Πλαστική άνοιξη – Στέργια Κάββαλου + ένα podcast

Η “πλαστική άνοιξη” κινείται στο υπερρεαλιστικό φάσμα με άνεση, αποδίδοντας εικόνες από μνήμες του παρελθόντος με μια νέα οπτική που καλείται να αποτινάξει την προυπάρχουσα φρίκη και τον σκιώδη τρόμο του είναι, με σκοπό να τονώσει την ελπίδα και την προοπτική υλοποίησης του ονείρου. Ο ρυθμός γρήγορος, σταράτος, ο στίχος αιωρείται άνετα ανάμεσα στο διφορούμενο και την πρόθεση, ο λόγος σίγουρος και άνετος με πινελιές ειρωνίας και προσδοκούμενης τέρψης. Πιο κάτω μπορείς να διαβάσεις δύο ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Στέργιας Κάββαλου.

12 εβδομάδων

κλωτσάς την κοιλιά μου,
μαζεύω το τρεχούμενο αίμα με τις παλάμες.
ζωντανό.
(σου) κλείνω το μάτι και ξέρω
πως τα δόντια μας δεν θα είναι πια μεταξένια.
τουλάχιστον μέχρι η μυρωδιά της Μήδειας πάψει
να κολλάει στους διαδρόμους.
θα πάψει;

υπάρχοντα

δυο αγχόνες έχω για ποδαράκια
ένα μπουκάλι ούρων για φυλαχτό
τρεις σταγόνες αίμα στο μαξιλάρι μου.

όταν παίρνω λίγη φόρα
καθαρίζω τις γραμμές από τα ημερολόγια
και μεγαλώνω τη ζωή.

στα δάχτυλά μου μετράω ήδη πέντε αιωνιότητες.

_

Στέργια Κάββαλου, Πλαστική άνοιξη
Εκάτη 2013
ISBN: 978-960-408-164-6
photo: Γιώργος Ιατρίδης

Επιπλέον, την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου κάναμε μια εκπομπή μαζί με την Στέργια Κ.  στα studio του CR radio. Όπου και η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από την ταράτσα του σταθμού.
Μπορείς να  ακούσεις την εκπομπή από εδώ.

“bonus track” @ CR radio καλεσμένη η Στέργια Κάββαλου by Giorgos Iatridis on Mixcloud

Καταπαχτή – Γιώργος Ιωάννου

ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ τόσο θέλεις να τριγυρνάς και να βλέπεις και όσο τριγυρνάς τόσο η δίψα σου γίνεται εντονότερη. Οι μυστικές ομορφιές των πραγμάτων, οι μη προσεγμένες από τους άλλους, το νόημα και η γοητεία των φυσικών φαινομένων, που τόσο εκνεύριζαν ίσως κάποτε, οι φυσιογνωμίες, τα λόγια, οι τρόποι των άλλων, πολύ διαφορετικά καταταγμένων για σένα άλλοτε, σου προξενούν κάποια διαφορετική στιγμή μια ανεπαίσθητη έξαψη τρυφερότητας, που έμαθες πια να την πλάθεις, να τη ζυμώνεις με την υπόλοιπη ουσία σου, παρατείνοντας έτσι την επενέργεια της αρκετά περισσότερο.

Είσαι σε πολλά ένας θεατής της ζωής. Προσωρινός θεατής, βέβαια. Αργότερα θα μετάσχεις πάλι. Τώρα, σε πνίγουνε οι δουλειές, οι υποχρεώσεις∙ είπες πολλά «ναι» και πολλά «εντάξει» και πρέπει να αποδειχτείς παλικάρι. Θα κλειδωθείς, θα αμπαρωθείς, θα κόψεις τον ύπνο σου και τους έρωτες σου, δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά στους ανθρώπους που έδωσες την καρδιά σου πρέπει να βγεις ικανός και όχι κάλπης. Πόσο θα πάει αυτό; ένα, δύο, τρία χρόνια ακόμη; Κάτι τέτοιο ίσως. Μετά θα ξελασκάρεις και θα αρχίσεις να ξαναζείς. Τώρα όμως μην μπλέκεσαι με τη ζωή, κοίταζε την μονάχα, παρατήρα την βαθιά και περπάτα την, για να κινείσαι κιόλας λιγάκι, γιατί στην ηλικία σου –και σε κάθε ηλικία εδώ που τα λέμε- η καθιστική ζωή πολύ βλάφτει.

