Σκούρο γκρι

Ζαμπέτα ακούγαμε μαζί, στου Βύρωνα τις σκάλες
και βλέπαμε τις κάντιλακ να τρέχουν σα σκιές
ονείρατα και έρωτες δύο μικρές ψιχάλες
σε ένα καιρό νεροποντής που γέρνει τις συκές

[R]

Φωνές απ’ το διάδρομο, μιλάει μια τσαγιέρα
το τσάι είναι χωρίς νερό, κρύο σαν παγωτό
στους συγγενείς που ήρθανε για βιαστική βεγγέρα
θα τους κεράσουμε ψυχή, βασιλικό πολτό

Ασπρόμαυρο το μέλλον μας, ασπρόμαυρη η φωνή μας
τα χρώματα υπάρχουνε μόνο στο σινεμά
ας έβαφαν με σκούρο γκρι, μια νύχτα απ’ τη ζωή μας
κι ας ζούσαμε το αύριο σα μια στενή θηλιά

Ο ποδηλάτης

Όλες οι βόλτες σ’ ήτανε μονόδρομες πορείες
σε μια συνήθεια έχτισες ολόκληρες στιγμές
κι ο λογισμός σου άρχισε να πλέκει ιστορίες
πως θα μπορέσεις να κρυφτείς, στου χρόνου τις ρωγμές.

Τα βράδια είχες ξεναγό φεγγάρια λυπημένα
αυτά σου δείχναν διαδρομή, αυτά και γυρισμό
και διάλεξες ποδήλατο που να μην έχει φρένα
για να περάσεις μια ζωή, χωρίς σταματημό.

Πετάλι έκανες ξανά στα ίδια μονοπάτια
σε εκείνα που σου άρεσαν και πήγαινες μικρός
μα γρήγορα λησμόνησες των φίλων σου τα μάτια
γιατί κι αυτά σου θύμιζαν, πως πέρναγε ο καιρός.

Στην παιδική ανάσα σου θολές οι αναμνήσεις
και περιμένεις λύτρωση από το πουθενά
και στο Θεό προσεύχεσαι το χρόνο να νικήσεις
να αντέξεις όσο γίνεται, να αντέξεις στη σκουριά.

Δημοσιεύτηκε και εδώ: http://www.e-charity.gr/final.php?id=669&tef=May&y=2012

Ροντέο

Οι έρωτες τρέχουν σαν άλογα δίχως τα γκέμια
και εμείς προχωράμε κοιτώντας το χρώμα της χαίτης
οι έρωτες φεύγουν, Σεπτέμβρη καιρό στα μελτέμια
χωρίς να θυμούνται ποιος είναι στα αλήθεια δραπέτης

Το κλάμα του ονείρου χαράζει τα μέσα μας βράχια
τα θρύψαλα παίρνουν μορφή, αφορμή για καυγάδες
τα μάτια μας έχουν οξύ και ποτίζουν τα βράδια
τα βράδια που μοιάζει η ζωή να σκοτώνει φονιάδες

Κοιτάζω στο δρόμο τις φάτσες που κρύβουν τη μάσκα
στα λόγια πνιγήκαν στις πράξεις γελούν και οι ίδιοι
εκεί που χρειάζεται θάρρος, αφήσανε λάσκα
και έχω για προίκα εγώ τη ντροπή που τους πνίγει

Το σήμερα τέλειωσε χτες και το αύριο σβήνει
ροντέο το μέλλον μιας χώρας, που αστράφτει σε λάσπη
ποιος χείμαρρος θα ‘ρθει με θαύματα να μας ξεπλύνει
στο βούρκο που ζήσαμε, ζούμε και ίσως μας θάψει