Μόνος στο έρημο νησί

12657279_1153414828015952_3822861443852518159_o
Στίχοι: Γιώργος Ιατρίδης
Μουσική: Παντελής Σπύρου
Τζουράς: Παντελής Σπύρου
Κιθάρες: Κωνσταντίνος Υφαντής
Τσέλο: Άννα Λιόκα
Παραγωγή-Σκηνοθεσια: Παντελής Σπύρου
Διεύθυνση φωτογραφίας: Χρήστος Τσιότρας
Μοντάζ: Γιώργος Αιλιανός
Άντρας: Άγγελος Παπουτσής
Συμμετοχή: Λυσίμαχος Παπουτσής

Μόνος στο έρημο νησί
ο μόνος φίλος μου με έχει κάνει πέρα
κι ο μόνος γείτονας δε λέει καλημέρα
πίσω απ’ το τζάμι με κοιτάζει το πρωί

Μόνος στο έρημο νησί
βλέπω τον κόσμο από δυο εφημερίδες
και τη σιωπή μου ξεφυλλίζω στις σελίδες
νιώθω να χάνω και τη λίγη αντοχή

Μόνος στο έρημο νησί
μία φωνή, έστω μια κόρνα αυτοκινήτου
να καταλάβω την ανάσα κάποιου τρίτου
πάντα το λίγο μου αρκούσε για πολύ

Μόνος στο έρημο νησί
κλείνω διπλό τραπέζι στην κλειστή ταβέρνα
κι η συνοδός η μοναξιά, μου λέει κέρνα
έχεις εμένα, τι άλλο θέλεις στη ζωή

Κανόνες τονισμού

Τους τόνους που μου μάθανε στο πρωινό σχολείο
τους έφαγα μια Κυριακή στο δίπλα καφενείο
και μείνανε τα γράμματα χωρίς κάνα κεφάλι
μα το δικό μου κάνανε να βράζει σα καζάνι

Οι δάσκαλοι μου λέγανε για την περισπωμένη
μα εγώ την άφηνα γυμνή στο δρόμο πετάμενη
και στην προπαραλήγουσα να θέτεις πάντα οξεία
για να μη μείνει μοναχή και πάθει ασφυξία

Στο πίνακα με σήκωναν τις λέξεις να τονίσω
μα τόνιζα τις άτονες χωρίς να τους ρωτήσω
μα το τροπάρι τους αυτοί, συνέχιζαν εντέλει
η παραλήγουσα μακρά στο τέλος στίξη θέλει

Μου φώναζαν να θυμηθώ έστω κι ένα κανόνα
στις λήγουσες τα ρήματα να βάζεις την κορώνα
και γράφανε με κίτρινο όλες τις εξαιρέσεις
καλά καλά δε έμαθα ούτε τις παρενθέσεις

Και τώρα που μεγάλωσα, οι τόνοι με φοβούνται
γιατί απόκτησα πειθώ χατίρι δεν αρνούνται
τους τονισμούς πια έμαθα και γράφω και τραγούδια
και κάνω τα στιχάκια μου ξενόφερτα λουλούδια

Θράσος Κ.

Τα όνειρα που έβλεπες σε κύκλωσαν σα φίδια
σε θρέψανε με αφορμές χωρίς να δεις που πας
και νόμιζες πως έτρεχες, μα έτρεχες στα ίδια
στα μέρη που δεν έμαθες ποτέ να αγαπάς

Νανούρισμα οι προσευχές που προσπαθείς να κάνεις
τις νύχτες που τα φάρμακα γλυκαίνουν το νερό
και παραμύθια με κακούς μ’ αυτά να ανασάνεις
τις ώρες που τ’ ονείρατα σου κλέβουν το καιρό

[R]

Το μάτιασμα που ήθελες στα μάτια να μας ρίξεις
σε φόβιζε σαν όνειρο δίχως το γυρισμό
το μέλλον μας, στο μέλλον σου στα χέρια σου αγγίξεις
και έπλαθες το μύθο σου να μοιάζει με χρησμό

