Η θεά και η τύχη

Είναι Σάββατο βράδυ, η θερμοκρασία στο Φάληρο είναι οχτώ βαθμούς Κελσίου, αλλά μέσα στη βιβλιοθήκη του Σταύρος Νιάρχος έχει μια αφόρητη ζέστη. Ιδανικός προορισμός το Νιάρχος τις μέρες των Χριστουγέννων, μιας και είναι τόσο όμορφα στολισμένος ο χώρος που νομίζεις πως βρίσκεσαι σε μία όμορφη πόλη του εξωτερικού. Η αλήθεια είναι πως όλα μοιάζουν πιο φωτεινά τα Χριστούγεννα, αλλά κάτω από τα λαμπάκια θα συναντήσεις τη μοναξιά, τη δυστυχία, αλλά και τη ανημπόρια των ανθρώπων. Άλλωστε, τόσα χρόνια έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, πίσω από τα συναισθήματά μας, πίσω από τα ψέματά μας. Φωταγωγίζουμε μόνο την πλευρά που θέλουν να δουν οι άλλοι και τοποθετούμε το αστέρι τόσο ψηλά που ούτε οι ίδιοι δε το φτάνουμε, ούτε καν το βλέπουμε.

Ένα αγόρι, με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, μεγάλα κοκάλινα γυαλιά και ελαφρώς αξύριστο μούσι κάθεται και διαβάζει για τη σχολή του, την ώρα που μια όμορφη κοπέλα, με μακριά μαλλιά, ωραίο σώμα πλησιάζει και κάθεται ακριβώς δίπλα του. Αφού συστήνονται με τα μάτια, καταλαβαίνουν και οι δύο πως μάλλον θα προκύψει κάτι ανάμεσά τους. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι η κοπέλα πήγε στο μπάνιο, μαζί με την τσάντα της· έβγαλε στην αρχή την μπλούζα, μετά το παντελόνι και τέλος το κορμάκι της. Αφού είχε μείνει γυμνή πήρε το κορμάκι και το τοποθέτησε μέσα σε ένα βιβλίο. Ύστερα ντύθηκε και ξαναπήγε στη θέση της, έσπρωξε το βιβλίο προς το μέρος του αγοριού και τον κοίταξε με πάθος. Εκείνος, η αλήθεια είναι δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν, απλά καταλάβαινε πως το βιβλίο είχε κάτι μέσα. Άνοιξε την επικειμένη σελίδα, που “όλως τυχαίως” ήταν στη σελίδα 69, και είδε το εσώρουχο της κοπέλας. Αν και σπάνια άλλαζε έκφραση το πρόσωπό του, τότε γελούσαν ακόμα και τα μουστάκια του. Ενθουσιάστηκε πάρα πολύ. Έπιασε το βιβλίο και το στερέωσε με τη ράχη του να ακουμπάει στην έδρα, έτσι, το βιβλίο σχημάτισε δύο αμβλείες γωνίες. Κατέβασε το κεφάλι του προς τις σελίδες και κλείνοντας τα μάτια του μύρισε το εσώρουχο της κοπέλας. Ο συνδυασμός από την μυρωδιά του σώματος της κοπέλας και από τις σελίδες του βιβλίου έφτιαξαν έναν όμορφο χαρμάνι που τον καύλωσαν.

Πήρε με τρόπο το μαύρο κορμάκι και το έβαλε μέσα στην τσάντα του. Ύστερα, έγραψε με μολύβι πάνω στο βιβλίο και την ρωτούσε να του πει το κινητό της. Αρκετά ρομαντικό για την περίσταση, αλλά αυτό του ήρθε. Ο χρόνος της αναμονής βοήθησε το αγόρι να επεξεργαστεί κι άλλο την ομορφιά της κοπέλας. Φινέτσα, κοφτερή ματιά, νάζι, ήταν μια θεά. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, τον έγδυσε από πάνω μέχρι κάτω και του έγραψε με κόκκινο στυλό το όνομά της στο Facebook. Εκείνος ίσα που κοίταξε το όνομά της και αμέσως σηκώθηκε μαζί με την τσάντα του προς το μπάνιο. Αρχικά, της έστειλε αίτημα φιλίας, ύστερα, στερέωσε το κινητό του στην τουαλέτα και άρχισε να πιάνει τον πούτσο του. Κάπου εκεί άρχισε να τραβάει βίντεο. Σκεφτόταν τη μυρωδιά, την κοπέλα, την στιγμή, τα Χριστούγεννα· ύστερα πήρε στα χέρια του το μικρό κορμάκι και το έβαλε ανάμεσα στον πούτσο του. Άρχισε να αυνανίζεται για πάρτι της. Ώσπου, τελείωσε μετά από λίγο. Ύστερα, πήγε να πιάσει θέση πλάι στην κοπέλα, αφού έκατσε, της έστειλε το βίντεο.

Το γυναίκειο ένστικτο είναι τόσο ανεπτυγμένο που εκείνη είχε καταλάβει ακριβώς τι θα έκανε το αγόρι. Το μόνο που έμενε να μάθει ήταν πόσο μεγάλο ήταν το πουλί του αγοριού. Αφού είδε λίγα δευτερόλεπτα πήρε το ίδιο χαμόγελο όπως και εκείνος όταν είδε το εσώρουχο. Αξίζει να πούμε πως φάνηκε ευχαριστημένη κι από το μέγεθος… Αφού είδε μέχρι τέλος το βίντεο, έκανε πίσω την καρέκλα της, σηκώθηκε ξαφνικά και περπάτησε γρήγορα προς την έξοδο. Το αγόρι σάστισε και δεν ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε και εκείνος βιαστικά και άρχισε να την ακολουθάει. Το κορίτσι περπάταγε τόσο γρήγορα που κάποιες φορές ήταν δύσκολο να τη διακρίνει, επίσης, το Ίδρυμα είχε τόσο κόσμο τις μέρες των Χριστουγέννων που δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. Το αγόρι τα έχασε τελείως, όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν είχε συνειδητοποιήσει τίποτα. Μετά από λίγο δεν μπορούσε να την διακρίνει καθόλου, την είχε χάσει οριστικά. Έκατσε ακίνητος για λίγο και κοιτούσε σαλεμένος το πλήθος. Δευτερόλεπτα μετά ήθελε να πάρει μια βαριοπούλα και να κοπανήσει το παγοδρόμιο που ήταν εκεί στημένο και ακόμα να ξεριζώσει τα γένια από όλους αυτούς τους αποκρουστικούς Αγιοβασίληδες και ακόμα να σύρει με έλκηθρο όλα τα καλικαντζαράκια που του χαμογελούσαν εριστικά.