[…]

Μόνο όταν ακούς τη βροχή, τη σιγανή βροχή κυρίως, μα τώρα πια και τη δυνατή, ντύνεσαι και βγαίνεις, για να βραχείς, να σταθείς εδώ κι εκεί, να σταθείς κοντά στους ανθρώπους σου, εκεί στους χώρους των ραντεβού, όπου καρτερούν τα πλέον επίλεκτα πλάσματα, και που δεν έχει βρεθεί ακόμα ο τρόπος να σε απαγορεύσουν να τα βλέπεις, εκεί κάτω από τα στέγαστρα που θορυβούν γλυκά, κοιτάζοντας μια με τα μάτια τα δικά τους και μια με τα μάτια τα δικά σου και συμμαζεύοντας εσύ ό,τι αυτοί απορρίπτουν και ξεχνώντας τα σχέδια σου τ’ ανοικονόμητα και ξαναρχίζοντας σχέδια ζωής, για παρέες, συζητήσεις, νέο πλάσιμο.

Και με το σταμάτημα να ξαναπαίρνεις το δρόμο για το σπίτι σου, που καρτερεί διευθετημένο. Και μέσα σου, αυτό που αγαπάς να πλάθεις, να επαναλαμβάνει ψιθυριστά: «Έτσι θα ‘ναι και τότε… Έτσι θα ‘ναι και τότε, όταν εσύ θα ‘σαι κουκουλωμένος για πάντα».

_

Από την συλλογή διηγημάτων Καταπαχτή, του Γιώργου Ιωάννου. Τίτλος του εν λόγω αποσπάσματος (οι δύο πρώτες και οι δύο τελευταίες παράγραφοι) Έτσι θα ‘ναι και τότε…, εκδόσεις «Γνώση», 1982.

Δακρυγόνο – Δήμητρα-Βασιλεία Κοκκόρη

Ξύλινο πάτωμα

Αυτή η σιωπή με ταράζει.
Γεννά απόκοσμους ήχους, κάποιας απεγνωσμένης ησυχίας,
στο μυαλό μου, που παλεύει να ακουστεί
και να απλωθεί στο χώρο που πατώ με τις μύτες των ποδιών μου,
να μην τρίξει αυτό το πάτωμα,
στο μελαγχολικό ρυθμό κάθε ρωγμής που χάραξαν στο ξύλο τα βήματά σου.
Παλεύω να στοιχίζω τα πόδια μου
στο ίδιο μήκος του απέραντου πλάτους της πιθανής σου
παρουσίας
– και να που μια ρωγμή,
φτάνει να τρίξει πιο δυνατά την απουσία σου.


Μανία

Ξεφυλλίζω περιοδικά,
διαβάζω άρθρα
και ακούω τραγούδια από ξεχασμένους δίσκους.
Το τσιγάρο που έσβησα,
το άναψα ξανά και ξανά.
Προσπαθώ να θυμηθώ,
όμως μπερδεύομαι.
Δε θυμάμαι εάν ήσουν πριν ή μετά το χάος.
Ή αν τελικά, εσύ ήσουν το χάος.
Διάβασα όλα τα ποιήματα που σου έχω γράψει
και όμως δε βρήκα κανένα να μιλάει για ‘σένα.
Αυτά μιλούν για απουσία.
Η παρουσία σου, που πήγε;