Ποτέ δε μπόρεσες να δεις τα όνειρα των άλλων
γιατί όπως μας έλεγες δε ζούσες τη ζωή
αυτή που πάντα έψαχνες στα λόγια των μεγάλων
τα λόγια που θα ήθελες να είχες πει εσύ

_

Αφιερωμένο στον Θράσο Καμινάκη

Οι α-νοητες γραμμές ενός τετραδίου

Κρυβόσουνα συνέχεια σε ένα λευκό σεντόνι
σ’ ένα χαρτί που έπλεξες να ζήσεις για φωλιά
και έψαχνες στο άπειρο το δρόμο που τελειώνει
τον δρόμο που θα στόλιζε την άδεια σου αγκαλιά

Τα λόγια που μας χάρισες τα κάναμε κορνίζα
και τα φιλήσαμε βουβά χωρίς καμιά ντροπή
μα πως να φύγει η μοναξιά που ‘ναι βαθιά στη ρίζα
χωρίς να πάρεις είδηση μας γέμισες σιωπή

[R]

Είκοσι χρόνια ύστερα τι θέλεις απ’ το φως μας
μονολογήσου μόνη σου επάνω στη σκηνή
μία σκηνή που έφτιαξες για να ‘σαι ο άνθρωπός μας
να παίζεις και να τραγουδάς στο πάτωμα γυμνή

Στα σύνορα της αρετής, στα σύνορα της πλήξης
οι στίχοι που μας άφησες γερή κληρονομιά
κι όλα αυτά που πίστευες πως έχεις να μας δείξεις
ήταν σαν μια παράσταση μέσα στην ερημιά

Μόνος στο έρημο νησί

Μόνος στο έρημο νησί
ο μόνος φίλος μου με έχει κάνει πέρα
κι ο μόνος γείτονας δε λέει καλημέρα
πίσω απ’ το τζάμι με κοιτάζει το πρωί

Μόνος στο έρημο νησί
βλέπω τον κόσμο από δυο εφημερίδες
και τη σιωπή μου ξεφυλλίζω στις σελίδες
νιώθω να χάνω και τη λίγη αντοχή

Μόνος στο έρημο νησί
μία φωνή, έστω μια κόρνα αυτοκινήτου
να καταλάβω την ανάσα κάποιου τρίτου
πάντα το λίγο μου αρκούσε για πολύ

Μόνος στο έρημο νησί
κλείνω διπλό τραπέζι στην κλειστή ταβέρνα
κι η συνοδός η μοναξιά, μου λέει κέρνα
έχεις εμένα, τι άλλο θέλεις στη ζωή

Η αφήγηση ενός ναυαγού

Ναυάγησα σε πέλαγο που ήλιος δεν το βλέπει
μήτε Θεός και διάβολος δε ξέρουν εδώ πέρα
ούτε καλό, ούτε κακό η μοίρα μου, μου πρέπει
κι είμαι σαν τρύπιος αετός σε καθαρά Δευτέρα

Κολύμπησα σε μια στεριά μα ήταν κλειδωμένη
η πόρτα και η εξώπορτα δεν άνοιγαν καθόλου
και ξανά βούτηξα ξανά στη θάλασσα τη ξένη
που μου μιλούσε άσχημα με ρήματα του κώλου

Περπάτησα στα κύματα και βρήκα ένα γεφύρι
που ήταν οι πλάκες του παλιές και ξεχαρβαλωμένες
Θεέ μου έλεγα καλέ, κάνε μου το χατίρι
μην πέσω στις ακριανές, μην πέσω στις σπασμένες

Κατέληξα μες το νερό και μες τα μαύρα φύκια
να μου μιλούν οι κάβουρες, να μου μιλούν οι γλάροι
μα απ’ τις φωνές τους ξύπνησα με άμμο στα μανίκια
σε ένα νησί που ζούσανε ιθαγενής με χάρη

Με ‘βαλαν πάνω στην πυρά να δουν αν θα με φάνε
μα είχα σάπιο τρίχωμα και έτσι με αφήσαν
ναυάγια και διακοπές στο διάολο να πάνε
και ναυτικοί που είπαν πως, τη θάλασσα αγαπήσαν