Περάσανε τρείς μέρες από την συνάντηση των δύο παιδιών και κανείς από τους δύο δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής. Αν και, κανονικά, το κορίτσι θα έπρεπε να δώσει κάποια εξήγηση. Το αγόρι αποφάσισε τότε να της στείλει στο Messenger, έτσι, χωρίς να το πολύ σκεφτεί έγραψε: «Κακό δεν είναι να χωρίζουν δυο άνθρωποι, κακό είναι να μην ενώνονται ποτέ. Χρόνια σου πολλά!» Μιας και ήταν Χριστούγεννα εκείνη την ημέρα, είπε να δείξει καλός, έτσι, της ευχήθηκε κιόλας. Η ζωή μοιάζει με ένα ατέρμονο παιχνίδι. Στο παιχνίδι αυτό μπορούμε να αψηφήσουμε τους κανόνες, να φτιάξουμε δικούς μας κανόνες, μπορούμε να πάμε με το γράμμα του νόμου, μπορούμε να σταματήσουμε να παίζουμε, μπορούμε να παίζουμε μέχρι να χάσουν οι άλλοι, μπορούμε να παίζουμε μέχρι νικήσουμε εμείς και άλλοι τρόποι που καταλήγουν κυρίως να είναι τεχνάσματα δολοπλοκίας, συμφερόντων και επί παντός του επιστητού να ξεχνάμε να παίζουμε, να γελάμε, να ερωτευόμαστε.

«Δυο άνθρωποι συναντήθηκαν τυχαία, και….» ήταν η απάντηση του κοριτσιού δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Τότε το αγόρι άρχισε να σκέφτεται· αν υποθέσουμε πως όλα είναι ενέργεια τύχης και πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, τότε, πολύ απλά θα προσμένουμε ουρανοκατέβατες καταστάσεις να μας χαϊδέψουν το σώμα και τη ψυχή. Φυσικά και παίζει ρόλο η τύχη, αλλά ποιος έφτιαξε την τύχη, τα τείχη, την ανθρωπότητα, το Νιάρχος, τον αρχιτέκτονα του Νιάρχος; Προφανώς, όλα αυτά τα έφτιαξε ο άνθρωπος και αφού τα φτιάξαμε εμείς (οι προγενέστεροί μας δηλαδή) τότε έχουμε μερίδιο όλοι μας για τα τινά που μας συμβαίνουν. Είτε στα καλά, είτε στα κακά. Ακόμα, σκέφτηκε, πως ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια πληθυσμό που έχει η Αθήνα, δεν γίνεται να συναντηθήκαμε τυχαία. Όχι μόνο εμείς, αλλά και όλα τα ζευγάρια που έχουν ή είχαν υπάρξει. Παίξαμε στο παιχνίδι, ακολουθήσαμε τους δρόμους μας, τις στρατηγικές μας, χάσαμε, νικήσαμε, ξαναχάσαμε, ξανανικήσαμε, ξαναοχυρωθήκαμε και φτου και από την αρχή. Αλώστε, αν είχαμε τύχη ως άνθρωποι, θα κερδίζαμε όλοι στο τζόκερ και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, όμως, οι πιθανότητες είναι κατά μας.

«Δεν είμαι σίγουρος για το αν συναντηθήκαμε τυχαία ή όχι, είμαι σίγουρος όμως για την καρδιά μου. Η καρδιά έχει πάντα δίκαιο. Οι χτύποι της καρδιάς μας είναι ρυθμιστής μιας σχέσης. Η δικιά μου χτυπούσε και έτρεχε όπως ο Κεντέρης όταν τον κυνηγούσαν οι επτά μελαμψοί, με δυο σημαντικές σημειώσεις, η καρδιά μου δεν ήταν ντοπαρισμένη, και έτρεχε και πιο γρήγορα». Το κορίτσι μόλις είδε την απάντησή του συγκινήθηκε ελαφρώς και χαμογέλασε. Ήταν ίσως το καλύτερο μήνυμα που είχε λάβει ποτέ. Εκ των πραγμάτων, έπρεπε να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στο αγόρι. Αφήστε που ήταν και Χριστούγεννα και η εποχή από μόνη της σου βγάζει κάτι πολύ ερωτικό. Σαν να το βλέπει μπροστά της, να έχουν ανάψει φωτιά και να την παίρνει μπροστά στο τζάκι, ύστερα, να έχει χώσει το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της και να τη γλύφει με μανία. «Αύριο θα είμαι στη βιβλιοθήκη, την ίδια ώρα, αν θες έλα…» 

Τα δύο παιδιά συναντήθηκαν ξανά εκεί. Στο ίδιο μέρος, στις ίδιες θέσεις. Μιλήσανε λίγο για το πως περάσανε τις γιορτές, αλλά και το τι είχαν σκοπό να κάνουν την Πρωτοχρονιά. Όσον αναφορά την αλλαγή του χρόνο το αφήσανε και οι δύο ελεύθερο, μάλλον για να πιστεύει ο ένας για τον άλλον πως θα κάνουν κάτι μαζί. Το κορίτσι μετά από λίγο άφησε το χέρι της στο αριστερό γόνατο του αγοριού. Τον ξάφνιασε αυτή η οικειότητα, αλλά του άρεσε παράλληλα. Τότε και εκείνος χάιδεψε το αριστερό της μπούτι. Εκείνη έκανε ακόμα πιο δεξιά και χάιδεψε το καβάλο του αγοριού. Εκείνος με τη σειρά του άρχισε να χαϊδεύει το μουνάκι της μέσα από το τζίν. Τα δύο παιδιά ήταν τελευταία στη σειρά του αναγνωστήριου, οπότε είχαν όλους τους άλλους μπροστά τους, άρα δύσκολα κάποιος θα καταλάβαινε τι κάνουν. Τότε το κορίτσι ξεκούμπωσε το φερμουάρ και άρχισε να παίζει με το πουλί του αγοριού. Εκείνος ένιωθε ωραία, αλλά έσφιγγε τα δόντια του μιας και θα προτιμούσε να είναι οπουδήποτε αλλού, έτσι ώστε να είναι μόνοι τους και να το ευχαριστηθούν καλύτερα. Το κορίτσι συνέχιζε με αμείωτο το ενδιαφέρον, μόνο που τώρα έσκυψε προς το μέρος του και άρχισε να του παίρνει πίπα μέσα στη βιβλιοθήκη. Το αγόρι δεν πίστευε στα μάτια του με την τόση άνεση, ευκολία και άγνοια κινδύνου του κοριτσιού. Όλο αυτό το κράμα, αλλά και επειδή ήξερε να την κάνει πολύ καλά τη διαδικασία έκαναν το αγόρι να χύσει σχεδόν άμεσα μέσα στο φλογερό στόμα της.