Δακρυγόνο

Κάπως έτσι, σα δακρυγόνο η μορφή σου
απλώθηκε μπροστά μου.
Και ο χρόνος, σταμάτησε εκεί.
Άλλαξα διάσταση, σώμα και ψυχή.
Φόρεσα τα φτερά μου από καπνό
και την ατσαλένια πανοπλία μου.
Έτοιμη! – Σου φώναξε δειλά η ψυχή μου.
Έτοιμη!
Ή να πετάξω, ή να πέσω αμαχητί.
Με μάτια κόκκινα και σφιγμένα δόντια,
γυμνή από όνειρα, μα πλημυρισμένη από αισθήματα,
να βουλιάζω στον απύθμενο γκρεμό,
που πάντα,
κάπου εκεί μέσα, έχανα το βλέμμα σου.
Στο ίδιο θολό σκηνικό, κάτω από τα ίδια αστέρια,
εσύ ακόμα πρωταγωνιστής,
μα εγώ τώρα πια, θεατής.
Να μαζεύω αντοχές και να συγκρίνω αγγίγματα.
Μη μου χαμογελάς, δε σε πιστεύω πια.
Πού μ’ αφήνεις; Πού πας;
Θα ρωτάω πάντα,
σαν ένας σύγχρονος Ελύτης,
στο μονόγραμμα της αρχής αυτού του τέλους.
Εσύ θα κρύβεσαι εκεί
και εγώ θα χάνομαι εδώ.
Να λύνω τους γρίφους σου, και να δένομαι
με μια φωτογραφία.
Και η μορφή σου, στο μυαλό μου,
σα δακρυγόνο ξανά, στον αέρα μου.
Μη! Σου είπα.
Μη μου χαμογελάς.
Φοβάμαι μην κλάψω,
και ξεθωριάσεις.

__________
Δήμητρα-Βασιλεία Κοκκόρη, Δακρυγόνο
Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, Μάρτιος 2014
Φωτογραφίες: Γιώργος Ιατρίδης
http://www.ianos.gr/dakrigono.html | Η σελίδα του βιβλίου στο Facebook

Οι κεραίες της εποχής μου ΙΙ – Ανταίος Χρυσοστομίδης

Α.Χ.: Μπορεί σήμερα η λογοτεχνία να επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση όπως η τηλεόραση; Είναι εξίσου έντονη η επιρροή της λογοτεχνίας σήμερα στους νέους ή στους λιγότερο νέους;

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο από ένα βιβλίο. Μπορείς να το πάρεις στα χέρια σου και να περιχαρακωθείς σε αυτό. Ακολουθείς γραμμή τη γραμμή, σελίδα τη σελίδα, τον συγγραφέα σε ένα ταξίδι. Για εμένα δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό. Η αίσθηση ότι ξεγλιστράς από τη ζωή σου με ένα βιβλίο για να γευθείς μιαν άλλη, προφέρει μια εγγύηση συνέχειας. Τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει διότι προσφέρει απίστευτη ευχαρίστηση. Τα παιδιά μου, που διαθέτουν κάθε τεχνολογικό μέσο, διαβάζουν κάθε βράδυ. Ο γιος μου διαβάζει επιστημονική φαντασία και πραγματικά λατρεύει την απλή ανθρώπινη συνθήκη της ανάγνωσης ενός βιβλίου.

Α.Χ.: Γιατί γράφετε λοιπόν βιβλία; Φαντάζομαι όχι μόνο επειδή αυτό διαλέξατε ως επάγγελμα. Γνωρίζω συγγραφείς που λένε ότι γράφουν από ευδαιμονία. Ή κάποιους που πιστεύουν στη θετική επιρροή της λογοτεχνίας. Εσείς γιατί γράφετε;

Είναι κάπως σαν να προσεγγίζεις μια καβαφική πόλη. Διαισθάνεσαι κάτι στον ορίζοντα, μια χώρα και θέλεις να την κατακτήσεις. Η έντονη επιθυμία να πας εκεί και να είσαι παρών, χωρίς να φύγεις από το δωμάτιό σου. Η μυρωδιά ενός βιβλίου. Έπειτα από τριάντα χρόνια συγγραφής, είναι η μόνη σταθερή μυρωδιά που ξέρω. Γι’ αυτό συνεχίζεις και γι΄αυτό πάντα ξεκινάς. Κάθε βιβλίο είναι για μένα η επαγγελία μιας νέας χώρας και η εποίκησή της. Όπως επίσης το αίσθημα που είχα νέος. Όταν σηκώνεσαι το πρωί, και το βράδυ υπάρχει κάτι που πριν δεν υπήρχε. Θέε μου, αυτό θα έκανε τον οποιονδήποτε να συνεχίσει να γράφει.

oi_kerees_tis_epochis_mou

Η παραπάνω συνέντευξη ανήκει στον Σεμπάστιαν Μπάρυ.
Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου ΙΙ
Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

Τα βιβλία που διάβασα το 2013

Σίγουρα δεν ήταν από τις πιο αναγνωστικές μου χρονιές το 2013. Ο λόγος απλός, στρατιωτική θητεία. Αφού τους 8 και κάτι πρώτους μήνες του έτους τους έφαγα στην Ορεστιάδα. Παρ’ όλα αυτά, σε εν ώρα υπηρεσίας, στον ελεύθερο χρόνο και στα “υπερατλαντικά” ταξίδια που έκανα για να φτάσω στην άλλη άκρη της Ελλάδας διάβαζα!