Στα κέρατα του ταύρου

Οι στίχοι από το είκοσι ως και το δυοχιλιάδες
είναι τα δάκρυα αυτών, που ‘γραφαν με ψυχή
ανάρμοστοι πολιτικοί σαν αυστηρές μανάδες
δεν άφηναν το αλφάβητο να μπει μες στη ζωή

Το αίμα έβαψε αργά τα ποιήματα του Παύλου
κι οι συγγενείς τον έδιωξαν να φύγει μακριά
το Rock όμως γεννήθηκε, στα κέρατα του ταύρου
καρφώθηκαν τα ακόντια βαθιά μες την καρδιά

Ο Μάνος μας ξεπέταξε στη φάμπρικα της πείνας
και το μυαλό μας έπηξε μόνο απ’ τη δουλειά
ονείρατα και έρωτες στα δίχτυα της ρουτίνας
όσο γερνάει η θάλασσα, γερνά κι η αρχοντιά

Ποντάρισα τα χρόνια μου μέσα στο πρακτορείο
μα κέρδισε η μοναξιά που ‘ναι τόσο ζεστή
οι λύπες με δικάζουνε σε κάποιο θεωρείο
εκεί που οι στίχοι γράφονται μονάχα σκαλιστοί

Θολή φωτογραφία

Η θάλασσα κρεμιέται στις φωνές
σ’ αυτές που για αγάπες δε μιλάνε
το σώμα να νικήσουν με στιγμές
τη τέρψη προσπαθούν να λησμονάνε

Τα κύματα στολίζουν το λαιμό
φορώντας του μια γεύση απ’ αλμύρα
στα πάθη να φορέσουν φυλακτό
να αποστραφούν απ’ τη κακιά τη μοίρα

[R]

Με εμπνεύσεις χρωματίζουν τις νυχτιές
κι αποστηθίζουν φράσεις ποιημάτων
τις ώρες που θα έρχονται οι φωνές
από τον άλλον ήχο των κυμάτων

Τα βράχια προτιμούν απ’ τη στεριά
γιατί η στεριά τους φέρνει μια ναυτία
τα λόγια τους θυμίζουν ξαστεριά
μα οι πράξεις τους θολή φωτογραφία

Τις μέρες που φοβούνται να ξυπνούν
σκεπάζονται με καθαρό σεντόνι
στους δρόμους πάλι μόνοι τριγυρνούν
να βρούνε κάτι για να τους λυτρώνει

Κι ο δρόμος τους πηγαίνει στις ακτές
εκεί που τα αινίγματα θα λύσουν
με ικεσίες και με προσευχές
σκιές από το σώμα τους να σβήσουν

Ο βυσσινόκηπος

Μες στις λέξεις μου φωλιάζει ένα δέντρο μοναξιάς
και το πνίγω σε ένα κύμα, που περνάει
μα σου ψιθυρίζω λόγια που δεν άκουσες ποτέ
και πολλά που το μυαλό σου, δε χωράει

Η φωνή σου διαπερνάει τις στιγμές που δεν κρατούν
και τις κάνει να φωνάζουν, με το σώμα
στις αισθήσεις παραβγαίνω να μου δείξουν πως μπορώ
να κρατήσω το φιλί σου, λίγο ακόμα

Και τα μάτια μου θολώνουν στη δική σου τη ματιά
που με κέρασες κεράσια ένα βράδυ
και η γλύκα τους με κάνει στα αλήθεια να απορώ
πως οι άνθρωποι νηστεύουν και το χάδι

Και στα βυσσινιά σου χείλη την ανάσα μου ξεχνώ
και κομπιάζω όταν βήχεις, στους χειμώνες
και του παραδείσου οι κόρες σε ζηλεύουν σαν κρασί
που δεν ήπιανε ποτέ τους, στους αιώνες

Και του ουρανού οι ρίγες χρωματίζουν τα λεπτά
τα λεπτά που τρέχουν πάλι και περνάνε
και τα χέρια σου γλιστράνε, σαν τους δείκτες ρολογιού
που όλο θέλουν να γυρίσουν, μα ξεχνάνε

Ημισέληνος

Στα πλαίσια μιας άσκησης στο Μικρό Πολυτεχνείο, όπου το θέμα της άσκησης ήταν να γράψουμε ένα παραμυθοτράγουδο, με ήρωα, τόπο, δράση, χρόνο, τρόπο. Προέκυψε αυτό εδώ το τραγούδι.