–Πιστεύεις ακόμα στην τύχη; Είπε το αγόρι καθώς κατηφορίζανε προς την έξοδο.
–Πιστεύω σε εσένα, είσαι καλό τυπάκι, μπορεί να τα βρούμε εμείς οι δύο. Είπε το κορίτσι με μια δόση υπαινιγμού, αλλά και αυθορμητισμού μαζί.
–Η τύχη για εμένα δεν υπάρχει, είναι όλα όσα δεν κάναμε και τα αφήσαμε στην τύχη. Η τύχη είναι η καλύτερη δικαιολογία για να μην προσπαθούμε.

Εκείνη δε μίλησε.

Λίγο πριν βγουν από το χώρο του Νιάρχος, το αγόρι έπιασε την κοπέλα από τη μέση και άρχισε να τη φιλάει με πάθος. Εκείνη φυσικά ενέδωσε. Ύστερα, το αγόρι την οδήγησε κάπου απομονωμένα, πάντα στον προαύλιο χώρο του Νιάρχος. Αφού σιγουρευτήκανε, ας πούμε, πως δεν τους παρακολουθεί κανείς, το αγόρι έγδυσε το κορίτσι. Μόνο τα κάτω ρούχα. Τώρα είχανε ξεχάσει το κρύο και απλά απολαμβάναμε τη στιγμή· πάντα με προφυλάξεις. Ο καυλωμένος πούτσος του αγοριού έμπαινε πολύ γρήγορα στο μουνάκι της κοπέλας και αυτό την τρέλανε. Ακόμα, είχε τελειώσει ήδη μία φορά σήμερα, οπότε θα άντεχε περισσότερο στην τρελά καυλωμένη μουνάρα της. Το αγόρι αποφάσισε να πάρει εκείνος το πρώτο λόγο στη γνωριμία τους, αποφάσισε στιγμιαία πως θέλει να τη γαμήσει από πίσω. Ήθελε να πάρει μια κάποια μορφή εκδίκησης από την κοπέλα για όσες μέρες δεν του είχε στείλει. Τώρα παραξενεύτηκε εκείνη ευχάριστα, αλλά ενθουσιάστηκε από τον αυθορμητισμό του αγοριού και έδειχνε να το απολαμβάνει. Το σφριγηλό κωλαράκι της κοπέλας έμοιαζε με πυρκαγιά στο Μαραθώνα τον μήνα Αύγουστο. Τελείωσε μέσα της χωρίς να τον νοιάζει κάτι. Ήταν τόσο καυλωμένος που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.

Φεύγοντας από το Νιάρχος συνάντησαν τυχαία έναν λαχειοπώλη. Το κορίτσι έπεισε με τα πολλά το αγόρι να αγοράσουν δύο πρωτοχρονιάτικα λαχεία. Ένα που θα διάλεγε εκείνη και ένα που θα διάλεγε αυτός. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος, όπως είπαμε, δεν πίστευε στην τύχη, πίστευε στις δυνάμεις του ανθρώπου και στη λογική. Όμως, είχε περάσει τόσο καλά σήμερα που δε υπήρχε περίπτωση να της χαλάσει κάποιο χατίρι.

Το βράδυ της πρωτοχρονιάς το περάσανε μαζί· στο σπίτι της κοπέλας μαζί με φίλους. Από ότι φαίνεται ξαναπήρε τον έλεγχο το κορίτσι. Βέβαια, περάσανε πολύ όμορφα στο ρεβεγιόν, φάγανε, ήπιανε, γελάσανε, χορέψανε και φυσικά μετά για να πάει καλά ο χρόνος, κάνανε το καθιερωμένο sex. Εκείνη, φορούσε κόκκινα εσώρουχα, έτσι της είχε πει η γιαγιά της. Κάθε Πρωτοχρονιά να φοράς κόκκινα εσώρουχα για να έχεις τύχη όλη την χρονιά!

Την Πέμπτη, δύο μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου, θα πραγματοποιούταν η κλήρωση του λαϊκού κρατικού λαχείου. Μαντέψτε. Το κορίτσι κέρδισε το αμύθητο ποσό των 2.500.000€! Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά της κοπέλας; Όχι μόνο για το τεράστιο ποσό, αλλά και γιατί θα την έλεγε στο αγόρι! Πως όλα, μα όλα είναι ενέργεια τύχης! Εκείνος, με τη σειρά του, αφενός χαροποιήθηκε υπερβολικά, αλλά της ανέφερε πως εκείνο το βράδυ κάποιος της γάμαγε το κωλαράκι, οπότε, είχε κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να την αποκαλεί κωλόφαρδη!

Μετά από λίγες μέρες τα δύο παιδιά βρεθήκανε σε ένα σαλέ στην Ελβετία, το κορίτσι ένιωθε πως πρέπει να ανταποδώσει με κάποιο τρόπο την ευμάρεια στο αγόρι. Κάπως έτσι όμως εκπληρώθηκε άλλη μία σκέψη της. Τώρα το κεφάλι του αγοριού βρισκόταν από κάτω της και της έγλυφε με μεγαλύτερη μανία –από ότι φανταζόταν– το μουνάκι, εξάλλου, τώρα ήταν και εκατομμυριούχος. Ύστερα, του ζήτησε να την τοποθετήσει κοντά στο παράθυρο και να την πάρει στα τέσσερα. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να βλέπει και τις Άλπεις.