Υπήρξαν δύο χρονικές περιόδοι που έκανα να γυρίσω σπίτι πάνω από 2 μήνες, έτσι πήρα μαζί μου αρκετά βιβλία, μη τύχω και ξεμείνω, και τελικά δικαιώθηκα. Οι συνθήκες του στρατού δεν ήταν οι καλύτερες μιας και η θερμοκρασία εκεί πάνω έφτασε τους -8. Οπότε έπρεπε να βρω ένα μέσω να με θεραπεύει από την παγωνιά· και αυτό ήταν το βιβλίο!

Δεν άργησα να γράψω στην αναζήτηση του κινητού μου «Δημοτική Βιβλιοθήκη Ορεστιάδας». Γράφτηκα αμέσως και από εκεί δανείστηκα 2-3 βιβλία. Μια μικρή όαση σε ένα κατά τα άλλα μέρος με δεκάδες καφετέριες, internet café και στεγνοκαθαριστήρια. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε η παρακάτω λίστα!

Με μια λέξη ξεχωρίζω την δυνατή γραφή του Κάφκα, φυσικά τον αγαπημένο μου όλων Καζαντζάκη, και τέλος το βιβλίο που μου δάνεισε μια φίλη για να περνάω τις δύσκολες ώρες εκεί πάνω, το Χαμογέλα ρε!

Η πουπουλένια εξομολόγηση – Νάνος Βαλαωρίτης

ΟΜΙΚΡΟΝ

Και ξαφνικά ο άνθρωπος που μου μιλούσε έγινε
ένα μυρμήγκι μπαίνοντας σε μυρμηγκοφωλιά
πολύ μελάνι έτρεξε άφθονο σαν Νιαγάρας
ποιήματα ξαναγράφτηκαν με άμμο από τη θάλασσα
φιλιά ταχυδρομήθηκαν μες στα κουτιά τ’ ανέμου
ο χρόνος ο πραγματευτής μπροστά σε κάθε πόρτα
το βλέπουν και το βλέπεσθαι αφέθηκαν ελεύθερα
να κάνουν ό,τι θέλουνε μες των ματιών τον κήπο
πολλές ιδέες σπουργίτεψαν πάνω στα κυπαρίσσια
και στην παλάμη ενός χεριού πηγούνι ακουμπισμένο
δυο μάτια σαν τον ουρανό γαλάζια που ονειρεύονταν.

Στο μεταξύ κι άλλα πολλά παράξενα συνέβηκαν
ο εκτροχιασμός μιας αίσθησης απάνω σ’ ένα νεύρο
της ακοής το γλίστρημα σ’ ένα σπασμένο κύτταρο
οι φράσεις οι μαρμάρινες τα στρογγυλά τραπέζια
κοντά σ’ αυτιού το διάβολο της ρητορείας τα βότσαλα
αισθήματα ακαθόριστα που κολυμπούν γύρω μου
μάτια που κάνουν το κουτό να μη με πολυβλέπουνε
μάτια σχεδόν ατέλειωτα που με κοιτάζουν άφοβα
μάτια που είδαν πράματα που πουθενά δε φαίνονται
του σπαραγμού του γδικιωμού του σκοτωμού τα μάτια
μάτια μεγάλης μοναξιάς που όλο μετράνε πρόβατα
που εισχωρούν κοιτάζοντας βαθιά υγρά υδάτινα
μέσα στον κόλπο μιας στεριάς που ξύπναγε γυναίκα.

