος προλετάριος
ο φυσικός νόμος
τηλέφωνα δεν ξέρετε την αγάπη
στα άκρα την ξετυλίγετε
τυχάρπαστα δεδομένα σύμβολα της θλίψεως.
Δεν έχω μια δεκάρα στην τσέπη μου κι όμως αγάλλομαι
στη δοξασμένη σας νηπιότητα
ο τιμάριθμος εδώ σε μας ανεβαίνει μα εσάς τί σας νοιάζει
που βροχθίζετε ολοένα το γαλάζιο τ’ ουρανού
μ’ ένα σερνάμενο γεγονός από καραμέλα
θύματα στιγμιαία στα οξύρρυγχα μεγάλα δευτερόλεπτα…
Είμαι κι εγώ ωσάν εσάς τρεχάμενος: επειγόμενη ύλη
μα όχι δεν το ξαναστοχάζομαι
γαϊδούρια μαθουσάλες μού φαινόσαστε βρε άτιμα σύγνεφα
σας ικετεύω μια ματιά σε μένα οπού μάτωσα
την κίνηση συζευχτήκατε λησμονώντας τη δυστυχία μου
προς την πλήρη διάλυση πορευόμενα.

ΦΘΟΡΙΟ ΓΙΑ ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΩΜΑΤΑ

Δωδεκάμισι-μεσημέρι.
Θα σκοτώσουμε κροκόδειλους
με τριανταοχτάρια.
Το αίμα τους θα ανακράξει ύψος
αφρικάνικο.
Δεν είναι βλοσυρός αυτός
ο χειμώνας.

Φόβος κανένας – Γιάννης Φαρσάρης

Ξενοδοχείο: “Φόβος κανένας”

Ένα ξενοδοχείο με 29 δωμάτια. Το ξενοδοχείο λέγεται “Φόβος κανένας”. Παρ’ όλα αυτά, όλοι οι κάτοικοι του ξενοδοχείου φοβούνται, φοβούνται πολύ. Φοβούνται για τις οικογενειακές τους σχέσεις που πάνε κατά διαόλου, για τα συναισθήματά τους που είναι τρυπημένα και γενικά για τη ζωή τους που βρίσκεται στο περιθώριο. 29 δωμάτια στη μέση του πουθενά με ζωγραφισμένα παράθυρα. 29 μικροαστικά δωμάτια με ανθρώπους που αδικήθηκαν, αλλά και αδίκησαν τη ζωή. 29 δωμάτια όπου οι ενοικιαστές γεύονται το φαγητό από το πάτωμα, και τα αισθήματα από ορούς. 29 δωμάτια, ούτε καν 30. 29 δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο, όπου οι χαρακτήρες έχουν κάνει συμφωνία μεταξύ τους να μην μιλάνε, να μην γελάνε και γενικά να παραμένουν αρραγής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα γράμματα, καταλαβαίνεις μια όμορφη αντίθεση να διαρρέει τις σελίδες. Από την μία η μέθοδος της αυτοέκδοσης, όπου η διαδικασία ήταν μέσω συλλογικής χρηματοδότησης, και από την άλλη η διαδικασία γραφής και κατ’ επέκταση η θεματολογία. Θεωρώ πως ο “Φόβος κανένας” του Γιάννη Φαρσάρη είναι ύμνος στη μοναξιά, στο ασυνείδητο, αλλά και στην απώλεια. Υπάρχει πολύ δυστυχία εκεί έξω, και το συγκεκριμένο ξενοδοχείο δεν απέχει πολύ από το σπίτι μας. Το μόνο σίγουρο είναι, πως έχουμε υπάρξει μύστες αυτών των θεαμάτων, αλλά και ένοικοι της ίδιας μας της ζωής.

Ας σπεύσουμε να διαβάσουμε κάτι που -ίσως- θα αφυπνίσει τις χαλαρές αισθήσεις μας. Και παράλληλα να αφηγηθούμε στον εαυτό μας πως εκεί έξω υπάρχει στοργή.

_

Μπορείς να διαβάσεις ελεύθερα το συγκεκριμένο βιβλίο από εδώ.
>> www.openbook.gr/2015/11/fovos-kanenas.html

Τα σχόλια του Τρίτου – Μάνος Χατζιδάκις

Ο ΛΑΧΕΙΟΠΩΛΗΣ Τ΄ΟΥΡΑΝΟΥ

…Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Βάση ρευστή για δημιουργία. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θά ΄ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό – που λεν – ή το κακό. Σπατάλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί.
Το λεω για να τ΄ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ΄ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ΄ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί.
Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού.