Αυτό είναι που λέμε τύχη βουνό.

Στιχουργοί, οι προφήτες των καιρών μας

Μοναξιά χιλιάδες φύλλα – 1992

Γλυκιά ακίνητη θολή νιρβάνα
δεν έχεις έρωτες μα έχεις πλάνα
έχεις οθόνη μα δεν έχεις μάνα
ούτε ένα χέρι φιλικό

Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης

Ένα κλεμμένο ποδήλατο – 1992

Ή σε ανθρώπους που ψάχνουν μια κατεύθυνση
Προς το θεό, μια άλλη χώρα, μια άγνωστη διεύθυνση
Στην οθόνη ενός κομπιούτερ, στα όνειρα του σκύλου
Στο ουράνιο τόξο, στην καρδιά ενός φίλου

Στίχοι: Κωνσταντίνος Βήτα

Χαμένοι δρόμοι – 1998

Μόνος, βλέπω αεροπλάνα να περνούν,
και κάποιους να χειροκροτούν, μα ο ουρανός βουρκώνει
Μόνος, κι έτσι όπως φτάσαμε ως εδώ,
φοβάμαι αύριο τι θα δω, στου κόσμου την οθόνη

Στίχοι: Λίνα Τουρκογιώργη

Στην σχάση και στη φέξη

Σχεδιασμένο για την Ελλάδα, μου μάθανε στο σχολείο, αλλά όλα ήταν σχέδια επί χάρτου. Σαν σχέδιο μόδας έμοιαζε η θεωρία της σχετικότητας και σαν σχήμα λόγου το σχίσμα της Εκκλησίας. Κάπως έτσι σχεδίασα κι εγώ τη ζωή μου, ή μάλλον, σχεδόν την σχεδίασα. Έφτιαχνα σχετικά σχεδιαγράμματα τα οποία μετανάστευαν από εμένα σαν σε σχηματισμό πουλιών. Ύστερα, ήρθε η σχολή, το σχεδιαστήριο της ζωής! Σχετίστηκα με κόμματα, έκανα σχέσεις, αλλά δεν μπόρεσα να σχηματίσω το δρόμο μου. Ο δρόμος μου έμοιαζε με σχοινοβασία κι εγώ σχιζοφρενής δολοφόνος. Στην σχάση και στη φέξη ήμουν. Όπου κι αν βρισκόμουν άκουγα τα σχολιανά μου, από σχολαστικούς τύπους που με σχολιάζανε. Αυτή η σχιζοειδής κατάσταση με ξέβρασε εδώ, στη σχισμή του δρόμου να κρατώ μια «σχεδία».

_

Αυτή η μικρή ιστορία γράφτηκε με αφορμή έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό με θέμα τη “σχεδία“. Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ.

Αποσπάσματα, Το φαινόμενο της πεταλούδας

ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας
Νουβέλα, Ιανουάριος 2015
Εκδόσεις: updot.gr | info@updot.gr
ISBN: 978-960-93-6475-1
Σελίδες: 136
Video – editing – φωνή: Γιώργος Ιατρίδης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
Ο κ. Ασημένιος σκεφτόταν πως η δυσκολία του αυτή στα πόδια, αποτέλεσε το μεγαλύτερο εφόδιο κι όχι εμπόδιο, όπως θα λέγανε πολλοί· για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τη διαδρομή, με φόντο τις γραμμές του Ηλεκτρικού. Τον ωθούσαν τα αρρωστημένα του πόδια με έναν τρόπο ανεξήγητο, κάτι που σε όλα τα ιατρικά βιβλία δεν υπάρχει, ούτε μέσα στα διπλώματα αναφέρεται, ούτε σε καμία χαοτική μελέτη. Η δύναμη της ψυχής δεν μπορεί να μελετηθεί από κανένα σύστημα, από καμία στατιστική, ούτε οι χτύποι της καρδιάς όταν ερωτευόμαστε. Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να τα εξηγήσει όλα αυτά. Καμία, μα καμία διάγνωση. Μόνο το άγγιγμα μπορεί να γιατρέψει το μυαλό.

ΦΟΡΜΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ:
http://updot.gr/2015/01/23/book/

Εναλλακτικά επικοινώνησε στο giorgos.iatridis@gmail.com

Η ανελέητη εξωστρέφεια στα μίντια, αλλά η βαθιά θλίψη μέσα μας

Όσο περισσότερο περνάνε τα χρόνια, τόσο η ανάγκη μας μεγαλώνει για προβολή. Μέχρι, να φτάσουμε σε ένα σημείο και να σιχαθούμε τον εαυτό μας. Αυτό βέβαια αργεί, οπότε ας αναλύσουμε λίγο το κομμάτι της προβολής και της δημοσίευσης. Έχει αναρωτηθεί κανείς γιατί ανεβάζουμε μία φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα; Ποιοι είναι οι λόγοι δηλαδή που μας ωθούν να δημοσιεύσουμε;

Πρώτον, όταν ανεβάζουμε μία φωτογραφία νιώθουμε την ανάγκη να εκφραστούμε. Είτε για να το δει όσος περισσότερος κόσμος, είτε για να το δει ένα άτομο συγκεκριμένα. Σίγουρα, τίποτα από αυτά δεν είναι κατακριτέα, αλλά στην πρώτη περίπτωση όπου θέλουμε να έχουμε όσον το δυνατόν μεγάλη απήχηση, “πουλάμε” τον εαυτό μας. Είτε στην περιγραφή, είτε ως περιεχόμενο, είτε ως γυμνό περιεχόμενο. Στην δεύτερη περίπτωση, που η δημοσίευση, κυρίως, αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, έχει να κάνει με τη θλίψη που έχουμε μέσα μας. Όσο μακριά κι αν είναι ο άλλος, καμία δημοσίευση και ποτέ, δεν ήταν αρκετή για να μας ενώσει. Οπότε, προτιμότερο είναι να πάμε σε αυτόν που σκεφτόμαστε και να του τα πούμε κατ’ ευθείαν κι από κοντά ή στο κάτω κάτω, να του δείξουμε το περιεχόμενο που θα ανεβάζαμε για εκείνον…