 __________
σελ. 72
Απόσπασμα από το ποίημα “ΟΜΙΚΡΟΝ”
Η πουπουλένια εξομολόγηση
Εκδσόσεις ΙΚΑΡΟΣ
biblionet

Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι – Δημήτρης Σωτάκης

«Παρ’ όλα αυτά, είμαι σίγουρος ότι και εμείς κατά βάθος είμαστε έντομα, δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε από το να σέρνουμε τα σώματά μας σε δυο τετραγωνικά μέτρα, μέχρι να αφήσουμε μια μέρα το κουφάρι μας σε μια γωνιά, άψυχο και παγωμένο. Μαζευόμαστε όλοι μαζί και γλείφουμε τις πληγές μας, μην μπορώντας λεπτό να μείνουμε μόνοι, θεατές της μικρότητας και της μοναξιάς που θα φέρει στην ψυχή μας η αποξένωση και η αιώνια ησυχία. Βολευόμαστε πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο, ικανοποιημένοι που κάποιος κοιμάται τις νύχτες στο πλευρό μας και σχεδόν ευτυχισμένοι που το επόμενο πρωί βρίσκεται ακόμα εκεί, ονειρευόμαστε την αιώνια λιακάδα. Ζούμε μια λαμπερή ευτυχία πνιγμένη στις αγκαλιές και τα γέλια σαν παιδιά που προσμένουν το καλοκαίρι που δεν έρχεται ποτέ. Η αναμονή όμως είναι τόσο γλυκιά, που μας αποζημιώνει, μέχρι να ξεχάσουμε και το καλοκαίρι και το όνειρο, ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Είμαστε χωρίς αμφιβολία έντομα, με μυτερές μύτες και εξογκωμένα μάτια, μαζεμένοι όλοι κατά χιλιάδες σε σπίτια που δεν μας ανήκουν, περιμένοντας να ανοίξει η πόρτα, μήπως και λυτρωθούμε απ’ την κατάρα ότι παραμένουμε βλαβεροί και άχρηστοι, με την ελπίδα να ξεφύγουμε από το ανθρωποκτόνο που παραμονεύει στην άλλη άκρη του δρόμου.»

 __________
σελ.186
Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι
Δημήτρης Σωτάκης

Εκδόσεις Κέδρος, 2007

Οι κεραίες της εποχής μου – Ανταίος Χρυσοστομίδης

«Παρά το γεγονός ότι σήμερα οι νέοι συγγραφείς δεν πιστεύουν στην στρατευμένη λογοτεχνία, μολονότι θεωρούν ξεπερασμένο να πιστεύεις κανείς ότι μπορείς να αλλάξεις την Ιστορία με ένα βιβλίο και θεωρούν ότι η λογοτεχνία πρέπει να είναι μόνο ψυχαγωγία, εγώ εξακολουθώ να έχω διαφορετική άποψη. Η λογοτεχνία είναι κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία. Όσοι έχουμε μολυνθεί από το μικρόβιο της καλής λογοτεχνίας, ανακαλύπτουμε ότι μπορούμε και απολαμβάνουμε καλύτερα μια σειρά από πράγματα. Πιστεύω ότι αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία. Όχι ότι ένα ποίημα θα προκαλέσει επανάσταση: όχι, τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι. Όμως είμαι απόλυτα πεισμένος ότι η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στο τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση απέναντι στον κόσμο, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από τον αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν την λογοτεχνία. Είναι καχύποπτοι απέναντί της, κι έχουν απόλυτο δίκαιο.
Από την άλλη, η κακή λογοτεχνία μπορεί να σου προσφέρει ένα είδος ψευδαίσθησης, αυτή όμως η ψευδαίσθηση δεν οδηγεί πουθενά. Αντίθετα, είναι μια ψευδαίσθηση που διαστρεβλώνει την αλήθεια των πραγμάτων. Αντί να κάνει πλουσιότερη την ευαισθησία σου, μπορεί να την καταστρέψει ολοκληρωτικά. Αν διαβάζεις ανοησίες, κι αυτές αποτελούν τη μόνη πνευματική τροφή, πιθανότατα θα γίνεις κι εσύ ανόητος. Αν όμως θέλεις να αναπτύξεις τη σκέψη σου, τις γνώμες σου, την ικανότητα να επικοινωνείς, χρειάζεται το όπλο της γλώσσας, την καλή γνώση της γλώσσας. Κι αυτή τη γνώση, σου την προσφέρει μόνο η καλή λογοτεχνία…»