_

Τα σχόλια του τρίτου, Μάνος Χατζιδάκις
209 σελ.
ISBN 978-960-256-196-6

Η τέλεια ζωή του Γουίλιαμ Σίντις – Μόρτεν Μπρασκ

Σιωπή. Η σιωπή απλώνεται στα πρόσωπα των καθηγητών. Δε σαλεύουν, δεν αναπνέουν, η αίθουσα η ίδια δεν αναπνέει· κάθονται τυλιγμένοι στη σιωπή τους και παρατηρούν τον Γουίλιαμ. Ο Γουίλιαμ είναι μόνος του, ξέρεις πως αυτή τη στιγμή είναι τόσο μόνος του, που κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Ούτε ο πατέρας του, ούτε ο Ντίξον, ούτε ο καθηγητής Τζέιμς. Κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει αυτή τη στιγμή που στέκεται και αιωρείται μπροστά στη σιωπή της αίθουσας. Είναι μόνος του, και μονάχα ο εαυτός του μπορεί να τον βοηθήσει· είναι μόνος του με το μαύρο παντελονάκι του, μόνος του με τη χαρωπή φωνή του.

«Τι είναι η τέταρτη διάσταση;» λέει ο Γουίλιαμ. «Μπορούμε να μιλήσουμε καν για μια τέταρτη διάσταση όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε έγκλειστοι στις τρεις ευκλείδειες διαστάσεις στις οποίες ζούμε; Πως μπορούμε να την ορίσουμε από αυτή την περιορισμένη από άποψη διαστάσεων οπτική γωνία;»

Σαρώνει με το βλέμμα του το ακροατήριο της αίθουσας Κόναντ· κάθονται σιωπηλοί ακούγοντας, στραμμένοι σε όλες τις σειρές προς το μέρος του, κι αυτός αντικρίζει τον εαυτοί του στα μάτια τους, ένα αγοράκι σε ένα βήμα, χωρίς κείμενο, χωρίς σημειώσεις, ένα αγοράκι που στέκεται πάνω σε ένα κασόνι στο βήμα του ομιλητή, με την παιδική φωνή του, και μιλάει σε μια συγκέντρωση των πιο λαμπρών επιστημόνων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

_

Η τέλεια ζωή του Γουίλιαμ Σίντις – Μόρτεν Μπρασκ
Η άγνωστη ιστορία του ανθρώπου με το υψηλότερο IQ: Μυθιστόρημα
Κέδρος, 2012
ISBN 978-960-04-4337-0

Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον – Δημήτρης Σωτάκης

Εμείς δεν ήμασταν έτσι· ήμασταν παιδιά, δυο ανόητες υπάρξεις γεμάτες ερωτηματικά και τρόμο για όσα συνέβαιναν γύρω τους. Και ό,τι κάναμε το κάναμε γιατί απ’ αυτό τι υλικό ήμασταν φτιαγμένοι: απ’ το εύθραυστο υλικό που φτιάχνονται τα έμβρυα –γιατί ποιος λογικός άνθρωπος δε βλέπει ότι ποτέ δεν αποκοπήκαμε από τον ομφάλιο λώρο μας, από μια πληγωμένη μήτρα που ψυχορραγούσε καθώς πάσχιζε να μας ξεράσει σε τούτο τον κόσμο; Ο Μάικλ είχε δίκαιο. Όσο και να πασχίζουμε να φέρουμε τη ζωή στα μέτρα μας, αυτή μας ξεπερνάει, μας αφήνει να αποκοιμηθούμε εξοντωμένοι από την κούραση και την απελπισία της μέρας. Εκεί που νομίσαμε ότι την καταφέραμε να μας κάνει ένα χατίρι, εκείνη ξεγλιστράει μέσα απ’ τα χέρια μας σαν πόρνη τελευταίας κατηγορίας. Ερωτευτήκαμε ένα πληγωμένο αιδοίο· και αυτό θα μας γιουχάρει, θα μας χλευάζει αιώνια. Την πατήσαμε σαν πρωτάρηδες: πέσαμε στα γόνατα μιας ζωής που μας υποσχέθηκε λίγη ζάχαρη στα χείλη.

_

σελ. 240-241
Δημήτρης Σωτάκης – Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον
Εκδόσεις Κέδρος, 2014