Δεύτερον, όταν ανεβάζουμε μία φωτογραφία και εν συνεχεία δεχόμαστε like, αποδεδειγμένα, νιώθουμε χαρά. Νιώθουμε πως έχουμε πέραση, δύναμη, ο λόγος μας μετράει, αλλά και το θέαμα που προβάλαμε έχει ουσία. Η κάθε μας ανάρτηση σχετίζεται με την ντοπαμίνη. Όταν ένας άνθρωπος μας πατάει «like» και ειδικότερα οι άνθρωποι που θέλουμε να μας πατήσουνε «like», τότε εκκρίνεται στον εγκέφαλό μας λίγη δόση ντοπαμίνης. Όλο αυτό βέβαια έγκειται στον απαράμιλλο ενθουσιασμό που έχουμε δείξει τα τελευταία χρόνια στα social media, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις έχει γίνει μάστιγα και εθισμός. Άρα, αντί να νιώθουμε διονυσιασμό με άλλα συναισθήματα στη ζωή, την “ακούμε” με ένα μάτσο like.

Τρίτον, τα social media μας έφεραν πολύ κοντά τις ζωές των star του Hollywood, στους εγχώριους καλλιτέχνες και εν γένει με ότι είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε από το γυαλί της τηλεόρασης. Με τα κοινωνικά δίκτυα μπορούμε να συνομιλήσουμε και μαζί τους. Αυτή η αμεσότητα όμως εγκυμονεί κινδύνους, πλέον, με τον καλλιτέχνη που πρώτα θαυμάζαμε, τώρα θέλουμε να αντιγράψουμε τη ζωή του, να γίνουμε κι εμείς ίδιοι, ολόιδιοι με εκείνον. Σκεφτείτε λίγο την Εξερεύνηση του Instagram και τις πληροφορίες που δεχόμαστε εν ριπή μιας στιγμής και πίσω ένα φόντο μιας τραμπάλας. Σταδιακά ανεβαίνουν οι επιρροές και αυτά που επιζητάμε, αλλά από την άλλη όσο γίνεται αυτό κατεβαίνει η προθυμία μας, αλλά και η δίψα μας για ζωή. Το λοιπόν, κάθε φορά που πάμε να ανεβάσουμε μια φωτογραφία, αφενός προσπαθούμε να αντιγράψουμε κάτι ξενικό, αλλά και αφετέρου μια δημοσίευση δε μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που θέλουμε, ίσα ίσα που μας πηγαίνει και πίσω.

Τέταρτον, η αμεσότητα έγινε ευκολία. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω μας ξέβρασε σε ένα σημείο να θέλουμε να γίνουμε πλούσιοι από τα κοινωνικά δίκτυα και φυσικά να μεγαλώσουμε τους αριθμούς των follower και των φίλων μας, με κάθε τίμημα. Ακόμα και με την ίδια μας τη ζωή. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που έκαναν κάτι επικίνδυνο ρισκάροντας τη ζωή τους για λίγη δόξα και μερικούς συνδρομητές. Οπότε ναι, κάθε φορά που θέλουμε να δημοσιεύσουμε κάτι έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας πως θα μας πλησιάσει κάποιος χορηγός, πως θα βγάλουμε χρήματα, πως τα στατιστικά μας θα μεγαλώσουν. Τώρα, φέρτε στο νου σας πάλι την τραμπάλα. Όσο περισσότερο γουστάρουμε τα κοινωνικά δίκτυα, τόσο λιγότερο γουστάρουμε τη ζωή. Αναπόφευκτα συμβαίνει αυτό. Δεν μας νοιάζει να ζήσουμε τη στιγμή, αλλά να την καταγράψουμε.

Μείνετε συντονισμένοι, στο επόμενο κείμενο θα γράφουμε και για τους τρόπους απεξάρτησης… Εδώ που φτάσαμε, μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο “Η Πόλη Ζει
photo: Banksy

Γιατί γράφεις;

–Γιατί γράφεις; (ρώτησε το κορίτσι)
–Γράφω για να πολεμήσω αυτά που δεν μου δίνει η ζωή (απάντησε το αγόρι)
–Αν παίζαμε χαρτοπόλεμο τότε θα νικούσες…
–Ξέρεις, υπάρχουν αρκετά που πιστεύω πως δεν μπορώ να τα λύσω χωρίς το χαρτί
–Μα κοίταξε τους ανθρώπους τριγύρω σου, αυτοί γράφουν;
–Και ποιος σου είπε πως είναι στα καλά τους;
–Ωραία, πες μου τότε κάτι που έχεις λύσει μέσα από τη γραφή
–Με μία πρόταση θα μπορούσα να σου πω, πως έχω έρθει πιο κοντά σε αυτό που λέμε αγάπη
–Δηλαδή…
–Δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι, γύρω μας, όπως είπες κι εσύ, νιώθω πως νηστεύουν την αγάπη, για κάποιο λόγο την κρατάνε τόσο πολύ μέσα τους που κάποια στιγμή σαν ηφαίστειο σκάει και γίνεται πρόβλημα, αρρώστια, καταπίεση και άλλα χίλια δυο
–Όσοι γράφουν είναι ανώτερα όντα δηλαδή; (ρώτησε με υπαινιγμό το κορίτσι)
–Όχι, απλά κυνηγάνε τα όνειρά τους, αυτό ίσως να είναι ένα δείγμα όχι ανωτερότητας, αλλά δημιουργικότητας
–Όλα τα κείμενά σου είναι θλιμμένα όμως
–Ε, όχι κι όλα… (είπε χαμογελώντας το αγόρι)
–Σχεδόν όλα τότε…
–Εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία της λογοτεχνίας, αν ήμουν καλά δε θα έγραφα, γράφω για να θρέψω τις πληγές μου
–Μα τις πληγές αυτές τις ανοίγεις εσύ ο ίδιος
–Τις ανοίγω, αλλά όταν τις κλείνω γίνομαι καλύτερος
–Ξέρεις πόσες φορές ήρθαμε τόσο κοντά και νόμιζα πως θα με φιλήσεις…
–Το κατάλαβα κι εγώ, αλλά εκ των υστέρων
–Οπότε δεν μπορείς να μου μιλάς για αγάπη
–Αν απλά θέλεις ένα φιλί και λίγο sex, τότε ναι, δεν μπορώ να μιλάω για αγάπη