 __________
Το παραπάνω κείμενο ανήκει στον Μάριο Βάργκας Λιόσα.
Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου
Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012
http://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-5492-8

Ποιήματα εν όλω – Κ. Π. Καβάφης

Μιας και η Αθήνα έχει γεμίσει με στιχάκια από τον Καβάφη, είπα και εγώ να αναρτήσω 3 ποιήματα του από την πολύ ωραία ποιητική συλλογή που έχουν φτιάξει οι “Μοντέρνοι καιροί”.  Διαβάστε & έπειτα διαδώστε την ποίηση όσο μπορείτε, έτσι κι αλλιώς είναι το καταφύγιο που φθονούμε…

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

[1899]

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[1913]

ΗΔΟΝΗ

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.

[1917]

 __________
ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ | 
ΣΕΙΡΑ: Λογοτεχνική λέσχη | Κ.Π ΚΑΒΑΦΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ | ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΝ ΟΛΩ | ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2006

Οι στίχοι που κοσμούν του δρόμους της Αθήνας είναι οι εξής:
«Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι» (Το πρώτο σκαλί)
«Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία» (Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.)
«Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω» (Τα επικίνδυνα)
«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις» (Επέστρεφε)
«Ξένος εγώ ξένος πολύ» (Μύρης -Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.)
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά» (Συμεών)
«Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός» (Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.)
«Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» (Ένας νέος, της τέχνης του λόγου -στο 24ον έτος του)
«Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» (Μάρτιαι Ειδοί)

Αλτσχάιμερ Trance – Στέργια Κάββαλου

«Εμπιστεύσου και λίγο το πρόσωπο. Άσ’το να δείχνει και όχι μόνο να φαίνεται. Σταμάτα να κοιτάς τις αυτιστικές σου φωτογραφίες που δείχνουν εσένα σε καθρέφτη. Όμορφη. Σταμάτα να παίρνεις τη δύναμη που σου λείπει από την ίδια σου τη σάρκα για να βγάλεις ίσα τη μέρα. Πήγαινε παρακάτω. Η ηδονή και όλες οι αυτοεκτιμήσεις είναι πέρα από το me vs me.
Βάλε και κανέναν άλλο στο παιχνίδι. Αντί να χώνεσαι στις γωνίες χαϊδεύοντας το κεφάλι σου για να απαλύνεις τον πόνο άσε και κάποιον άλλο να σου λούσει τα μαλλιά, να στα χτενίσει πλεξούδες και ας σε πονέσει. Βάλε το γδαρμένο σου χέρι μέσα στο δικό του και άφησέ τον να σε σηκώσει. Κι ας μην ξέρεις για πού είστε.
Άφησέ τον να σε κεράσει ένα κουτάλι ζάχαρη χωρίς να παλεύεις με τους λευκούς κόκκους που κολλάνε τη γλύκα μέσα τους. Σταμάτα να αφαιρείς πραγματικότητα και να προσθέτεις όνειρα. Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα.»

 __________
σελ. 30-31
2009, Εκδόσεις Τετράγωνο
Στέργια Κάββαλου, Αλτσχάιμερ Trance
http://www.ekdoseistetragono.gr/books.php?id=38

Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε; – Χρόνης Μίσσιος

Δύο αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο.

Ποιά ζωή, ρε καρντάσια;
Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.  Τουλάχιστον μ’ αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανά υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε, ρε αντί να την ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την…  Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα… Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;
‘Ολο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…
Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Όταν σας παρακαλούσα να σταματήσουμε κάπου, κάποια μέρα, να σκεφτούμε, να κοιτάξουμε κατάματα τη ζωή μας και να αναρωτηθούμε αν αυτή η αγωνία, αυτή η αυτοκτονική καθημερινότητα, αυτές οι από την αυγή δολοφονημένες μέρες, είναι δυνατόν να είναι ζωή, κάπου να σταματήσουμε, να κοιταχτούμε τρυφερά στα μάτια, ν’ ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας, να κλάψουμε για τη ζωή που μας έκλεψαν, ν’ αγκαλιαστούμε, να πούμε λόγια αγάπης, να χαϊδευτούμε και να κάνουμε ερώτα…

__________
γράμματα, 1988
Χρόνης Μίσσιος
Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;