Ένα παιδί απόδημο με τσάντα και σανδάλια
στο δρόμο βγαίνει για να δει ελεύθερα φεγγάρια
Τετάρτη είναι το πρωί στην έρημη την Πόλη
δερβένι φτάνει απ’ νωρίς την κατακλύζει όλη

Καθώς αρχίζει διαδρομή θυμάται την πατρίδα
αυτή που έμεινε μικρή, μικρή και η ελπίδα
να ψάχνει για παράσημο σε ξένη χώρα μέσα
τώρα που γύμνωσε η κάρδια και χάθηκε η μπέσα

Δεύτερη νύχτα μοναχό ιδρώνει και κοιμάται
η σκέψη η κατεχόμενη στα σύνορα πλανάται
έχει μαζί του τον καιρό άρχισαν τα μελτέμια
οι φόβοι του λυθήκανε του χάρισαν τα γκέμια

Στον άλλο λόφο συναντά ένα μεγάλο φράχτη
που τον κεντά με κούραση το ξύλινο αδράχτι
στη λίμνη Ασκεχίρ βουτά, να πνίξει το καημό του
που έγινε το φυλακτό στο καθαρό λαιμό του

Μες στου Βοσπόρου τα στενά τα ψίχουλα στερεύουν
τώρα φυσά απ’ το Νοτιά οι άνεμοι θεριεύουν
μιλά με ξένους, με φτωχούς, λογάδες και μπεκρήδες
στο νου του έρχονται ξανά χαμένες Ατλαντίδες

Τα κλάματα στις κώχες του ποτίζουν το σκοτάδι
και στης Αλάνιας το πορθμό ψάχνει να βρει καράβι
το σπιτικό του νοσταλγεί που άφησε ξωπίσω
μα ’ναι μπροστά το σπιτικό θαμμένο μες το γείσο

Ο λογισμός του πάτησε στο υπόδουλο το χώμα
αντί να γίνει ο σεβντάς του χάραξε το σώμα
της Λευκωσίας τα βουνά απλώνονται σα χέρι
που οι κορφές μοιράζονται το ίδιο το αστέρι

Πάνω στη δίκοπη γραμμή στέκει απορριμμένο
πως γίνεται ένα νησί να μένει χωρισμένο
και πως το τέμνει η βροχή της θάλασσας τ’ αγιάζι
που με της Κύπρου το κορμί κανένα δε το μοιάζει

Με θέα τον ακάλυπτο

Σε ένα στενό υπόγειο
χωρίς καθόλου φώτα
ανάψαμε τρία κεριά
να μοιάζουν βαρελότα

Δίπλα απ’ το παράθυρο
στο ραγισμένο τζάμι
κοπήκανε τα όνειρα
τα πήρε το ποτάμι

Και την στιγμή του τραπεζιού
του κόσμου το ρεγάλο
συλλάβισα το φαγητό
να μοιάζει πιο μεγάλο

Η ευχή των αστεριών

Συλλαβίζεις με τα χείλη σου τα αστέρια
και φοράς όλη την νύχτα στην ματιά σου
πόσα άραγε να πέφτουν στην ποδιά σου
πόσα άραγε να κρύβεις μες στα χέρια

Σε ποια γλώσσα τους μιλάς και σου μιλάνε
ποιο τραγούδι ψιθυρίζουν στο σκοτάδι
αχ, να έκλεβα απ’ το χέρι σου ‘να χάδι
τότε θα άκουγα, κι ‘γώ πως τραγουδάνε

photo: http://www.flickr.com/photos/sixtwelve/