(Τα δύο παιδιά σωπάσανε για λίγο)

–Νύχτωσε (είπε το κορίτσι)
–Ας φύγουμε (αποκρίθηκε το αγόρι)

Αντίο, κύριε Μάνο Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου αφενός μας έδωσε το αλφαβητάρι, αλλά αφετέρου μας ξεκαθάρισε πως η ζωή θα είναι δίκοπη. Θα έχει ένδοξα Παρίσια, αλλά και φάρμακα στις ντουλάπες, στα μπαούλα και στα σκρίνια. Θα έχει ατέλειωτες εκδρομές, αλλά και στιγμές που θα πρέπει να δώσουμε παράσταση σε άδειο θέατρο. Τα χρόνια μας θα είναι σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία και τα τραγούδια μας θα έχουν παραπονεμένα λόγια. Θα ξεκινήσουμε χωρίς βαλίτσα και παλτό να προλάβουμε το τρένο για την Κατερίνη, αλλά το τρένο ήταν στα όνειρά μας. Βέβαια, στο δρόμο μας θα συναντήσουμε τον Άμλετ της βροχής, τον Άγιο Φεβρουάριο, τους Αργοναύτες, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Σταμάτη Κομνηνότον κουρέα άλλων χρόνων, τους σταθμάρχες, αλλά και τους φίλους μας… Όμως, επειδή πάντα κάτι μένει στα χρόνια της υπομονής, θα προσπαθήσουμε με νύχια και με δόντια να μην είμαστε άλλοι, να τα βάλουμε με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια, με τα ρολόγια και να βρούμε τελικά ποιος τις ζωές μας κυνηγά. Παρ’ όλα αυτά, κάπου θα υπάρχει ένα νησί, κάπου μεταξύ του σπιτιού τη σάλα, κάτω απ’ τη μαρκίζα και στον αγγέλων τα μπουζούκιαΕλεύθεροι και ωραίοι όπως θα είμαστε, θα επιβεβαιώσουμε τον στίχο από έναν από τους μεγαλύτερους σοφούς που είχε αυτός εδώ ο τόπος: τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά.

Ο δεκάλογος της σημερινής γενιάς

Παρακάτω γράφω δέκα διαφορετικές αγωνίες, πεποιθήσεις, αντιλήψεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Λίγο ο εαυτό μας, λίγο τα social media, λίγο η πολιτική κατάσταση, λίγο ο καιρός που είναι μουντός δεν μας αφήνουν να ζήσουμε στο έπακρο. Αντ’ αυτού, προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να στενέψουμε τη ζωή μας.

  1. Μέσα στην καρδιά μας φυτρώνει βία πολιτική, πολιτιστική, γεωγραφική, μίσος για τον συνάνθρωπο, γενικώς δεν κοιτάζουμε πως θα αγκαλιαστούμε, αλλά με την πρώτη ευκαιρία να τσακωθούμε. Όλο αυτό όμως ξεκινάει από την έλλειψη επικοινωνίας, συμπεριφερόμαστε σαν άνθρωποι των σπηλαίων όταν κάποιος προσπαθήσει να μας βοηθήσει, και επίσης δεν έχουμε μάθει να ακούμε τον ακροατή μας. Συνεπώς, αυτό που δεχόμαστε, αυτό παράγουμε.
  1. Μία άλλη βασική μας αγωνία, είναι πως φοβόμαστε μήπως ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας, μας σβήσει από το Facebook. Είναι τραγικό να ζούμε με αυτό το άγχος, αλλά οι σχέσεις σήμερα είναι τόσο πλαστικοποιημένες που μας απασχολεί και αυτό. Ακόμα, δεν είναι μόνο η ενέργεια ότι τρέμουμε αν θα μας σβήσει ο φίλος μας από κάποιο social media, αλλά και το αποτέλεσμα, δηλαδή, είναι ακόμα πιο τραγικό ότι θα πέσουμε σε κατάθλιψη αν μας διαγράψει.
  1. Έχουμε σταματήσει να μιλάμε. Είμαστε τόσο κλεισμένοι και τόσο αμίλητοι εμείς οι άνθρωποι στον εαυτό μας που ακόμα και η θάλασσα φοβάται τη σιωπή μας, ακόμα και το κινητό που έχουμε στο αθόρυβο βγάζει έναν ήχο, μια δόνηση, κάτι τέλος πάντων. Υπεύθυνοι παράγοντες, πέραν φυσικά από τον εαυτό μας, είναι: η έξαρση της τεχνολογίας, το άγχος, η ανασφάλεια, η κρίση και άλλοι πολλοί λόγοι.
  1. Νιώθουμε πως είμαστε πολύ μακριά από τα reality που δείχνει η τηλεόραση, αλλά το δυστύχημα είναι πως εμείς οι ίδιοι είμαστε reality. Η ζωή μας κυλάει πιο αργά από τους παίχτες που παίρνουν μέρος, γιατί φυσικά εμείς την αφήνουμε, και επίσης είμαστε πιο καλωδιωμένοι από αυτούς. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε το θράσος και τους σχολιάζουμε. Είναι φυσικά πιο εύκολο και πιο ανώδυνο να σχολιάζουμε τους άλλους παρά τη δικιά μας καμπούρα τέλεια πλάτη.
  1. Μας έχουν κουρδίσει για να μας νοιάζει το φαίνεσθαι, παρά το είναι. Ολόκληρη η κοινωνία είναι καλουπωμένη σε αυτή τη φράση. Από τα σπάργανα μέχρι και το μεγάλο σήμερα. Είναι τραγικό να μας νοιάζει περισσότερο η εικόνα που προβάλλουμε προς τα έξω, παρά ο εσωτερικός μας εαυτός. Βέβαια, αυτό συμφέρει πάρα πολύ τους πλαστικούς χειρούργους! Καθοριστικός παράγοντας και με μεγάλη διαφορά από όλα τα άλλα, η τηλεόραση!
  1. Τα social media και ο βωμός της αριθμολογίας! Μας αρέσουν τα social όχι γιατί καταφέρνουμε να επικοινωνούμε με άλλους ή επειδή φέρνουν την πληροφορία πιο κοντά, αλλά επειδή μας αρέσει να παρακολουθούμε τους αριθμούς μας να μεγαλώνουν και να αυξάνονται. Είναι σαν να “ψηλώνουμε” κι εμείς όταν φτάνουμε τους 1000 followers στο Instagram ή τους 5000 στο Facebook. Ακόμα, μας αρέσουν τα κοινωνικά δίκτυα γιατί εκεί ζούμε μια δεύτερη ζωή, είναι σαν να βιώνουμε μια δεύτερη ενηλικίωση!
  1. Δεν έχουμε καταλάβει πως μία τρίχα από τα μαλλιά της/του έχει ανεκτίμητη αξία, γιατί ποτέ δεν χαϊδέψαμε τον δίπλα μας πραγματικά. Θεωρώ, πως αν το είχαμε κάνει, δεν θα είχαμε τόσα άγχη, τόσες φοβίες και τόσες αναστολές. Ένα φιλί με πάθος, όχι απλά ένα χαζό φιλί, ένα φιλί με δίψα και έρωτα στον άνθρωπο που κάθεται δίπλα μας είναι μια κορυφαία πράξη, μια πράξη που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη. Άλλες φορές όμως φιλιόμαστε και ταυτόχρονα βάφουμε τα νύχια μας, παίζουμε στο tablet, μιλάμε στο κινητό…
  1. Τα status μας είναι τα τατουάζ που δεν τολμήσαμε να χαράξουμε, οι κραυγές που δεν τολμήσαμε ποτέ να βγάλουμε, αλλά και τα τραγούδια που δεν τραγουδήσαμε και δε χορέψαμε ποτέ στο δρόμο – ενώ τόσο πολύ θα θέλαμε να κάνουμε. Μέσα στο δεκάλογο συναντάμε ξανά και ξανά τα κοινωνικά δίκτυα, γιατί η αλήθεια είναι πως μας έχουν απορροφήσει τη καθημερινότητα. Προφανώς και τα social media έχουν καλές πλευρές, αλλά αυτές τις παραγκωνίζουμε.
  1. Μας αρέσει να γαμάμε αυτό που αγαπάμε. Μεγαλώνοντας τείνουμε με γραμμική ακρίβεια στις ιδιότητες του σκορπιού. Μπορούμε δηλαδή να πονέσουμε τον εαυτό μας –μέχρι και να τον σκοτώσουμε– σκορπίζοντας ό,τι καλό είχαμε φτιάξει με κόπο και με κούραση. Σαν πεφταστέρια μοιάζουμε σε μια ανέφελη μέρα. Καθοριστικός παράγοντας βέβαια για αυτό, όλοι οι προηγούμενοι παράγοντες.
  1. Περιμένουμε με τρομακτική αγωνία –κυριολεκτικά– τη ζωή που ονειρευόμαστε να λάβει σάρκα και οστά, αλλά δεν κουνάμε ρούπι από τα συνηθισμένα και τα προκαθορισμένα που κάνουμε κάθε μέρα. Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα πάντα, ό,τι κι αν σκεφτούμε να το κάνουμε πράξη, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο. Από την πιο μικρή ιδέα μέχρι τη μεγαλύτερη έξαρση ονείρου! Παρ’ όλα αυτά, νιώθω πως περιμένουμε από το υπερπέραν κάποιο e-mail, με θέμα: «Follow Your Dreams», να κλικάρουμε στο σύνδεσμο επιβεβαίωσης και να μας μεταφέρει εύκολα και γρήγορα σε έναν άλλον κόσμο.

Κάποιες φορές τα έχεις όλα Γιώργο, ξέρεις ανά πάσα στιγμή να διαχωρίσεις το καλό από το κακό, να επιλέξεις ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, αλλά είτε διαλέγεις το λάθος, είτε δεν διαλέγεις τίποτα, είτε διαλέγουν άλλοι για εσένα. Πώς θα γίνουν καλύτερα τα πράγματα λοιπόν;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην “Εναλλακτική δράση“.

Επιπλέουμε

Πέλαγος είναι η ζωή και εμείς μηνύματα σε μπουκάλια. Σχεδόν από τη μήτρα πλέουμε σε θάλασσες αγωνίας μέχρι να συναντήσουμε μια στεριά. Μια στεριά που να μπορούμε ελεύθερα να διαβάσουμε αυτό που έχουμε γράψει. Το μήνυμα μπορεί να είναι μερικοί στίχοι για αυτόν που αγαπάμε, ραβασάκια στον εαυτό μας, ακόμα και τζάμια που θα καταπιούμε από το μπουκάλι. Η αλήθεια είναι, πως επιπλέουμε στον αέρα του μπουκαλιού· όσα κι αν κάνουμε σε αυτήν τη ζωή θα παραμείνουν θρύψαλα, αλλά όσα δεν κάνουμε θα μας κόβουν κάθε μέρα. Πέλαγος είναι η ψυχή και εμείς ακόμα να γίνουμε μηνύματα σε μπουκάλια.

_

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε στα πλαίσια του διαγωνισμού “100 λέξεις σε 24 ώρες”, ένας διαγωνισμός μικρομυθοπλασίας που διοργάνωσε το fractal και το openbook.gr

Το ασανσέρ

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε την ίδια ώρα. Τελικά κατέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «εννιά», εκεί σταματάω για να πάω στη δουλειά.

Κάθε φορά που μπαίνω σε ασανσέρ, σκέφτομαι, πως αυτός εδώ ο χώρος έχει δύο όψεις. Είναι ένα καλό απομονωτήριο, αλλά και το μέρος που μπορείς πολύ εύκολα να γνωρίσεις κόσμο. Αρχικά, είναι ένα ησυχαστήριο γιατί κανείς δε θα σε ενοχλήσει. Οι άνθρωποι στο ασανσέρ ξύνονται, παίζουν με τα μαλλιά τους, με το κινητό τους, κοιτάζονται στον καθρέφτη, αλλά ποτέ δε μιλάνε σε κάποιον άγνωστο – αυτό μοιάζει σαν άγραφη συμφωνία που έχουμε υπογράψει όλοι πριν μπούμε σε έναν ανελκυστήρα. Τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά. Η άλλη όψη βέβαια του ασανσέρ είναι πολύ καλύτερη, μιας, και μυρίζεις τον άλλον, αισθάνεσαι το άγχος του, τον κοιτάς στα μάτια, κι αν τύχει και ξυπνήσεις εσύ καλά, ο άλλος καλά, τα ζώδια σας να είναι σε τροχιά γνωριμιών, τότε, υπάρχει μια πιθανότητα ο ένας από τους δύο να ξεστομίσει ένα «γεια».

Το ασανσέρ είναι ο καλύτερος καθρέφτης της εγκόσμιας ζωής μας. Όπως συμπεριφερόμαστε μέσα σε ένα ασανσέρ έτσι ακριβώς δράμε και στη ζωή. Επιζητάμε δηλαδή με απόγνωση να δούμε τον εαυτό μας μέσα σε καθρέφτες, έπειτα να τον θαυμάσουμε, ύστερα να τον φωτογραφίσουμε και τέλος να δημοσιεύσουμε το είδωλό μας. Όμως, αυτή η διαδικασία υποσυνείδητα, αλλά και συνειδήτα, μας κλείνει ακόμα περισσότερο, για αυτό και τις φορές που βρίσκεται κάποιος δίπλα μας δεν του μιλάμε. Άλλες φορές βέβαια, όταν είμαστε μόνοι στο ασανσέρ θα κοιτάξουμε προς το μέρος των παπουτσιών μας, δείγμα πως δε πιστεύουμε στον εαυτό μας, ενώ όταν περιτριγυριζόμαστε από άλλους θα ψιλώσουμε λίγο για να φαινόμαστε πιο ψηλοί. Άρα, όταν μπαίνουμε σε έναν ασανσέρ εμφανίζουμε ένα ανεξήγητο σύνδρομο διπροσωπίας.

Το ασανσέρ είναι καθρέφτης και της ψυχή μας, με μεγαλύτερη ευκολία θα πατήσουμε το κουμπί «stop» ή το κουμπί με το κουδούνι, παρά το κουμπί για να πάμε σε κάποιον άλλον όροφο από αυτό που δουλεύουμε. Βρε αδελφέ, για να δούμε μια διαφορετική εικόνα, πώς άραγε τα περνάνε στο κάτω πάτωμα ή πώς μοιάζουν οι άνθρωποι στο πάνω επίπεδο. Αυτό φυσικά υποδηλώνει πόσο κουρασμένες είναι οι ζωές μας, πόσο ρουτινιασμένες είναι, αλλά και πόσο ενδιαφερόμαστε για να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Το κουμπί της ταράτσας βέβαια, ούτε κατά διάνοια, η υψοφοβία της καρδιάς μας δεν μας αφήνει να “ψηλώσουμε” λίγο ακόμα. Μία μέρα όμως, έχουμε-δεν έχουμε κόσμο δίπλα μας, κι αν έχουμε τα κότσια βέβαια, μπορούμε να κάνουμε αυτό. Να πατήσουμε με οργή το «stop», να σταματήσουμε την κυκλοφορία και τη ροή της καθημερινότητας και να χαζέψουμε λίγο έξω από το παράθυρο, ίσως, έτσι νιώσουμε λιγάκι ελευθερία, έστω για μια στιγμή.

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε πάλι την ίδια ώρα. Τελικά ανέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «μηδέν», εκεί σταματάω για να πάω στο σπίτι.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην “Εναλλακτική δράση“.

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα

Μια φορά κι έναν κακό καιρό, σε μια παραθαλάσσια επαρχία όλοι οι κάτοικοι ζούσαν γονατιστοί. Δεν είχαν πολλά ενδιαφέροντα, ούτε και πολλές σκοτούρες, το μόνο που πραγματικά τους ένοιαζε ήταν πότε θα πεθάνουν για να γίνουν αγάλματα. Τους ενθουσίαζε τόσο πολύ η ιδέα ενός τριαντάφυλλου που μέσα σε λίγες μέρες ξεραινόταν, που θέλανε να κάνουν το ίδιο και στο σώμα τους. Θέλανε δηλαδή τόσο πολύ να αποξηράνουν τη ψυχή τους. Βέβαια, για να γίνει αυτό, αντί για μέρες έπρεπε να περάσουν χρόνια και μέσα σε αυτά τα χρόνια έπρεπε να αποφεύγουν τη βροχή, το νερό, το γέλιο, την ελπίδα, την αγάπη. Πράγμα δύσκολο για κάποιους, μιας και αγαπάγανε παράφορα το μίσος, τη μισαλλοδοξία, τη βία. Με νομοτέλεια όμως καταφέρανε το στόχο τους. Γίνανε αγάλματα σε πλατείες και μουσειακά είδη σε ψαροταβέρνες. Καταφέρανε να μαρμαρώσουν τα συναισθήματά τους επίγεια, αλλά και επουράνια. Παρ’ όλα αυτά, οι επιγραφές πάνω στις πλάκες δεν έγραφαν τίποτα, ούτε καν τα ονόματά τους…

_

Εμπνευσμένο από το τραγούδι: Χρόνια σαν τριαντάφυλλα 
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης

Κατά λάθος

Αν μπορούσαμε να στεγνώσουμε όλα μας τα λάθη σε ένα μόνο φύσημα του ανέμου θα το κάναμε;

Κάποιος μας κάρφωσε να ζήσουμε σε αυτήν τη γη, οπότε τα λάθη μας, αλλά και τα σωστά τα κουβαλάμε στην παλάμη μας. Ύστερα, γνωρίζουμε ανθρώπους κι όσο περισσότερο τους ακουμπάμε, τόσο τους γεμίζουμε με λάθη. Ολόκληρος ο κόσμος αποτελείται από λάθη. Τυπογραφικά, λάθος εκτίμηση του καιρού, λάθη εκ του αποτελέσματος, εκ παραδρομής, εσκεμμένα λάθη. Παρ’ όλα αυτά και τα λάθη είναι σωστά. Είναι ο δρόμος για να κάνουμε λιγότερα λάθη.

Η ζωή μας γλυκαίνει όταν κάνουμε λάθη, αρκεί να έχουμε τα κότσια να τα παραδεχόμαστε. Πόσα “λάθη επί λαθών” έγιναν η αφορμή για κάτι καλύτερο; Πόσα από αυτά τα “κατά λάθος” έγιναν όμορφες σχέσεις;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ.