Η θεά και η τύχη

Είναι Σάββατο βράδυ, η θερμοκρασία στο Φάληρο είναι οχτώ βαθμούς Κελσίου, αλλά μέσα στη βιβλιοθήκη του Σταύρος Νιάρχος έχει μια αφόρητη ζέστη. Ιδανικός προορισμός το Νιάρχος τις μέρες των Χριστουγέννων, μιας και είναι τόσο όμορφα στολισμένος ο χώρος που νομίζεις πως βρίσκεσαι σε μία όμορφη πόλη του εξωτερικού. Η αλήθεια είναι πως όλα μοιάζουν πιο φωτεινά τα Χριστούγεννα, αλλά κάτω από τα λαμπάκια θα συναντήσεις τη μοναξιά, τη δυστυχία, αλλά και τη ανημπόρια των ανθρώπων. Άλλωστε, τόσα χρόνια έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, πίσω από τα συναισθήματά μας, πίσω από τα ψέματά μας. Φωταγωγίζουμε μόνο την πλευρά που θέλουν να δουν οι άλλοι και τοποθετούμε το αστέρι τόσο ψηλά που ούτε οι ίδιοι δε το φτάνουμε, ούτε καν το βλέπουμε.

Ένα αγόρι, με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, μεγάλα κοκάλινα γυαλιά και ελαφρώς αξύριστο μούσι κάθεται και διαβάζει για τη σχολή του, την ώρα που μια όμορφη κοπέλα, με μακριά μαλλιά, ωραίο σώμα πλησιάζει και κάθεται ακριβώς δίπλα του. Αφού συστήνονται με τα μάτια, καταλαβαίνουν και οι δύο πως μάλλον θα προκύψει κάτι ανάμεσά τους. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι η κοπέλα πήγε στο μπάνιο, μαζί με την τσάντα της· έβγαλε στην αρχή την μπλούζα, μετά το παντελόνι και τέλος το κορμάκι της. Αφού είχε μείνει γυμνή πήρε το κορμάκι και το τοποθέτησε μέσα σε ένα βιβλίο. Ύστερα ντύθηκε και ξαναπήγε στη θέση της, έσπρωξε το βιβλίο προς το μέρος του αγοριού και τον κοίταξε με πάθος. Εκείνος, η αλήθεια είναι δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν, απλά καταλάβαινε πως το βιβλίο είχε κάτι μέσα. Άνοιξε την επικειμένη σελίδα, που “όλως τυχαίως” ήταν στη σελίδα 69, και είδε το εσώρουχο της κοπέλας. Αν και σπάνια άλλαζε έκφραση το πρόσωπό του, τότε γελούσαν ακόμα και τα μουστάκια του. Ενθουσιάστηκε πάρα πολύ. Έπιασε το βιβλίο και το στερέωσε με τη ράχη του να ακουμπάει στην έδρα, έτσι, το βιβλίο σχημάτισε δύο αμβλείες γωνίες. Κατέβασε το κεφάλι του προς τις σελίδες και κλείνοντας τα μάτια του μύρισε το εσώρουχο της κοπέλας. Ο συνδυασμός από την μυρωδιά του σώματος της κοπέλας και από τις σελίδες του βιβλίου έφτιαξαν έναν όμορφο χαρμάνι που τον καύλωσαν.

Πήρε με τρόπο το μαύρο κορμάκι και το έβαλε μέσα στην τσάντα του. Ύστερα, έγραψε με μολύβι πάνω στο βιβλίο και την ρωτούσε να του πει το κινητό της. Αρκετά ρομαντικό για την περίσταση, αλλά αυτό του ήρθε. Ο χρόνος της αναμονής βοήθησε το αγόρι να επεξεργαστεί κι άλλο την ομορφιά της κοπέλας. Φινέτσα, κοφτερή ματιά, νάζι, ήταν μια θεά. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, τον έγδυσε από πάνω μέχρι κάτω και του έγραψε με κόκκινο στυλό το όνομά της στο Facebook. Εκείνος ίσα που κοίταξε το όνομά της και αμέσως σηκώθηκε μαζί με την τσάντα του προς το μπάνιο. Αρχικά, της έστειλε αίτημα φιλίας, ύστερα, στερέωσε το κινητό του στην τουαλέτα και άρχισε να πιάνει τον πούτσο του. Κάπου εκεί άρχισε να τραβάει βίντεο. Σκεφτόταν τη μυρωδιά, την κοπέλα, την στιγμή, τα Χριστούγεννα· ύστερα πήρε στα χέρια του το μικρό κορμάκι και το έβαλε ανάμεσα στον πούτσο του. Άρχισε να αυνανίζεται για πάρτι της. Ώσπου, τελείωσε μετά από λίγο. Ύστερα, πήγε να πιάσει θέση πλάι στην κοπέλα, αφού έκατσε, της έστειλε το βίντεο.

Το γυναίκειο ένστικτο είναι τόσο ανεπτυγμένο που εκείνη είχε καταλάβει ακριβώς τι θα έκανε το αγόρι. Το μόνο που έμενε να μάθει ήταν πόσο μεγάλο ήταν το πουλί του αγοριού. Αφού είδε λίγα δευτερόλεπτα πήρε το ίδιο χαμόγελο όπως και εκείνος όταν είδε το εσώρουχο. Αξίζει να πούμε πως φάνηκε ευχαριστημένη κι από το μέγεθος… Αφού είδε μέχρι τέλος το βίντεο, έκανε πίσω την καρέκλα της, σηκώθηκε ξαφνικά και περπάτησε γρήγορα προς την έξοδο. Το αγόρι σάστισε και δεν ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε και εκείνος βιαστικά και άρχισε να την ακολουθάει. Το κορίτσι περπάταγε τόσο γρήγορα που κάποιες φορές ήταν δύσκολο να τη διακρίνει, επίσης, το Ίδρυμα είχε τόσο κόσμο τις μέρες των Χριστουγέννων που δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. Το αγόρι τα έχασε τελείως, όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν είχε συνειδητοποιήσει τίποτα. Μετά από λίγο δεν μπορούσε να την διακρίνει καθόλου, την είχε χάσει οριστικά. Έκατσε ακίνητος για λίγο και κοιτούσε σαλεμένος το πλήθος. Δευτερόλεπτα μετά ήθελε να πάρει μια βαριοπούλα και να κοπανήσει το παγοδρόμιο που ήταν εκεί στημένο και ακόμα να ξεριζώσει τα γένια από όλους αυτούς τους αποκρουστικούς Αγιοβασίληδες και ακόμα να σύρει με έλκηθρο όλα τα καλικαντζαράκια που του χαμογελούσαν εριστικά.

Περάσανε τρείς μέρες από την συνάντηση των δύο παιδιών και κανείς από τους δύο δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής. Αν και, κανονικά, το κορίτσι θα έπρεπε να δώσει κάποια εξήγηση. Το αγόρι αποφάσισε τότε να της στείλει στο Messenger, έτσι, χωρίς να το πολύ σκεφτεί έγραψε: «Κακό δεν είναι να χωρίζουν δυο άνθρωποι, κακό είναι να μην ενώνονται ποτέ. Χρόνια σου πολλά!» Μιας και ήταν Χριστούγεννα εκείνη την ημέρα, είπε να δείξει καλός, έτσι, της ευχήθηκε κιόλας. Η ζωή μοιάζει με ένα ατέρμονο παιχνίδι. Στο παιχνίδι αυτό μπορούμε να αψηφήσουμε τους κανόνες, να φτιάξουμε δικούς μας κανόνες, μπορούμε να πάμε με το γράμμα του νόμου, μπορούμε να σταματήσουμε να παίζουμε, μπορούμε να παίζουμε μέχρι να χάσουν οι άλλοι, μπορούμε να παίζουμε μέχρι νικήσουμε εμείς και άλλοι τρόποι που καταλήγουν κυρίως να είναι τεχνάσματα δολοπλοκίας, συμφερόντων και επί παντός του επιστητού να ξεχνάμε να παίζουμε, να γελάμε, να ερωτευόμαστε.

«Δυο άνθρωποι συναντήθηκαν τυχαία, και….» ήταν η απάντηση του κοριτσιού δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Τότε το αγόρι άρχισε να σκέφτεται· αν υποθέσουμε πως όλα είναι ενέργεια τύχης και πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, τότε, πολύ απλά θα προσμένουμε ουρανοκατέβατες καταστάσεις να μας χαϊδέψουν το σώμα και τη ψυχή. Φυσικά και παίζει ρόλο η τύχη, αλλά ποιος έφτιαξε την τύχη, τα τείχη, την ανθρωπότητα, το Νιάρχος, τον αρχιτέκτονα του Νιάρχος; Προφανώς, όλα αυτά τα έφτιαξε ο άνθρωπος και αφού τα φτιάξαμε εμείς (οι προγενέστεροί μας δηλαδή) τότε έχουμε μερίδιο όλοι μας για τα τινά που μας συμβαίνουν. Είτε στα καλά, είτε στα κακά. Ακόμα, σκέφτηκε, πως ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια πληθυσμό που έχει η Αθήνα, δεν γίνεται να συναντηθήκαμε τυχαία. Όχι μόνο εμείς, αλλά και όλα τα ζευγάρια που έχουν ή είχαν υπάρξει. Παίξαμε στο παιχνίδι, ακολουθήσαμε τους δρόμους μας, τις στρατηγικές μας, χάσαμε, νικήσαμε, ξαναχάσαμε, ξανανικήσαμε, ξαναοχυρωθήκαμε και φτου και από την αρχή. Αλώστε, αν είχαμε τύχη ως άνθρωποι, θα κερδίζαμε όλοι στο τζόκερ και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, όμως, οι πιθανότητες είναι κατά μας.

«Δεν είμαι σίγουρος για το αν συναντηθήκαμε τυχαία ή όχι, είμαι σίγουρος όμως για την καρδιά μου. Η καρδιά έχει πάντα δίκαιο. Οι χτύποι της καρδιάς μας είναι ρυθμιστής μιας σχέσης. Η δικιά μου χτυπούσε και έτρεχε όπως ο Κεντέρης όταν τον κυνηγούσαν οι επτά μελαμψοί, με δυο σημαντικές σημειώσεις, η καρδιά μου δεν ήταν ντοπαρισμένη, και έτρεχε και πιο γρήγορα». Το κορίτσι μόλις είδε την απάντησή του συγκινήθηκε ελαφρώς και χαμογέλασε. Ήταν ίσως το καλύτερο μήνυμα που είχε λάβει ποτέ. Εκ των πραγμάτων, έπρεπε να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στο αγόρι. Αφήστε που ήταν και Χριστούγεννα και η εποχή από μόνη της σου βγάζει κάτι πολύ ερωτικό. Σαν να το βλέπει μπροστά της, να έχουν ανάψει φωτιά και να την παίρνει μπροστά στο τζάκι, ύστερα, να έχει χώσει το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της και να τη γλύφει με μανία. «Αύριο θα είμαι στη βιβλιοθήκη, την ίδια ώρα, αν θες έλα…» 

Τα δύο παιδιά συναντήθηκαν ξανά εκεί. Στο ίδιο μέρος, στις ίδιες θέσεις. Μιλήσανε λίγο για το πως περάσανε τις γιορτές, αλλά και το τι είχαν σκοπό να κάνουν την Πρωτοχρονιά. Όσον αναφορά την αλλαγή του χρόνο το αφήσανε και οι δύο ελεύθερο, μάλλον για να πιστεύει ο ένας για τον άλλον πως θα κάνουν κάτι μαζί. Το κορίτσι μετά από λίγο άφησε το χέρι της στο αριστερό γόνατο του αγοριού. Τον ξάφνιασε αυτή η οικειότητα, αλλά του άρεσε παράλληλα. Τότε και εκείνος χάιδεψε το αριστερό της μπούτι. Εκείνη έκανε ακόμα πιο δεξιά και χάιδεψε το καβάλο του αγοριού. Εκείνος με τη σειρά του άρχισε να χαϊδεύει το μουνάκι της μέσα από το τζίν. Τα δύο παιδιά ήταν τελευταία στη σειρά του αναγνωστήριου, οπότε είχαν όλους τους άλλους μπροστά τους, άρα δύσκολα κάποιος θα καταλάβαινε τι κάνουν. Τότε το κορίτσι ξεκούμπωσε το φερμουάρ και άρχισε να παίζει με το πουλί του αγοριού. Εκείνος ένιωθε ωραία, αλλά έσφιγγε τα δόντια του μιας και θα προτιμούσε να είναι οπουδήποτε αλλού, έτσι ώστε να είναι μόνοι τους και να το ευχαριστηθούν καλύτερα. Το κορίτσι συνέχιζε με αμείωτο το ενδιαφέρον, μόνο που τώρα έσκυψε προς το μέρος του και άρχισε να του παίρνει πίπα μέσα στη βιβλιοθήκη. Το αγόρι δεν πίστευε στα μάτια του με την τόση άνεση, ευκολία και άγνοια κινδύνου του κοριτσιού. Όλο αυτό το κράμα, αλλά και επειδή ήξερε να την κάνει πολύ καλά τη διαδικασία έκαναν το αγόρι να χύσει σχεδόν άμεσα μέσα στο φλογερό στόμα της.

–Πιστεύεις ακόμα στην τύχη; Είπε το αγόρι καθώς κατηφορίζανε προς την έξοδο.
–Πιστεύω σε εσένα, είσαι καλό τυπάκι, μπορεί να τα βρούμε εμείς οι δύο. Είπε το κορίτσι με μια δόση υπαινιγμού, αλλά και αυθορμητισμού μαζί.
–Η τύχη για εμένα δεν υπάρχει, είναι όλα όσα δεν κάναμε και τα αφήσαμε στην τύχη. Η τύχη είναι η καλύτερη δικαιολογία για να μην προσπαθούμε.

Εκείνη δε μίλησε.

Λίγο πριν βγουν από το χώρο του Νιάρχος, το αγόρι έπιασε την κοπέλα από τη μέση και άρχισε να τη φιλάει με πάθος. Εκείνη φυσικά ενέδωσε. Ύστερα, το αγόρι την οδήγησε κάπου απομονωμένα, πάντα στον προαύλιο χώρο του Νιάρχος. Αφού σιγουρευτήκανε, ας πούμε, πως δεν τους παρακολουθεί κανείς, το αγόρι έγδυσε το κορίτσι. Μόνο τα κάτω ρούχα. Τώρα είχανε ξεχάσει το κρύο και απλά απολαμβάναμε τη στιγμή· πάντα με προφυλάξεις. Ο καυλωμένος πούτσος του αγοριού έμπαινε πολύ γρήγορα στο μουνάκι της κοπέλας και αυτό την τρέλανε. Ακόμα, είχε τελειώσει ήδη μία φορά σήμερα, οπότε θα άντεχε περισσότερο στην τρελά καυλωμένη μουνάρα της. Το αγόρι αποφάσισε να πάρει εκείνος το πρώτο λόγο στη γνωριμία τους, αποφάσισε στιγμιαία πως θέλει να τη γαμήσει από πίσω. Ήθελε να πάρει μια κάποια μορφή εκδίκησης από την κοπέλα για όσες μέρες δεν του είχε στείλει. Τώρα παραξενεύτηκε εκείνη ευχάριστα, αλλά ενθουσιάστηκε από τον αυθορμητισμό του αγοριού και έδειχνε να το απολαμβάνει. Το σφριγηλό κωλαράκι της κοπέλας έμοιαζε με πυρκαγιά στο Μαραθώνα τον μήνα Αύγουστο. Τελείωσε μέσα της χωρίς να τον νοιάζει κάτι. Ήταν τόσο καυλωμένος που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.

Φεύγοντας από το Νιάρχος συνάντησαν τυχαία έναν λαχειοπώλη. Το κορίτσι έπεισε με τα πολλά το αγόρι να αγοράσουν δύο πρωτοχρονιάτικα λαχεία. Ένα που θα διάλεγε εκείνη και ένα που θα διάλεγε αυτός. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος, όπως είπαμε, δεν πίστευε στην τύχη, πίστευε στις δυνάμεις του ανθρώπου και στη λογική. Όμως, είχε περάσει τόσο καλά σήμερα που δε υπήρχε περίπτωση να της χαλάσει κάποιο χατίρι.

Το βράδυ της πρωτοχρονιάς το περάσανε μαζί· στο σπίτι της κοπέλας μαζί με φίλους. Από ότι φαίνεται ξαναπήρε τον έλεγχο το κορίτσι. Βέβαια, περάσανε πολύ όμορφα στο ρεβεγιόν, φάγανε, ήπιανε, γελάσανε, χορέψανε και φυσικά μετά για να πάει καλά ο χρόνος, κάνανε το καθιερωμένο sex. Εκείνη, φορούσε κόκκινα εσώρουχα, έτσι της είχε πει η γιαγιά της. Κάθε Πρωτοχρονιά να φοράς κόκκινα εσώρουχα για να έχεις τύχη όλη την χρονιά!

Την Πέμπτη, δύο μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου, θα πραγματοποιούταν η κλήρωση του λαϊκού κρατικού λαχείου. Μαντέψτε. Το κορίτσι κέρδισε το αμύθητο ποσό των 2.500.000€! Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά της κοπέλας; Όχι μόνο για το τεράστιο ποσό, αλλά και γιατί θα την έλεγε στο αγόρι! Πως όλα, μα όλα είναι ενέργεια τύχης! Εκείνος, με τη σειρά του, αφενός χαροποιήθηκε υπερβολικά, αλλά της ανέφερε πως εκείνο το βράδυ κάποιος της γάμαγε το κωλαράκι, οπότε, είχε κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να την αποκαλεί κωλόφαρδη!

Μετά από λίγες μέρες τα δύο παιδιά βρεθήκανε σε ένα σαλέ στην Ελβετία, το κορίτσι ένιωθε πως πρέπει να ανταποδώσει με κάποιο τρόπο την ευμάρεια στο αγόρι. Κάπως έτσι όμως εκπληρώθηκε άλλη μία σκέψη της. Τώρα το κεφάλι του αγοριού βρισκόταν από κάτω της και της έγλυφε με μεγαλύτερη μανία –από ότι φανταζόταν– το μουνάκι, εξάλλου, τώρα ήταν και εκατομμυριούχος. Ύστερα, του ζήτησε να την τοποθετήσει κοντά στο παράθυρο και να την πάρει στα τέσσερα. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να βλέπει και τις Άλπεις.

Αυτό είναι που λέμε τύχη βουνό.

Μία από τα ίδια, Δευτέρα – Κυριακή

Θα ξυπνήσεις
Θα πεις πάλι Δευτέρα, αλλά θα ξυπνήσεις
Θα σηκωθείς
Θα κοιταχτείς στον καθρέφτη
Θα πεις «μία από τα ίδια»
Θα ετοιμαστείς
Θα πας στη δουλειά
Στο δρόμο θα έχεις ήδη χάσει και τη λίγη ενέργεια
Θα πας στη δουλειά όμως
Θα ανεβάσεις story στο Instagram
Θα δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα φύγεις από τη δουλειά
Στο δρόμο θα σκέφτεσαι τον απογευματινό ύπνο
Θα φας
Θα κοιμηθείς
Θα ξυπνήσεις
Θα φας γλυκό
Θα δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά φας γλυκό
Θα ονειρευτείς μία καλύτερη ζωή
Θα κοιταχτείς στον καθρέφτη
Θα πεις «μία από τα ίδια»

_

Αυτή η στήλη θα διαρκέσει για μία εβδομάδα (29/10-4/11). Κάθε μέρα θα δημοσιεύεται και ένα νέο κείμενο στο inner.gr. Το κάθε κείμενο θα περιέχει 24 προτάσεις, όσες και οι ώρες.

Τo ξενοδοχείο η «Ελλάς»

Ένα ξενοδοχείο είναι η ζωή –μας– και μάλιστα από τα πιο φτηνά. Παρ΄ όλα αυτά, για όσο μένουμε εδώ θα πρέπει να είμαστε εντάξει με εμάς, με τους γείτονες, αλλά και με αυτούς που μας το νοικιάζουν. Ναι, μας νοικιάζουν τη ζωή και τα όνειρα, από εκεί και έπειτα είναι δικό μας πρόβλημα αν θα ζούμε μια ζωή στο νοίκι ή θα αγοράσουμε κάτι δικό μας ή θα χτίσουμε ένα αυθαίρετο πάνω στα βράχια.

Στο ξενοδοχείο επικρατεί μια δυσανεξία, μια δυστοπία, μια αναφυλαξία· πάντα κάτι συμβαίνει και κλέβει το χαμόγελο των κατοίκων. Στις φρουτιέρες τα φρούτα είναι πλαστικά και η θέα που φαίνεται στα παράθυρα είναι ζωγραφισμένη. Δέντρα και λουλούδια δεν υπάρχουν γιατί καήκαν όλα. Το ξενοδοχείο βρέχεται από θάλασσα μόνο στο χάρτη, γιατί στην πραγματικότητα βρέχεται από εγωισμό και μισαλλοδοξία. Τα δωμάτια δεν τα βλέπει ούτε καν ο ήλιος –όπως λένε–, δεν εισβάλει ούτε κάποιο μισερό φως.

Στους διαδρόμους των δωματίων θα βρεις πεταμένα χάπια για την κατάθλιψη, φάρμακα για τους γονείς που τα παιδιά τους φύγανε για έξω και βελόνες για να φουσκώσουμε τα βυζιά μας με ορμόνες. Βέβαια, σπάνια θα συναντήσεις κάποιον να διασχίζει το διάδρομο, όλοι οι ένοικοι παραμένουν αγκιστρωμένοι και κλεισμένοι στα δωμάτια τους, στα κελιά τους, στα σπίτια που δουλέψανε δυόμιση ζωές για να τα αποκτήσουν. Ακόμα, κανείς δεν ξέρει τον απέναντι, σαν να έχουν κάνει όλοι μια συμφωνία με όλους να μην μιλάνε, κατά συνέπεια να μην γελάνε, και κατά συνέπεια να μην ερωτεύονται.

Τρυπώνοντας στα δωμάτια θα αντικρύσεις μια λιγοστή αγάπη που έχει μετουσιωθεί σε έπιπλα, σε συσκευές και σε ακριβά εδέσματα. Θα αντικρύσεις ανθρώπους χωμένους σε ηλεκτρονικές συσκευές, καθάρματα να μηχανορραφούν για το πώς θα κάνουν κακό στο διπλανό τους και μπασμένους μες στα πλυντήρια να πλένουν τη δυστυχία τους, αλλά η δυστυχία τους να μην βγαίνει από το δέρμα τους γιατί είναι βαλμένη κατάσαρκα. Μακάρι στα συρτάρια να βρισκόντουσαν βιβλία, αλλά τα συρτάρια είναι κενά όπως και εκείνοι. Στην πραγματικότητα αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν με κομοδίνα.

Το πρόβλημα βέβαια έγκειται στα κουφώματα, στα μπετά, στα μύχια του ξενοδοχείου. Και ανάθεμα αν κάποιος ξέρει τη λύση. Τουλάχιστον μάθαμε ποιοι δεν την γνωρίζουν. Τώρα, η λάμπα από το δωμάτιο στριφογυρνάει από τη μοναξιά, από τις αναθυμιάσεις, αλλά και από τις μνήμες. Μόνο κάποιοι πλασιέ περνάνε ανά στιγμές και αυτοί αφήνουν κάτι φυλλάδια στα γερμανικά… Λίγο πιο μακριά από τα δωμάτια υπάρχει μία λιμνούλα, κάπου εκεί στα λιμνάζοντα νερά υπάρχουν μερικοί ζωντανοί οργανισμοί, ίσως αυτοί οι μικροοργανισμοί να είναι τα μόνα εναπομείναντα ζωντανά κύτταρα ολόκληρου του ξενοδοχείου.

_

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής

Σ’ εκδικήθηκα

Τα Χριστούγεννα είναι η κατάλληλη εποχή ή για να ερωτευτείς παράφορα ή για να τα βρεις με τον εαυτό σου. Η Έλενα στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μόνη. Μια μόνη τραγουδίστρια σε ένα συγκρότημα στην Ελλάδα. Ήταν είκοσι έξι χρονών, είχε όμορφα γλυκά μελιά μάτια και καστανά μαλλιά. Αδύνατη, όμως με πιασίματα και ένα διαπεραστικό ύφος που μαγνήτιζε. Οι σπουδές της στην μουσική ήταν αρκετές, αλλά συγκριτικά με την πορεία της θα περίμενε κάποιος κάτι καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, οι «Otherside», όπως λεγόντουσαν, αποτελούνταν από την Έλενα στη φωνή και άλλα τρία μέλη. Το συγκρότημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα pop dance group με αρκετό φανατικό κοινό.

Στις 25 Δεκεμβρίου, σε δύο μέρες δηλαδή, οι Otherside θα συμπλήρωναν πέντε χρόνια στο μουσικό στερέωμα και για αυτό το λόγο θα πραγματοποιούσαν μια επετειακή χριστουγεννιάτικη συναυλία στο Γκάζι. Τα μηνύματα από τους followers ήταν χιλιάδες, οπότε περίμεναν και την ανάλογη ανταπόκριση στα εισιτήρια. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που είχαν στείλει στην Έλενα για να την ρωτήσουν για το live, αλλά εκείνη ως γνήσια star τους αγνοούσε επιδεικτικά. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν τι θα φορέσει τη μέρα της συναυλίας. Ήθελε να φορέσει ό,τι πιο sexy γινόταν. Έτσι κι αλλιώς γυναίκα ήταν και ήθελε να τραβήξει όσο περισσότερα βλέμματα μπορούσε. Ήθελε να διαλέξει τα δύο πιο ασυναγώνιστα φορέματα. Ήθελε να κοιτάζουν μόνο εκείνη.

Όλα αρχίσανε κανονικά στη συναυλία. Ο κόσμος ήταν υπερβολικά πολύς και η θερμοκρασία είχε ανέβει κατακόρυφα. Ένας λόγος ήταν και το φόρεμα της Έλενας… Το πρώτο φόρεμα ήταν ένα κολλητό μαύρο γκρι ολόσωμο κορμάκι που άφηνε σχεδόν όλο το μπούστο ακάλυπτο. Βασικά, ενωνόταν από την μία άκρη στην άλλη με πολύ μικρά χρυσά κορδονάκια. Το φόρεμα το είχε συνδυάσει με ψηλοτάκουνες ανοιχτές κίτρινες γόβες και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα κάτω. Το ολόσωμο αυτό φόρεμα αναδείκνυε τέλεια τους γοφούς της, αλλά και το όμορφο στήθος της που ξεπεταγόταν σαν λαχταριστά λευκά σοκολατένια μελομακάρονα.

Όταν λοιπόν πραγματοποιήθηκε το πρώτο break η Έλενα πήγε στο καμαρίνι της να αλλάξει. Είχε περίπου δέκα λεπτά στη διάθεσή της, άλλαζε όμως γρήγορα, οπότε μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να χαλαρώσει. Έβγαλε με νάζι το φόρεμα –λες και την κοιτούσε κάποιος– και κατευθύνθηκε προς αυτό που θα φόραγε για το τελευταίο πρόγραμμα. Όταν είδε όμως το σώμα της ολόγυμνο στον καθρέφτη –μιας και δε φόραγε καθόλου εσώρουχα κατά τη διάρκεια της συναυλίας– αναστατώθηκε. Κάτι φούντωσε στιγμιαία τόσο που αυτή η φλόγα δεν έσβηνε ούτε με όλο το νερό του Μαραθώνα.

Άρχισε να τρίβεται και να βάζει δάχτυλο στο αιδοίο της, σκεφτόταν το κοινό να την κοιτάζει και εκείνη να βρίσκεται πάνω στην σκηνή, να γεμίζει με ηδονή όλη τη σκηνή και οι άντρες να… Ώσπου άκουσε έναν θόρυβο, κάτι ακούστηκε σαν βήματα, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρη. Αυτό όμως το θεώρησε για καλό, μιας και σε δύο λεπτά έπρεπε να είναι πάνω στη σκηνή και να ερμηνεύει. Έβαλε αυτή τη φορά ένα μικροσκοπικό κόκκινο δαντελωτό εσώρουχο και ύστερα φόρεσε ένα κόκκινο καυτό μίνι που ήταν από γυαλιστερό υλικό και ακόμα κόκκινες γόβες. Ελαφρώς αλαφιασμένη, βγήκε στην σκηνή.

Η Έλενα ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά της, ήταν επαγγελματίας. Είχε βέβαια τα ελαττώματα μιας ντίβας, αλλά ήθελε πάντα να ξεχωρίζει, να πρωταγωνιστεί. Καθώς τραγουδούσε δε σκέφτηκε ούτε για ένα δευτερόλεπτο την προσωπική στιγμή που είχε στο καμαρίνι της, έμεινε απόλυτα αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε. Τα τραγούδια της πέρα από την ερμηνεία, απαιτούσαν και σκηνική παρουσία, οπότε χρειαζόταν να είναι πολύ συγκεντρωμένη. Όμως, για να είναι συγκεντρωμένη σε αυτό που κάνει, ήταν και πολύ αγχωμένη. Δεν έβγαινε, δεν πέρναγε πολλές ώρες με τους φίλους της, κατά συνέπεια δεν διασκέδαζε. Όλο αυτό της δημιουργούσε ένα στρες, αλλά δεν είχε και χρόνο για να κάνει κάτι άλλο. Ούτε λίγο για να περάσει καλά… Μόνη της ή με κάποιον άλλον…

Καθώς η συναυλία έφτανε προς το τέλος, παρατήρησε στον κόσμο έναν άντρα να την κοιτάει επίμονα, υπερβολικά επίμονα λες και ήθελε να της πει κάτι. Εκείνη ανταπέδιδε στο βλέμμα του άγνωστου και κάθε φορά που τέλειωνε ένα τραγούδι κοίταζε προς τα εκεί. Από ότι κατάλαβε, ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με μαύρα μαλλιά και μούσι, είχε ωραίο ντύσιμο και το βλέμμα του ήταν αποφασισμένο για όλα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα, οπότε δεν έκανε κάποιο νεύμα ή κάποιο σημάδι αποδοχής. Αφού τελείωσε η συναυλία η Έλενα κατευθύνθηκε προς το καμαρίνι της. Η σειρά του προγράμματος τώρα ήταν να αλλάξει, να έρθουν οι fan της για selfie και αυτόγραφα και πιο μετά να δειπνήσει κάπου με τα παιδιά από το συγκρότημα. Κάπου εκεί όταν πήγε να βγάλει το κόκκινο μίνι σκέφτηκε τον άντρα που την κοίταζε. Από ότι παρατήρησε έφυγε ένα τραγούδι πριν τελειώσει η συναυλία, όχι όμως για έξω…

Τα λαμπάκια από το καμαρίνι φώτιζαν την Έλενα καθώς ξεκούμπωνε τα παπούτσια της, εκείνη την στιγμή όμως μπήκε ο άντρας μέσα στο καμαρίνι. Ήταν σαν να χίμηξε κάποιο άγριο ζώο προς το θήραμα του. Εκείνος κλείδωσε την πόρτα βιαστικά και λίγο άτσαλα και της είπε «γεια σου». Σοκαρισμένη η Έλενα, ανταπέδωσε με «γεια σου». «Δεν ήθελα να σε τρομάξω, ήθελα απλά να σε δω», είπε ο άγνωστος άντρας. Εντωμεταξύ η Έλενα ήταν σχεδόν γυμνή, γυμνή από τη μέση και πάνω και σχεδόν γυμνή από τη μέση και κάτω μιας και φόραγε μόνο το κόκκινο εσώρουχο της. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο και η Έλενα άφησε το βλέμμα της ελεύθερο να κινηθεί στον άντρα. Η αλήθεια είναι πως της πήρε παραπάνω χρόνο από ότι περίμενε, μιας και ήταν αρκετά ψηλός, είχε βέβαια και ωραία χαρακτηριστικά, της άρεσαν πολύ τα μάτια του. Εδώ παίνευσε λίγο τον εαυτό της μιας και διέκρινε από πολύ μακριά και στο σκοτάδι πως ο άντρας είναι ωραίος. Της άρεσε ο άντρας, αρκετά, αλλά επειδή ήταν γυναίκα έπρεπε να το παίξει λίγο δύσκολη, –έστω και αν φόραγε ένα εσώρουχο– αυτό της ήρθε πρώτο στο μυαλό. Έτσι ψέλλισε, «απαγορεύεται να είσαι εδώ».

Ο άντρας όμως ήξερε και πως απαγορεύεται, και πως ήταν Χριστούγεννα, και πως έχουμε και ένα πάθος παραπάνω τέτοιες μέρες. Έπεσε σχεδόν στα γόνατα και άρχισε να την χαϊδεύει στο αριστερό πόδι. Μετά να τη μυρίζει με το στόμα, και να την φυλάει με τη μύτη. Το σώμα της Έλενας έμοιαζε ταυτόχρονα με βελούδο, αλλά και με λευκή σάρκα που ήθελε να κατασπαράξει. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί ο άντρας –έτσι κι αλλιώς είχε πιει ήδη τέσσερα ποτά– ξεκούμπωσε με θράσος το παντελόνι του. Την γύρισε πλευρά, την έβαλε στα τέσσερα και παραμέρισε ελάχιστα το εσώρουχό της. Άρχισε να τη γαμάει, να τη γαμάει πολύ δυνατά. Εκείνη δεν έφερνε κάποιο δισταγμό. Έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να της ρίχνει στα οπίσθια. Εκείνη ανταποκρινόταν και ενέδιδε στα χτυπήματά του. Ύστερα, την σήκωσε με το ένα χέρι και με το άλλο πέταξε όλα τα καλλυντικά της πάνω στην τουαλέτα της. Την έστησε εκεί και άρχισε να τη γαμάει, παράλληλα της κράταγε ελαφριά το λαιμό με τη ζώνη του. Όσο βίαια της φερόταν ο άντρας τόσο πιο πολύ ενέδιδε η Έλενα. Πάντα ήθελε έστω και για μία φορά να τη βιάσουν. Η όλη πράξη κράτησε δέκα λεπτά. Ο άντρας άφησε το δικό του “αυτόγραφο” στην Έλενα, αλλά και στις φωτογραφίες της που ήταν πάνω από τον καθρέφτη. Αμέσως μετά της άφησε ένα χαρτάκι και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Την επόμενη των Χριστουγέννων, η Έλενα ξύπνησε με τόσο όμορφη διάθεση που ήθελε να φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα ενώ στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου να μαγειρεύει… Αντί αυτού έφτιαξε καφέ και αναλογίστηκε αυτά που συμβήκανε χτες, όχι στο πως παίξανε σαν μπάντα, αλλά στο πως έπαιξε εκείνη με τον άγνωστο άντρα. Ήταν το καλύτερο που είχε κάνει ποτέ. Μακράν το καλύτερο, τα συνδύαζε όλα. Ξαφνικό, ερωτικό, απολαυστικό, παθιασμένο, ωραίος βιασμός, σε χώρο που δε φανταζόταν ποτέ να γίνει, και άλλα πολλά… Τώρα ήταν η ώρα να πάει προς την τσάντα της και να ανοίξει το χαρτάκι που πέταξε ο άντρας. Δεν το είχε ανοίξει τόση ώρα μιας και έλεγε πως θα ήταν το τηλέφωνό του… Ο άντρας όμως πρωτοτύπησε και σε αυτό, το χαρτάκι ήταν κενό. Δεν είχε τίποτα μα τίποτα σημειωμένο. Η Έλενα έπαθε σοκ, δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά και ούτε τι έπρεπε να κάνει.

Αφού ήπιε αρκετούς καφέδες, αλλά ακόμα δεν είχε βρει λύση στο πρόβλημά της αποφάσισε να κάτσει αναπαυτικά στον καναπέ της. Με μόνη πια παρέα τα έτοιμα μελομακάρονα, τις έτοιμες δίπλες, αλλά και το κινητό της. Όσο έτρωγε τα χριστουγεννιάτικα εδέσματα και χάζευε στο Instagram είδε τυχαία το άγνωστο άντρα. Βασικά το πρώτο που αντίκρυσε ήταν ένα εικονίδιο που του έμοιαζε, αμέσως πάτησε και τελικά ήταν αυτός. Της είχε στείλει δεκάδες μηνύματα που γράφανε να συναντηθούν, αλλά εκείνη δεν τα είχε δει καθόλου. Ξανά έπαθε σοκ, αλλά τώρα ανακουφίστηκε ελάχιστα, μιας και τώρα είχε κάποια στοιχεία για αυτόν. Αμέσως του έστειλε μήνυμα, αλλά το μήνυμα δεν παραδόθηκε ποτέ. Άρχισε να αγχώνεται. Δοκίμασε λίγο πιο μετά, όμως πάλι δεν έγινε κάτι. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Ήταν τότε σαν να εξάντλησε τα αποθέματα της για την εύρεσή του.

Για τις επόμενες τέσσερις μέρες η Έλενα ακολουθούσε ένα ίδιο μοτίβο, έβλεπε τηλεόραση, κοιμόταν, έπαιζε με το κινητό της. Ο άντρας πάλι δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής, ούτε και είχε ανεβάσει κάποια φωτογραφία. Στην πραγματικότητα είχε κλείσει το κινητό του από τη στιγμή που έκλεισε με δύναμη την πόρτα στο καμαρίνι της Έλενας. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να πάρει μια μορφή εκδίκησης. Δεν του άρεσε καθόλου που της έστελνε μηνύματα και δεν του απαντούσε. Προτιμούσε να του πει όχι, παρά να αδιαφορεί. Μερικές ώρες όμως πριν αλλάξει ο χρόνος, άνοιξε το κινητό του και αμέσως αντίκρισε αυτό που περίμενε, ειδοποιήσεις από την Έλενα. Ήξερε, πως τόσο καιρό μόνη στο σπίτι θα διάβασε σίγουρα τα παλιότερα μηνύματά της και έτσι θα έβλεπε και τα δικά του μηνύματα. Ο άντρας δεν έχασε χρόνο, την ρώτησε απλά τι κάνει και πού μένει.

Ο άντρας έφτασε στο σπίτι της Έλενας λίγο πριν την αλλαγή του νέου έτους, μιλήσανε με τα βλέμματα και κάτσανε στο εορταστικό τραπέζι που το είχε κάνει εξολοκλήρου εκείνη! Φάγανε κάτι ελαφρύ, ήπιαν μερικές γουλιές σαμπάνια και ύστερα μεταφέρθηκαν στην κρεβατοκάμαρα. Οι σκηνές που ακολούθησαν δύσκολα μπορούν να περιγραφούν με λόγια, το μόνο σίγουρο είναι πως ήταν πολύ καλύτερο σε σχέση με το καμαρίνι, και με περισσότερες φορές. Ο άντρας μοίραζε “αυτόγραφα” σε όλο το σώμα της Έλενας και εκείνη με τη σειρά της γέμιζε με ηδονή το κρεβάτι. Ο νέος χρόνος του βρήκε αγκαλιά. Αυτή τη φορά ο άντρας δεν έφυγε.

Η Αλίκη στη χώρα των σωμάτων

Όταν πραγματοποιείς σχέδια για το μέλλον, κάποιος άλλος γελάει με το παρόν σου.

Η Αλίκη δούλευε ως πωλήτρια σε ένα συνοικιακό μαγαζί με αντρικά ρούχα στην Αθήνα. Ήταν 32 χρονών, καστανή, με καστανά μάτια και με ωραία πιασίματα. Το μαγαζί αποτελούταν από μία υπεύθυνη και τρεις άλλες πωλήτριες. Η υπεύθυνη ήταν μια γεροντοκόρη με ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά, που σε λίγο καιρό θα έβγαινε σε σύνταξη. Οι άλλες τρεις πωλήτριες ήταν συμπαθητικές κοπελίτσες, αλλά με αδιάφορα χαρακτηριστικά. Εκείνη ήταν η πιο όμορφη, αλλά και η καλύτερη πωλήτρια του μαγαζιού· οπότε, πολλές φορές, η ξανθιά υπεύθυνη την άφηνε να διοικεί και μόνη της. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί ότι υπήρχαν ώρες της ημέρας που βαριόταν. Τις ώρες αυτές σκεφτόταν διάφορα, άλλες φορές στιγμές που την είχαν κάνει ευτυχισμένη, κι άλλες φορές πόσο ωραίο θα ήταν να είναι δικό της ο χώρος.

Συνήθως όταν ένας άνθρωπος είναι πολύ καλός σε κάτι, κάπου αλλού έχει αδυναμία. Η αδυναμία λοιπόν της Αλίκης ήταν, οι άντρες. Και επίσης δούλευε στο κατάλληλο μέρος, για να τονωθεί η συγκεκριμένη αδυναμία της. Κάθε φορά λοιπόν, που έβγαινε από τα δοκιμαστήρια ένας ωραίος άντρας, πήγαινε και άνοιγε την κουρτίνα, τάχα για να φαίνεται πως δεν το χρησιμοποιεί κανείς, αλλά στην πραγματικότητα, πήγαινε για να αναπνεύσει αντρικά αρώματα. Δούλευε στη θέση αυτή τους τελευταίους δέκα μήνες, οπότε ήταν η πρώτη της φορά που θα δούλευε Χριστούγεννα… και επίσης ήταν τα μοναδικά Χριστούγεννα που δεν είχε κάποιον να την αγκαλιάσει…

Το ημερολόγιο έδειχνε 29 Δεκέμβριου, και το ρολόι 20:30. Η Αλίκη ήταν μόνη της στο κατάστημα, λίγη ώρα απέμενε έτσι ώστε να τελειώσει η βάρδιά της. Καθώς χάζευε στο facebook της φίλες της να ανεβάζουν τα αγόρια τους και συμμαθήτριες της να φοράνε καυτά φορέματα, το ραδιοφωνάκι έπαιζε ένα Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, εκείνη την στιγμή άρχισε να φαντάζεται πράγματα, βρώμικα πράγματα. Ότι καθόταν στο σαλόνι της με ένα ποτήρι κρασί, και εκεί που βλέπει τηλεόραση, ήρθε κάποιος να την κλέψει… Όμως εκείνη καταφέρνει να τον δέσει… και αρχίζει να τρίβεται πάνω του…  Και λίγο πιο μετά να κάνουν άλλα πράγματα… Αναστέναξε.

Ξάφνου όμως μπήκε μέσα στο μαγαζί ένας άντρας, που ίσως να θύμιζε τον κλέφτη του ονείρου της… αλλά αυτός ήταν πιο, πιο, πιο…

-Γεια σου
-Γεια..
-Θα ήθελα να δοκιμάσω ένα κουστούμι.
-Από εδώ..

Η Αλίκη δάγκωσε το κάτω χείλος της, “έκοψε” τον άντρα από πάνω μέχρι κάτω, και έπιασε στα χέρια της μια μεζούρα. Εκείνος ήταν ψηλός, με ωραίο σώμα, κοντά μαλλιά, ωραία μάτια, και ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπο που τον έκανε ακόμα πιο όμορφο. Αφού λοιπόν διαλέξανε ένα κουστούμι, του έδειξε το δρόμο προς το δοκιμαστήριο. Εκείνος το δοκίμασε, κι αν ήταν μία φορά ωραίος με αυτά που φόραγε πριν, τώρα ήταν απλά υπέροχος! Βγήκε έξω με ύφος και της είπε «πώς είμαι;» Εκείνη δεν μίλησε, απλά έσκυψε στα γόνατα, πήρε τη μεζούρα, και άρχισε να του μετράει τους πόντους από το καβάλο μέχρι τα παπούτσια, και μετά του μέτραγε τη μέση, και για να σιγουρευτεί ξανά το ίδιο. Κάτι άρχισε να εξέχει όμως στο καβάλο…

Το πρώτο πράγμα που έκανε η Αλίκη ήταν να τον χαϊδέψει. Η αλήθεια είναι, πως ακόμη και η ίδια δεν παραξενεύτηκε καθόλου με την κίνησή της αυτή, ίσα ίσα της ήρθε αβίαστα. Της φάνηκε όλο αυτό πολύ αυθόρμητο, σαν να ήθελε να το κάνει από καιρό, και τώρα απλά να συνέβαινε. Πιο ύστερα, εκείνος της είπε, «ήρθε η ώρα να μετρήσεις και αυτό», τότε εκείνη με μια απλή και καθημερινή κίνηση ξεκούμπωσε τη ζώνη του, κατέβασε το μποξεράκι του, και μέτρησε το σκληρό πέος του.

-Το περίμενες;
-Ήταν πέρα από αυτό που φανταζόμουνα…

Η Αλίκη ήταν ένας συνδυασμός συνεσταλμένου, αλλά και αυθόρμητου κοριτσιού. Πότε χρησιμοποιούσε το ένα και πότε το άλλο, ήταν η άμυνά της για να “προχωράει” στη ζωή. Είχε κάνει τέσσερις σοβαρές σχέσεις, αλλά ακόμα κανείς δεν της είχε κάνει το μεγάλο κλικ. Δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνθρωπο που δεν θα μπορούσε να του ξεπληρώσει το καλό που της έκανε, σε όλους τους προηγούμενους μπορούσε…

Και κατ’ ευθείαν εκείνος, με το δεξί του χέρι, έπιασε το πίσω μέρος του κεφαλιού της.. και με το αριστερό το πέος του, και της το έβαλε στο στόμα. Εκείνη άφησε τη μεζούρα τυλιγμένη γύρω από το λαιμό της, και τώρα άρχισε να τον γλύφει. Αφού το έβαλε για δυο λεπτά στο στόμα της, ο άντρας την σήκωσε και άρχισε να την γδύνει. Η Αλίκη φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα μέχρι τον αστράγαλο, όπου αναδείκνυε τις καμπύλες της. Εκείνος της έβγαλε το ρούχο και της άφησε μόνο τα εσώρουχα – για κάποιο παράξενο λόγο ήξερε πως κάτι θα συμβεί σήμερα, και είχε βάλει ένα από τα αγαπημένα της σετ εσωρούχων. Ύστερα, από μόνη της, ξανά έπεσε στα γόνατα και του πήρε πίπα για άλλα τέσσερα λεπτά – δείγμα πως τον ήθελε πολύ. Συγχρόνως κοίταζε τον εαυτό της στους καθρέφτες του μαγαζιού. Σιγά σιγά έβγαλε το σουτιέν της και κατευθύνθηκε, μπροστά σε έναν ολόσωμο καθρέφτη. Στήθηκε. Τον ήθελε τόσο πολύ.

Εκείνος έβγαλε τα παπούτσια του, το παντελόνι του και τα πάνω ρούχα, και πήγε προς το μέρος της. Η Αλίκη κατέβασε λίγο το στριγκάκι της και κρατήθηκε από τον καθρέφτη. Τώρα αυτός έπεσε στα γόνατα, και άρχισε να της φυλάει το κωλαράκι, το αιδοίο και μετά να της βάζει δάχτυλο, και πιο μετά δάχτυλα, αυτά έγιναν σε κυκλική συχνότητα, και ταυτόχρονα τον έπαιζε. Μετά σηκώθηκε όρθιος, και της τον έβαλε. Εκείνη κοιταζόταν μία στον καθρέφτη και μία κοίταζε τα μάτια του άγνωστου άντρα – που ακόμα δεν ήξερε πώς τον λένε ή ποιος είναι. Ένιωθε πολύ ωραία, μιας και εξελισσόταν ένα από τα καλύτερα sex που είχε κάνει. Εκείνος δεν μίλαγε, απλά απολάμβανε το αναπάντεχο πήδημα μαζί της. Αυτή η σχεδόν όρθια στάση κράτησε για περίπου εφτά λεπτά! Η Αλίκη φυσικά αναστέναζε από ευτυχία και ηδονή, στιγμιαία σκέφτηκε πως το μαγαζί δεν ήταν κλειδωμένο, και εκείνη υποτίθεται πως δούλευε τώρα.. αυτό την καύλωσε ακόμα πιο πολύ.

Αμέσως μετά ο άντρας την έστησε σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, αφού είχε πετάξει μερικά ρούχα κάτω. Εκείνη ανάσκελα και εκείνος από πάνω της. Κρατιόταν τώρα από το αριστερό πόδι της και ξανά άρχισε το “σφυροκόπημα”. Παράλληλα της έβαζε το δάχτυλό του μέσα στο στόμα της. Εκείνη για να το κάνει ακόμη καλύτερο, έτριβε την κλειτορίδα της, τον κοίταζε επίμονα, και επίσης ανάσαινε το αντρικό του άρωμα, αλλά και τη μυρωδιά της σάρκας. Μετά από λίγο πήγε από κάτω της και άρχισε να την γλύφει. Περιμετρικά όλο το αιδοίο της, γλείψιμο και ένα ελαφρύ ρούφηγμα, δεν το έκανε πολύ, γιατί ήθελε να συνεχίσει να της τον βάζει ανελέητα. Κάποια στιγμή, η Αλίκη άκουγε στα αυτιά της χαρμόσυνα καμπανάκια, στην αρχή νόμιζε πως αντιχούσαν επείδη πέρναγε τέλεια, αλλά τελικά ήταν άλλο ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι… Κάπου εκεί ο άντρας πήγε να φιλήσει την Αλίκη για πρώτη φορά. Εκείνη φυσικά ανταποκρίθηκε, αλλά σίγουρα περίμενε καλύτερο φιλί.

Μετά από λίγο πήρε τη μεζούρα, έριξε στο πλάι τη γυναίκα και της έδεσε σφιχτά τα πόδια, επίσης η μεζούρα κατέληγε μέσα στο στοματάκι της… Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκέφτηκε ο άντρας κάτι. Πως το ξυρισμένο αιδοίο της Αλίκης –αυτή η πανέμορφη θέα– ήταν ότι καλύτερο για τη γεμάτη άγχος μέρα που είχε. Μετά από λίγο ξανά άρχισε κανονικά να της τον βάζει, και με μεγαλύτερος πάθος τώρα. Εκείνη την στιγμή της έδωσε και δύο δυνατές σφαλιάρες στο κωλαράκι της – αυτό μπορεί να θεωρηθεί δείγμα οικειότητας, αλλά και ότι είχε πανέμορφα οπίσθια. Αφού λοιπόν απολαύσανε την στάση αυτή, της έλυσε τα πόδια από την κίτρινη μεζούρα.

Εκείνη σηκώθηκε, χωρίς να της πει κάτι εκείνος, και άρχισε να του γλύφει τις “χριστουγεννιάτικες” μπάλες. Μετά του είπε να κάτσει στο πάτωμα, ανάσκελα, και πάλι του έγλυφε το πέος, από πάνω μέχρι κάτω. Και ύστερα σαν “69”. Μετά από δευτερόλεπτα έπεσε στους αστραγάλους, αφού τον έγλυψε για ακόμα λίγο, μετακίνησε το σώμα της λίγο πιο κάτω και έβαλε μέσα της το δώρο που της έκανε ο Άγιος Βασίλης – τον πούτσο του άγνωστου άντρα. Αφού λοιπόν για πέντε λεπτά το είχε μέσα της, σκεφτόταν πως τα Χριστούγεννα είναι η πιο ωραία εποχή. Γιατί έχουν πολλές εναλλαγές και πολλές εκπλήξεις! Ένιωθε τόσο ζωντανή και σέξι εκείνη την ώρα, όπου μόνη της πήρε την πρωτοβουλία και τον σταμάτησε, τον σήκωσε και άρχισε να του γλύφει το “κεφαλάκι” του. Αφού περάσανε λίγα λεπτά, –για να δείξει ο άντρας ότι κάνει κουμάντο– την έπιασε από τα μαλλιά και τώρα την είχε απέναντί του. Όρθιο ιεραποστολικό μπορεί να θεωρηθεί η στάση που κάνανε, όχι για πολύ, γιατί ο άντρας ήθελε να τελειώσει. Την κατέβασε κάτω και τελείωσε μέσα στο στοματάκι της. Στο όλο καύλα στοματάκι της.

Ύστερα από όλο αυτό, προέκυψε μια αμήχανη στιγμή· για να “σπάσει τον πάγο” η Αλίκη, ρώτησε.

-Τελικά πώς σε λένε;
-Βασίλη.
-Εμένα Αλίκη.
-Το ξέρω.
-Από πού;

Εκείνος δεν απάντησε, και πάλι δημιουργήθηκε αμήχανη στιγμή. Η Αλίκη χάιδεψε ελαφρά τον άντρα στην πλάτη και τον ξανά ρώτησε με αφέλεια, αλλά και με δόση χιούμορ.

-Τελικά θα το πάρεις το κουστούμι;
-Αλίκη, εγώ είμαι ο καινούργιος σου υπεύθυνος…

Εκείνη έμεινε με ανοιχτό το στόμα, ντράπηκε όσο δεν έχει ντραπεί ποτέ στη ζωή της, και ύστερα του ζήτησε χίλια συγνώμη, αλλά και πάλι ήθελε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί.

Ο Βασίλης σχεδόν αγνόησε τα λόγια της Αλίκης και δοκίμασε να μιλήσει αυτός πρώτος. Της είπε πως αν είναι τόσο υπάκουη στη δουλειά, όπως και στο sex, θα τα περάσουν τέλεια! Της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και της πρότεινε να του κάνει το τραπέζι την Πρωτοχρονιά.

Το 2017 τους βρήκε αγκαλιασμένους, η Αλίκη φόραγε ένα σέξι κόκκινο μίνι φόρεμα και ο Βασίλης το νέο του κουστούμι!

Το μηχάνημα

Το λιμάνι της Νισύρου έμοιαζε με νεκρή ζώνη, η δυστυχία είχε πνίξει το νησί ολοκληρωτικά.

Οι τουρίστες είχαν πάψει να έρχονται εδώ και κάμποσα χρόνια, οι μόνοι επισκέπτες ήταν μερικά γλαροπούλια, όπου κι αυτά ζούσαν σε ένα λήθαργο. Τα καφενεία όλα κλειστά και τα σπίτια ερμητικά κλεισμένα. Οι δρόμοι είχαν γίνει αφόρητα αποκρουστικοί και μονότονοι και όλα αυτά στα μέσα του καλοκαιριού. Ενός καλοκαιριού του 2027.

Οι κάτοικοι ήταν σαν να είχαν παραιτηθεί από τη ζωή. Είχαν κάνει το σώμα τους ένα ναυάγιο από όνειρα και επιθυμίες. Πια οι αισθήσεις τους είχαν σκουριάσει. Γινόντουσαν ολοένα τέρατα με παχιές αντιλήψεις, παχιές κοιλιές και παχιά λόγια. Τα παιδιά του νησιού δυστυχώς δεν είχαν ξεφύγει από τον κλοιό· βγαίνανε ραντεβού και δεν αγγιζόντουσαν, δεν αγκαλιαζόντουσαν, κατά συνέπεια δεν φιλιόντουσαν, σχεδόν δε μίλαγαν, τα πάντα γινόντουσαν ηλεκτρονικά. Γελούσαν μέσα από ηχογραφημένα μηνύματα, χαϊδευόντουσαν μέσα από οθόνες και κάνανε έρωτα μέσα από διαδικτυακές κάμερες. Ο ήλιος πάντως ανέτειλε και έδυε κανονικά.

Αρκετά μακριά από την κατοικημένη περιοχή, στο βουνό πάνω, ζούσε ο δήμαρχος. Ήταν 88 χρονών, τον λέγανε Σωκράτη, και ήταν πολύ πλούσιος, ουσιαστικά αυτός εξουσίαζε το νησί. Διατελούσε χρέη δημάρχου για έβδομη συνεχόμενη χρονιά και οι κάτοικοι τον λάτρευαν, έστω κι αν τους έκανε κακό! Είχε στη δούλεψή του πάνω από είκοσι άτομα, τα οποία ήταν οι προσωπικοί του προγραμματιστές… Ο γέρο-Σωκράτης, το μόνο που έκανε όλη μέρα, ήταν να διαβάζει ξένες εφημερίδες και να πίνει cappuccino· εμπνεόταν από τα ξένα πρότυπα για το πως θα γίνει πιο πλούσιος. Η μανία του όμως ήταν οι εφευρέσεις! Ήθελε να φτιάχνει συσκευές που όλοι οι κάτοικοι ανεξαιρέτως θα έχουν κι από μία.

Η καινούρια του εφεύρεση ήταν κάτι το επαναστατικό για τον τόπο, η ιδέα βέβαια προερχόταν από την Αμερική. Είχε κυκλοφορήσει πρώτα στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά εξαπλωνόταν και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Ζήτησε από τους προγραμματιστές του δηλαδή, να φτιάξουν ένα μηχάνημα, όπου θα εισάγει αισθήματα, και στην έξοδο θα βγάζει χρήματα. Σε πρώτο στάδιο, η ιδέα του αυτή, δεν θα του απέφερε κανένα κέρδος. Παρά μόνο κάποια ψευτοαισθήματα που θα είχαν να του δώσουν οι κάτοικοι. Ο γέρος όμως, ήξερε καλά, πως οι άνθρωποι είναι άπληστοι, και δεν βλέπουν τίποτα παραπάνω από την επιφάνεια. Και πως θα δίνανε και το τελευταίο τους γέλιο και δάκρυ για να πλουτίσουν λίγο περισσότερο. Ύστερα, έχοντας μια κοινωνία με μηδέν αισθήματα, θα ήταν εύκολο να την κάνει ό,τι θέλει. Οι άνθρωποι τότε θα έμοιαζαν με πιόνια στην ασπρόμαυρη σκακιέρα του. Ήδη, έφερναν σε υπνωτισμένα όντα.

14986246786_dfae0b8358_k

Έτσι και έγινε, τοποθέτησε το μηχάνημα στη κεντρική πλατεία του νησιού και περίμενε τα αποτελέσματα. Ο τρόπος εισαγωγής των αισθημάτων ήταν απλός. Βάζανε το αριστερό τους χέρι σε μία θύρα και εκείνη διάβαζε με τη βοήθεια ενός βιομετρικού συστήματος τη ψυχή του ανθρώπου. Οι πρώτοι Νισύριοι που το δοκίμασαν ήταν άνδρες και έμειναν απόλυτα ικανοποιημένοι, βέβαια, δεν είδαν καμιά διαφορά στο χαρακτήρα τους, ούτε οι γυναίκες τους πρόσεξαν κάτι. Χαρίζανε αισθήματα και συναισθήματα απλόχερα στο μηχάνημα, χωρίς να τους νοιάζει το αύριο. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και μετά από λίγες ώρες σχηματίστηκαν ουρές χιλιομέτρων. Από εκεί που κανείς τους δεν έβγαινε από το σπίτι, τώρα όλοι οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί στη πλατεία, λες και ήταν του Αγίου Νικήτα, του πολιούχου του νησιού.

Λίγες μέρες μετά την χρήση του μηχανήματος οι άνθρωποι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Πούλαγαν τότε την ευτυχία και γινόντουσαν ακόμα πιο πλούσιοι! Τώρα οι συνήθειες τους αλλάξανε, έβρισκαν χαρά μόνο στον καταναλωτικό οργασμό. Αγοράζανε ως επί το πλείστον, ακριβά αντικείμενα. Αντικείμενα που δεν είχαν καμία αισθητική και καμία χρηστική αξία, για παράδειγμα, σκιάχτρα ντυμένα με πέρλες ή ψεύτικα λουλούδια από κεχριμπάρι. Επέλεγαν κυρίως να διακοσμούν τον κήπο τους, γιατί όπως λέγανε, τους άρεσε περισσότερο το φαίνεσθαι από το είναι. Η ηδονή τους πλέον δεν ήταν πως θα κάνουν έρωτα, -έτσι και αλλιώς τώρα δεν ερεθιζόντουσαν- αλλά πως θα γίνουν πλουσιότεροι από το γείτονά τους.

Ύστερα από αυτήν τη μικρή οικονομική επανάσταση, οι άνθρωποι κλείστηκαν ξανά στα σπίτια τους, αβοήθητοι πλέον και χωρίς αισθήματα και ιδέες, ψάχνανε να βρουν λύση στην κατάθλιψή τους. Κάτι που θα τους έβγαζε από την μεγάλη συμφορά. Η λύση ήρθε από την ηλεκτρονική εφημερίδα, που είχαν οι κάτοικοι για να ενημερώνονται για τα νέα του νησιού. Ο γέρο-μεγιστάνας είχε κοινοποιήσει μια είδηση. Είχε ενεργοποιήσει έναν αντιστροφέα στο μηχάνημα. Πλέον οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κάνουν το ανάποδο, να εισάγουν δηλαδή χρήματα, για να αποκτήσουν μερικά αισθήματα. Η τιμή της αγοράς όμως ήταν τριπλάσια από αυτής της πώλησης, που υπήρχε πριν λίγο καιρό!

Πρώτες που δοκίμασαν την νέα έκδοση του μηχανήματος ήταν γυναίκες. Στην αρχή ρίξανε μερικά μόνο κέρματα για να πάρουν αγάπη. Το μηχάνημα έβγαλε ένα μήνυμα πως δε δέχεται κέρματα, και τους τα πέταξε πίσω. Για να αποκτήσουν λίγη αγάπη χρειάστηκε να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Επίσης, στο μηχάνημα είχαν ενεργοποιηθεί και κάποιες νέες επιλογές. Πρώτον, η λίστα με τα διάφορα αισθήματα, δεύτερον η υποδοχή πιστωτικής κάρτας, και τρίτον, μια θυρίδα όπου δεχόταν αντικείμενα. Το όλο θέαμα έμοιαζε με αυτόματο ενεχυροδανειστήριο, άλλη μια καινοτομία του δημάρχου!

20790928899_a7a6ea260e_k

Οι κάτοικοι του νησιού δειλά δειλά ξεπουλούσαν το ένα αντικείμενο μετά το άλλο. Στο τέλος έμειναν πάμφτωχοι και με πενιχρά συναισθήματα. Με τις ελάχιστες ιδέες που τους είχαν απομείνει, ανέτρεξαν σε παλιά βιβλία. Ίσως εκεί να έβρισκαν την τέρψη… Πράγματι, τους χαρίστηκε απλόχερα και δωρεάν η αγάπη και η γνώση. Ένα πρωινό όμως, εντελώς τυχαία, η βιβλιοθήκη του νησιού πήρε φωτιά και έτσι η διέξοδος που είχαν βρει με τα βιβλία, σταμάτησε. Πλέον οι κάτοικοι ήταν έρμαια στα χέρια του δημάρχου.

Ο αέρας φυσούσε δυνατά, τα κύματα της θάλασσας τράνταζαν τις βάρκες που ήταν αραγμένες στο Μανδράκι, διψούσαν για ταξίδι, αλλά κάνεις δε τολμούσε να φύγει για άλλο μέρος. Το νησί τη νύχτα, αλλά και τη μέρα έμοιαζε με νεκροταφείο, σπάνια έβλεπες κάποιον να περπατάει. Η Νίσυρος, αλλά και τα τριγύρω νησιά, είχαν παραδοθεί στους δημάρχους τους. Η ανημποριά των ανθρώπων πλέον δεν μπορούσε να περιγραφτεί. Παρ’ όλα αυτά, μια πάχνη αγάπης έπεφτε στα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα των σπιτιών.

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Ανεμολόγιο“.
Photos: patsnik

Η πολυκατοικία

Έχετε δοκιμάσει ποτέ, πόσο αναπαυτικά είναι τα σκαλιά μιας ξένης πολυκατοικίας; Μιας πολυκατοικίας με μεγάλο κήπο, τραπέζι, κόκκινες τριανταφυλλιές και που είναι λίγο πιο δίπλα από εκεί μου μένετε;

Ο Χρήστος γνώρισε την Άννα σε ένα μαγαζί ανταλλαγής ρούχων. Είχανε πάει και οι δύο για τον ίδιο σκοπό, για να αλλάξουν μερικά ρούχα που δεν τα είχαν ανάγκη πια. Ακόμα, τις τελευταίες μέρες δεν τους περίσσευαν λεφτά, για να αγοράσουν κάτι καινούριο, οπότε έπρεπε να βρουν άλλες λύσεις στη ζωή τους. Ο Χρήστος πήγαινε για πρώτη φορά σε ένα τέτοιου είδους μαγαζί και έτσι δεν είχε πάρει μαζί του πολλά ρούχα, μόνο ένα παντελόνι. Το συγκεκριμένο παντελόνι του το είχαν κάνει δώρο πέρσι στα γενέθλιά του, όταν έκλεισε τα 23. Η Άννα πάλι, ήταν με δύο φίλες της και από τα ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους, φαινόντουσαν ότι είχαν ξαναεπισκεφτεί το συγκεκριμένο μαγαζί• είχανε κουβαλήσει μια ντουλάπα η κάθε μία…
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πήγε προς το μέρος της και της είπε:
―Αυτή εδώ η μπλούζα θα σου πήγαινε!
―Λες; Του είπε δίνοντας του ένα χαμόγελο…
Πράγματι, την δοκίμασε και ήταν πολύ καλή πάνω της. Δεν είπαν πολλά στο μαγαζί, αντάλλαξαν μόνο ονόματα και αριθμούς.

Το πρώτο ραντεβού τους διέφερε από τα συνηθισμένα. Εξάλλου ο Χρήστος απεχθανόταν το λογικό, πάντα του άρεσε το αντισυμβατικό, το ελεύθερο. Δεν επέλεξε να την βγάλει σε κάποιο ακριβό εστιατόριο, ούτε σε κάποιο μαγαζί της παραλιακής για να την εντυπωσιάσει, θα μπορούσε βέβαια, με πολλές οικονομίες, αλλά δεν ήθελε, δεν ήταν φτιαγμένος για «ένδοξα Παρίσια*». Στα μηνύματα που της έστειλε της είπε: «πες μου που μένεις και μην ντυθείς πολύ καλά». Ποιο αγόρι όμως λέει σε μία κοπέλα, να μη βάλει ωραία ρούχα, ειδικά στο πρώτο ραντεβού; Η Άννα δέχτηκε, αφού ένα από τα τελευταία της μότο, ήταν να δοκιμάσει καινούρια πράγματα και καταστάσεις… Ταιριάζανε τα χνώτα τους μέχρι στιγμής. Ώρα συνάντησης είχαν ορίσει τις 6 το απόγευμα. Έτσι ο ήλιος έδυε αρκετά αργά, αφού βρισκόμασταν στα μέσα του Αυγούστου• κανένα όμως από τα δύο παιδιά δεν είχε φύγει για διακοπές. Ο Χρήστος έμενε στον Νέο Κόσμο και η Άννα στο Παλαιό Φάληρο. Μια διαδρομή που ο Χρήστος την έκανε 15’ με το ποδήλατό του. Δεν έτρεξε και πολύ, δεν ήθελε να ιδρώσει. Κλείδωσε το χωρίς φρένα ποδήλατό του μερικά στενά μακριά από το σπίτι της, και αυτό επειδή ήθελε να περιπλανηθεί λίγο στη γειτονιά της. Φτάνοντας στο σπίτι της, της έκανε μια αναπάντητη και εκείνη μετά από 5’ κατέβηκε.

Η Άννα είχε ντυθεί απλά, είχε ακούσει τον Χρήστο. Φόραγε ένα τζιν σορτσάκι και την “καινούρια” μπλούζα που είχε ανταλλάξει – την μπλούζα που της είχε διαλέξει εκείνος. Έδειχνε πιο όμορφη τώρα, από ότι στο μαγαζί, έστω κι αν δεν είχε βάλει τα καλά της ρούχα. Είχε αφήσει ελεύθερα τα ξανθά μακριά μαλλιά της και τα καστανά μάτια της έλαμπαν, δεν τα σκέπαζαν το αϊλάινερ και η μάσκαρα.
―Γεια!
―Γεια σου!
―Πού πάμε; Ρώτησε η Άννα με περιέργεια.
―Από εδώ, έγνεψε ο Χρήστος.
Περπατάγανε αργά, πολλές φορές σταματάγανε για να δώσουν έμφαση στα λόγια τους και κοιταζόντουσαν στα μάτια. Ήταν πραγματικά σαν να μην τους ένοιαζε τίποτα άλλο εκείνη την στιγμή, από το πως θα εντυπωσιάσουν τον διπλανό τους με αυτά που είχαν κάνει στο παρελθόν. Είχαν ξεχάσει για λίγο τα προβλήματα της καθημερινότητάς. Περπατάγανε με την απόλυτη ηρεμία και ελευθερία, εξάλλου όλη η ζωή ανοιγόταν μπροστά τους, με τα καλά και τα άσχημα.

Ύστερα από λίγο περπάτημα, ο Χρήστος είδε μια ωραία πολυκατοικία.
―Έλα να μπούμε μέσα.
―Πού; Εδώ; Αφού είναι ξένη η πολυκατοικία!
―Και τι σημασία έχει;
Η πολυκατοικία απ’ έξω έλεγε Ερατούς 39. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ αυτήν την πολυκατοικία ή μάλλον δεν την είχε προσέξει ποτέ, παρ’ όλου που ερχόταν συνέχεια από αυτόν το δρόμο με τ’ αμάξι, για να πάει στην σχολή της. Άνοιξαν δειλά δειλά την μικρή καγκελένια πόρτα, και μαζί με αυτήν, άνοιξε διάπλατα ένας επίγειος παράδεισος. Η πολυκατοικία δεν ήταν σύγχρονη, δεν είχε στην αυλή της σιντριβάνια και πισίνες, κάθε άλλο, ήταν ένα παλιό κτίσμα που απλά είχε έναν ωραίο και μεγάλο κήπο. Μπήκανε μέσα με μια περίεργη αίσθηση, μια αίσθηση γλυκιάς αγωνίας για κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά. Ο Χρήστος πήγε κατ’ ευθείαν στις τριανταφυλλιές, όπου δεν έμοιαζαν απόλυτα ανθισμένες… παρ’ όλα αυτά, τις έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, και της το πρόσφερε με ένα χαμόγελο.
―Μυρίζει υπέροχα, είπε η Άννα.
Ύστερα, μπήκαν πιο μέσα. Είδαν ένα πράσινο μεταλλικό τραπέζι και προχώρησαν προς τα εκεί. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι άρχισαν να μιλάνε για τη ζωή… Για τις έγνοιές τους, για την αλλήθωρη γενιά τους, και γενικά τι τους χαλάει στο σήμερα.

Συζητήσανε για τον εγωισμό, για την απάθεια, που μαστίζει ολοένα την κοινωνία. Για την μοναξιά που έχει γίνει μόδα, αλλά και για την κρίση που παθαίνουν οι άνθρωποι όταν αντιληφτούν πως είναι ερωτευμένοι… Μίλησαν κι για άλλα, πέρα από τα άγχη τους και τις ανησυχίες τους. Όρισαν τις λέξεις ουρανός, δέντρο, μπαλόνι, γειτονιά… Μίλησαν για τα αγαπημένα τους τραγούδια, για τα αγαπημένα τους χρώματα… αλλά και για τις διακοπές που θα ήθελαν να πάνε και δεν πήγαν. Μέσα από τον διάλογο ξεχάσανε την αγκιστρωμένη συσκευή που έχουν πάνω τους και που λέγεται ρολόι. Μετά από λίγο σηκώθηκαν, δεν τους ικανοποιούσε το τραπέζι, θέλανε να κάτσουν κάπου που θα είναι πιο κοντά ο ένας στον άλλον.

Κάθισαν σε κάτι σκαλάκια που βρισκόντουσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας, μπορεί να μην ήταν τόσο αναπαυτικά σαν τις καρέκλες, αλλά τώρα αισθανόντουσαν δίπλα! Παρ’ όλα αυτά, βολεύτηκαν σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι, σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι σε αυτόν τον κόσμο! Ο Χρήστος της έπιασε το χέρι, εκείνη έδειχνε να ανταποκρίνεται. Πιασμένοι και οι δύο, ένιωσαν τη δύναμη, αλλά και την αδυναμία που έχει ένα σώμα… Γελάγανε, γελάγανε όσο πιο δυνατά μπορούσαν, σαν να ήταν η τελευταία φορά που θα γελάσουν! Πια, είχανε διώξει όλο το άγχος του πρώτου ραντεβού, αλλά και την αγωνία της άγνωστης τοποθεσίας. Κανείς δεν τους έβλεπε, κάνεις δεν τους άκουγε. Κανείς δεν τους παρακολουθούσε από την κλειδαρότρυπα. Ή σχεδόν κανείς, αφού πίσω από το μέρος που καθόντουσαν υπήρχε το γκαράζ, και κάποιος έπλενε το αυτοκίνητό του. Ήταν ο κηπουρός της πολυκατοικίας, το κατάλαβαν από τα ρούχα που φόραγε, αλλά αντί να ποτίζει τις τριανταφυλλιές, πότιζε τ’ αμάξι του… Φιληθήκανε. Τότε, το μόνο που ακουγόταν, σε αυτό τον μικρό δρόμο του Φαλήρου, ήταν οι χτύποι της καρδιάς τους, που χτυπούσαν δυνατά και χωρίς κάποιο ρυθμό. Σταματήσανε. Ο Χρήστος έβλεπε όχι με την άκρη, αλλά με το πιο γεμάτο βλέμμα, τα ελάχιστα απροκάλυπτα σημεία που άφηνε η μικρή Άννα να φανούν. Μπήκε μέσα στο σώμα της με τα μάτια. Ξαναγελάσανε. Μύρισε τα μαλλιά της, χάθηκε μες τη ζωή από το άρωμά της. Μια ελαφριά παράνοια, αλλά και ένας πόθος ηδονής αγκάλιασαν τις πέντε του αισθήσεις.

Η Άννα πήγε να ξαναφιλήσει τον Χρήστο, μα εκείνος την σταμάτησε απότομα. «Σήκω», της είπε, και την έπιασε από το χέρι. Πήγαν και στάθηκαν ακριβώς στο χαλάκι της πολυκατοικίας, μπροστά από το θυροτηλέφωνο. Ο Χρήστος άρχισε να πατά με μανία ένα-ένα τα κουδούνια, όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, από πάνω μέχρι κάτω, και αυτά από τους οφθαλμίατρους και τους παθολόγους… «Τι κάνεις;;;», τον ρώτησε απορημένη. Της Άννας αυτή η κίνηση της θύμισε τότε που λέγανε τα κάλαντα, και για να κερδίσουν χρόνο πάταγαν όλα τα ονόματα, μέχρι να τους ανοίξει κάποιος και να μπουν μέσα. Μείνανε έτσι αγκαλιασμένοι και περιμένανε τις πρώτες αντιδράσεις. Άργησαν να απαντήσουν, και έτσι ο Χρήστος ανακάλυπτε ολοένα το σώμα του κοριτσιού… Ακούστηκε το πρώτο «ναι;», τότε ο Χρήστος χάιδεψε την Άννα πίσω στο λαιμό. Ακούστηκε το πρώτο «παρακαλώ;», τότε την φίλησε στο μάγουλο. Ακούστηκε το πρώτο «ποιος είναι;», τότε ο Χρήστος δάγκωσε ελαφριά τα χείλη της. Ακούστηκε το πρώτο «ορίστε;», τότε ένωσε την γλώσσα του, με την δικιά της. Ακούστηκε το πρώτο «δουλειά δεν έχετε εσείς;», τότε ο Χρήστος κράτησε σφιχτά την Άννα από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο, μακριά από τον κήπο. Βέβαια, οι φωνές από το θυροτηλέφωνο δεν σταμάτησαν, -ακόμα κι αν δεν έβλεπαν κανέναν στην οθόνη- συνέχισαν κάποιοι να φωνάζουν και με μεγαλύτερη ένταση και να λένε: «δρόμο απ’ εδώ παλιόπαιδα!».

Έτρεξαν ακόμα λίγο μέχρι που λαχάνιασαν. Έμειναν ακίνητοι για ώρα. Κοιταχτήκανε στα μάτια. Αγκαλιαστήκανε. Συμφωνήσανε και οι δύο, πως θα συναντιούνται σε πολυκατοικίες και θα χτυπάνε τα κουδούνια μέχρι να κουραστούν. Μέχρι να πονέσουν τα χείλη τους από τα φιλιά. Μέχρι να εμφανιστεί κάποιος και να τους πει: «δώσατε χρώμα στην μέρα μου», έστω κι αν η οθόνη είναι πάντα ασπρόμαυρη…

_

*Στίχος από τον “Άμλετ της Σελήνης”, του Μάνου Ελευθερίου
Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε Νοέμβρη του 2013

Συνέντευξη: Ηλεκτρονικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος: «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Κρίσης», Γνωρίστε τους Βραβευθέντες!
Βιβλίο: https://itunes.apple.com/us/book/o-erotas-sta-chronia-tes-krises/id1057211797?mt=11

Θάλασσα

Στίχοι: Πέτρος Παρασκευάς
Μουσική: Πέτρος Παρασκευάς
Πρώτη εκτέλεση: De Facto
Τραγούδι: Θάλασσα

Μια φορά κι έναν καιρό, ήμασταν τόσο αμίλητοι εμείς οι άνθρωποι, που ακόμα και η θάλασσα φοβήθηκε τη σιωπή μας. Μιλάγαμε, αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Τα χείλη μας ’θελαν τόσο πολύ να βγάλουν μια ηχώ, μια μελωδία, αλλά δεν μπορούσαν. Μοιάζαμε σαν κακή μεταγλώττιση, χωρίς όμως τον παραμικρό ήχο.

 Η θάλασσα έμεινε σκεπτική για μέρες, μέχρι να δει τι θα κάνει για να μας βοηθήσει. Τα φτερά μας είχαν γίνει τόσο βαριά, που πια δεν μπορούσαμε να τα σηκώσουμε. Είχαμε τόσα πολλά όνειρα, που φτάσαμε σε ένα σημείο, που από την πολύ απραξία να μην μπορούμε να περπατήσουμε. Κάτσαμε λοιπόν σε ένα παγκάκι, με γεμάτα όνειρα και άδεια ζωή κοιτάζοντας τη θάλασσα, περιμένοντας κάποιο θαύμα από εκείνη.

Η θάλασσα αρχικά κάλεσε μερικά πουλιά, να πετάξουν πάνω από τα κύματά της, μήπως και ξεσηκωθούμε και αρχίσουμε κάπως να αντιδράμε. Μήπως έτσι ανακαλύψουμε την ελευθερία που διακατέχει τα πουλιά, αλλά και το πέταγμά τους. Μάταια, τα μάτια μας κοιτάζαν τον αφρό. Οι σκέψεις μας γινόντουσαν βουνά, και πια δε χωρούσαν στο χάρτη του μυαλού μας. Γινόντουσαν ολοένα οροσειρές που οι κορυφές τρυπάγανε τα νεύρα μας. Ζούσαμε χωρίς να ζούμε. Γονατίζαμε μπροστά στο αύριο με ραμμένο το στόμα και ραμμένες τις συνήθειες.

Η θάλασσα άρχισε να σκέφτεται ξανά τρόπους για να μας βοηθήσει. Ξέβρασε άπειρα μπουκάλια με μηνύματα μέσα, μήπως και διαβάσουμε καμιά ιστορία και αρχίσουμε να πράττουμε. Μήπως έτσι ανακαλύψουμε πως εκεί έξω υπάρχει αγάπη. Μάταια, δεν σηκωθήκαμε από τα παγκάκια. Δεν κουνήσαμε βήμα από τα βήματα της ζωή μας. Ανοιγοκλείναμε το στόμα μας χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε άχνα. Η σιωπή μας, είχε χαράξει τα σώματά μας. Βαθιές ουλές, γεμισμένες με σιωπή. Σιωπή, σιωπή, σιωπή. Μέχρι κι η γη φαινόταν τώρα μικρότερη. Σε λίγο καιρό θα σταματούσε και η καρδιά μας να χτυπάει. Θα την βάζαμε και αυτή σε αθόρυβη λειτουργεία.

Η θάλασσα κάποια στιγμή αποφάσισε να σταματήσει τα νερά της. Τα κύματα παγώσανε, η αλμύρα έμεινε στο ίδιο σημείο, οι γλάροι σταμάτησαν να πετάνε, και τα μπουκάλια χαθήκαν στους ωκεανούς. Οι άνθρωποι τότε, εμείς οι άνθρωποι, στο κοίταγμα της θέας αυτής, αρχίσαμε να κλαίμε. Τα δάκρυά μας ήταν τόσα πολλά, που σχηματίσανε λίμνες κι οι λίμνες θάλασσες. Όμως, ήμασταν τόσοι φτωχοί από αισθήματα, που τίποτα απολύτως δεν άλλαξε. Η κάθε μας σταγόνα δεν είχε μέσα τίποτα. Δεν είχε κανένα ίχνος από συναίσθημα. Δεν είχε ούτε καν την παραμικρή ευθύνη ενός ονείρου. Τίποτα δεν άλλαξε, παραμόνο το τοπίο, που έγινε ακόμα πιο σιωπηλό.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

25η ώρα

Αυτό εδώ το κείμενο αποτέλεσε την αφορμή να μαζευτούν άλλα 364 κείμενα. Κάθε μία μέρα δηλαδή από τις 15/5/2014 μέχρι και την 14/5/2015 ανέβεναν συνεχώς κείμενα με τίτλο “25η ώρα”. Ακόμα, το project είχε τόσο μεγάλη δημοτικότητα, που ακόμα κι όταν τελείωσε δεν έπαψα να λαμβάνω συμμετοχές. Ήταν θα έλεγα ένα ξεχωριστό εγχείρημα που σκοπό είχε να προάγει τον ανοιχτή και ελέυθερη λογοτεχνία, αλλά και να δώσει βήμα σε νέες φωνές. Επίσης, άνοιξε το δρόμο και σε άλλα λογοτεχνικά project να βγουν δειλά δειλά προς τα έξω. Μάρτη του 2016 θα κυκλοφορήσουν όλες οι συμμετοχές σε e-book!

Η καθημερινότητα μας έχει γεμίσει με άπειρα στοιχεία διαρκώς επαναλαμβανόμενα. Όλη η ζωή μας είναι ένας ατέρμονος κύκλος, που διαδέχεται αριθμούς και καταστάσεις. Ο χρόνος, αυτή η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον· έχει για όλους μας είκοσι τέσσερεις ώρες, η ώρα διασπάται σε εξήντα λεπτά και το κάθε λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα, ίδια για όλους, ίδια για πάντα!

Αυτό το αόρατο χρονόμετρο έχει ξεκινήσει πριν καλά καλά έρθουμε στον κόσμο, από τη μήτρα! Έτσι, συνηθίσαμε από πολύ μικροί να διαβάζουμε την ώρα, στενέψαμε δηλαδή τα όριά μας και τα όνειρά μας σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αυτή η αγκιστρωμένη συσκευή λοιπόν, δεν πρόκειται ποτέ να μας δείξει την 25η ώρα!

Όσο κι αν προσπαθήσαν οι ωρολογοποιοί, να δημιουργήσουν ένα ρολόι που υπολογίζει την επίδραση της βαρύτητας και να ρυθμίζει αυτόματα την κίνηση των δεικτών, έτσι ώστε να αντισταθμίζει τις επιδράσεις της και να επιτυγχάνει μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν το κατάφεραν.

Όσο κι αν προσπάθησαν οι Ελβετοί κατασκευαστές, να φωνάξουν τους καλυτέρους χρονογράφους του κόσμου και να δημιουργήσουν ένα ρολόι που γυρίζοντάς το από την άλλη πλευρά, να αποκαλύπτει τις φάσεις της σελήνης ή να αποκαλύπτει μια ουράνια όψη που δείχνει την αστρική ώρα και ένα χάρτη του ουρανού που ακολουθεί αστέρια, πάλι δεν κατάφεραν να δείξουν στο καντράν την 25η ώρα.

Όσο κι αν προσπάθησαν οι ρολογάδες, να τοποθετήσουν πάνω του κόσμου τα καράτια, τις πλατίνες, κομμάτια από μετεωρίτη, φεγγαρόπετρες και να κατασκευάσουν ένα ρολόι με απεριόριστα μηχανικά μέρη, ούτε τότε κατάφεραν οι δείκτες να ξεφύγουν από το συνηθισμένο δρομολόγιο.

Τι είναι λοιπόν η 25η ώρα; Η 25η ώρα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ώρα έξω από την ρουτίνα, έξω από τα καλούπια και τα πρότυπα, έξω από τις αντιλήψεις και τις πεποιθήσεις. Έξω από οτιδήποτε μας βαραίνει. Εξήντα λεπτά, χωρίς ο χρόνος να μετράει για εμάς. Εξήντα λεπτά γεμάτα γέλιο, εξήντα λεπτά γεμάτα έρωτα. Εκεί όπου οι νόμοι της φύσης καταργούνται κι οι σεληνιακοί κύκλοι παύουν να υπάρχουν. Εκεί όπου οι άνθρωποι ξεχνάνε τι θα πει ρολόι, κι αντί για χτύπους ρολογιού, μετράνε το χρόνο με τους χτύπους της καρδιάς!

Κάπου εκεί ανάμεσα, άλλες φορές στις επτά το πρωί κι άλλες φορές στις έντεκα το βράδυ έρχεται η 25η ώρα. Μια κερδισμένη ώρα μέσα στις άλλες είκοσι τέσσερις. Μια ώρα που δεν πρόκειται ποτέ να φανεί, σε αυτήν την κωλοεφεύρεση που λέγεται ρολόι.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “25th hour project“.

Της φωτιάς οι μάγοι

Στίχοι: B.D Foxmoor
Μουσική:
B.D Foxmoor
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας
Τραγούδι:
Της φωτιάς οι μάγοι
 

Μια φορά κι έναν καιρό, ένα καλοκαίρι του 2030 η Αθήνα είχε πιάσει πάγους. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που η Αθήνα ήταν χιονισμένη. Η θερμοκρασία είχε πιάσει τους -12ο C! Ήταν ένα από τα πιο τρελά φαινόμενα που είχε συμβεί σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ακόμα, οι γειτονικές χώρες είχαν τις αναμενόμενες θερμοκρασίες, κι οι διπλανοί νομοί της Ελλάδας πάλι είχαν κανονικά τις θερμοκρασίες για μήνα Αύγουστο. Ήταν σαν κάποιος να είχε καταραστεί την πόλη!

Οι Αθηναίοι είχαν πανικοβληθεί όπως ήταν φυσικό, μιας και από το τόσο κρύο δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν. Δεν ήταν συνηθισμένοι στα δύσκολα. Δεν μπορούσαν να κάνουν ψώνια, δεν μπορούσαν να πάνε διακοπές στα απέναντι νησιά και εν συνεχεία δεν μπορούσαν να μαυρίσουν στις παραλίες, δεν μπορούσαν να πιάσουν δορυφορική τηλεόραση, δεν μπορούσαν να βγάλουν μια selfie σε ένα club. Ήταν θα λέγαμε η πρωτεύουσα σε κατάσταση συναγερμού!

Ανήμερα της Παναγίας -και ενώ κάποιοι “ρίχνανε παναγίες”- το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα· ο πρωθυπουργός της χώρας Νίκος Λεβέντης, κάλεσε σε έκτακτό συμβούλιο τη Βουλή. Μετά από πολύωρες διαβουλεύσεις κάλεσαν τους τρεις μάγους. Οι τρεις μάγοι ήταν τρεις υπερδυνατοί άνθρωποι πνευματικά. Πνευματιστές που μπορούσαν με τη δύναμη του πνεύματος να κινήσουν ολόκληρα βουνά, και ίσως κάποια κουτάλια. Βέβαια, για να τα λέμε όλα, είχαν γίνει γνωστοί από το Ελλάδα Έχεις Ταλέντο.

Ο πρώτος μάγος είχε μαζί του ένα τσουβάλι γεμάτο με ονείρατα φιλόξενα. Θα μπορούσε με μία κίνηση του ραβδιού του να μεταφέρει ένα όνειρο σε κάθε κάτοικο, μήπως δηλαδή πάρουν λίγο θάρρος και αρχίσουν να ζουν, αυτό σκέφτηκε ο μάγος. Μήπως ψάξουν στα χαμένα και διαλέξουν τα καλά από τα στερημένα. Μήπως δηλαδή με αυτό τον τρόπο σπάσουν οι πάγοι. Τελικά, ούτε μια ρωγμή δε συνέβη στους πάγους της Αθήνας.

Ο δεύτερος μάγος είχε μαζί του ένα μαγικό φίλτρο για να κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε αυτά που δεν θέλουν να θυμούνται, αλλά το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν το αντίθετο, οι κάτοικοι επέμεναν να βασανίζουν το μυαλό τους με σκέψεις και εμμονές. Ούτε και ο δεύτερος κατάφερε να σπάσει τους πάγους. Εκείνος ο μάγος πίστευε, πως αυτοί οι πάγοι ήταν από τα κρύα και παγωμένα αισθήματα των ανθρώπων, για αυτό προσπάθησε να ζεστάνει την καρδιά τους, αλλά τίποτα.

Ο τρίτος μάγος που ήταν και ο πιο σοφός, είχε στη διάθεσή του πολλά γιατροσόφια. Πριν χρησιμοποιήσει το κατάλληλο, πήγε σε διάφορα μέρη της Αθήνας και περπάτησε ξυπόλυτος πάνω από τους πάγους. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να καταλάβει τη ρίζα του σπάνιου φαινομένου, που σίγουρα δεν ήταν κάποιο καιρικό φαινόμενο. Είδε ανθρώπους κλεισμένους σε σπίτια να τον κοιτάνε με απόγνωση, είδε επαίτες να κάθονται με μια κουβέρτα στο παγκάκι, είδε βίλλες με καμινάδες να καπνίζουν, είδε μετανάστες, είδε καναλάρχες, είδε influencer, είδε βίζιτες. Ο σοφός μάγος σκέφτηκε πως ο απλός τρόπος ήταν να βάλει μια φωτιά με ίδια έκταση όπως ήταν οι πάγοι, έτσι όμως τα πάντα θα άρχιζαν από την αρχή!

Ο άλλος τρόπος ήταν να αλλάξει το status του καιρού και από χιόνι να πετάει χρήματα. Έτσι κι έκανε. Με ένα application στο iPad του, άλλαξε τη ροή του ουρανού και από χιονονιφάδες άρχισε να πετάει κέρματα και χαρτονομίσματα. Οι άνθρωποι βλέποντας αυτό ξεχύθηκαν στους δρόμους με βαλίτσες, σακιά, κούτες και κουμπαράδες για να μαζέψουν όσο πιο πολλά χρήματα. Και οι τρεις μάγοι είχαν δίκαιο, έφταιγε η ψυχολογία των Αθηναίων. Είχαν πέσει σε μελαγχολία και κατάθλιψη, για αυτό σχηματίστηκαν και οι πάγοι! Μόνο που θέλανε χρήματα αντί για όνειρα, και επιταγές αντί για αγάπη.

Τα χρόνια πέρασαν, και μετά από πενήντα χρόνια ακριβώς, η Αθήνα πάλι σκεπάστηκε ολοκληρωτικά με χιόνι. Κανείς τότε δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Οι τρεις μάγοι είχαν πάει στο Las Vegas και παίζανε φρουτάκια. Φήμες λένε πως με τις πνευματικές τους δυνάμεις, ο ένας έκλεβε τον άλλον…

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Χριστουγεννιάτικο “interview”

Η ζωή μας έχει γίνει ένα προκαθορισμένο γεγονός με πλαστικά συναισθήματα. Παρακαλάμε γονατιστοί να μας κοιτάξει κάποιος και βουτάμε τη ψυχή μας σε σιλικόνη μήπως και ανέβουμε κοινωνικό στάτους. Η συμπεριφορά μας εναρμονίζεται τέλεια με τη σάπια κοινωνία και έτσι σφυρίζουμε αμέριμνοι και γελαστοί. Τέλος, τρέφουμε τις κοιλιές μας με κουραμπιέδες και μελομακάρονα για να μπούμε κι εμείς στο πνεύμα των Χριστουγέννων.

Ο Δημήτρης ήταν δημοσιογράφος σε ένα από τα καλύτερα site στην Ελλάδα. Το site αυτό για την ακρίβεια ήταν νούμερο 4 σε επισκέψεις, πίσω από google, facebook και youtube, οπότε μιλάμε για εκατομμύρια επισκέπτες ανά την ημέρα. Ο Δημήτρης ήταν πενήντα χρονών, ανύπαντρος, ολίγον άξεστος, με κοιλιά, κακό ντύσιμο και αραιά μαλλιά, επίσης, είχε καταφέρει να κάνει μια υπερδραστήρια ενασχόληση, όπως είναι αυτή της δημοσιογραφίας, σε μια αέναη ρουτίνα γραφείου. Πήγαινε κάθε πρωί στο site από τις 9:00 και τελείωνε 17:00, εδώ και χρόνια δεν είχε αλλάξει αυτό το πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή του έξω από το site ήταν ακόμα πιο συμβατική και βαρετή. Δεν είχε άλλο ενδιαφέρον. Και τα λεφτά που έπαιρνε ήταν πολύ καλά, μιας και όπως είπαμε το site αυτό είχε μεγάλη δημοτικότητα και επίσης αυτός ήταν από τους πιο παλιούς. Τα δικά του άρθρα είχαν να κάνουν με gossip, τηλεόραση, και επικαιρότητα. Βέβαια όλα ήταν άθλια, όμως ήταν αυτά που ήθελε να διαβάσει ο κόσμος.

Το ημερολόγιο έδειχνε 20 Νοέμβρη, όταν μια μέρα ο Δημήτρης έπινε μπύρες με έναν φίλο του. Τον μοναδικό φίλο που είχε. Αφού είχαν φτάσει στις πέντε ο κάθε ένας, ο Δημήτρης πρότεινε να βάλουν ένα περίεργο στοίχημα με το φίλο του. Το στοίχημα ήταν «ποιος θα γαμήσει τις περισσότερες γκόμενες, μέχρι το τέλος του χρόνου», αυτό είπε ο Δημήτρης και άρχισε να γελάει. Ο φίλος του δέχτηκε αμέσως, μιας και ήξερε πως ο εκείνος είχε χρόνια να “γλεντήσει”. Ο χαμένος θα έβγαζε έξω τον νικητή, αυτή ήταν η συμφωνία, δώσανε τα χέρα και κάπως έτσι έκλεισε το deal!

Πηγαίνοντας σπίτι άρχισε να σκέφτεται πιθανές κοπέλες που θα μπορούσε να βγει. Δεν του ήρθε καμία στο μυαλό, ούτε καν μια φίλη, τίποτα. Μπήκε πρώτα στο tinder μήπως βρει εκεί, αλλά με καμία δεν είχε γίνει “match”. Μετά μπήκε στο Instagram, αλλά οι μόνες που τον είχαν κάνει follow ήταν πορνο-σταρ ή bots. Μετά στο facebook, αλλά όλες τον είχαν διαγράψει. Πολύ πιο μετά σκέφτηκε το γραφείο, αλλά και εκεί ακόμα δεν του μίλαγε καμία. Πέρασε ένας μήνας και ο Δημήτρης όχι μόνο δεν βγήκε με κάποια, αλλά δεν είχε στείλει ούτε ένα απλό sms.

Την παραμονή Χριστουγέννων, και ενώ όλα τα ζευγαράκια είχαν ξεχυθεί στους δρόμους, έλαβε ένα μήνυμα από το φίλο του, «το σκορ είναι 1-0…», αλλά εκείνος ακόμα να δει χαρά στα σκέλια του. Τότε του ήρθε μια ιδέα, να ανατρέξει στα παλιότερα άρθρα που είχε γράψει, τόσες συνεντεύξεις είχε πάρει από γυναίκες. Βλέποντας τα παλιά άρθρα θυμήθηκε μια κοπέλα. Με τη συγκεκριμένη της είχε πάρει μια μικρή συνέντευξη. Ο Δημήτρης δεν έχασε χρόνο και της έστειλε μήνυμα… πως θα μπορούσαν να κάνουν ένα αφιέρωμα σε αυτήν, για τα επετειακά άρθρα του 2015… Εκείνη ψάρωσε κατ’ ευθείαν και δέχτηκε, εξάλλου ποιός δε θέλει λίγη δημοσιότητα, ειδικά μια κοπελίτσα που βρίσκεται στην αρχή της καριέρας της και από το καλύτερο site στην Ελλάδα σε αυτόν τον τομέα. Μετά εκείνος της είπε πως θα ήταν καλό να έχει μαζί της καμιά φορεσιά αγιοβασιλιάτικη, ή κάνα κόκκινο φουστανάκι, ή κάτι που να παραπέμπει στο πνεύμα των ημερών…

tumblr_ngycovfkXu1qhqhmto5_r1_1280

Πριν έρθει η Άννα -έτσι την λέγαν- ο Δημήτρης έκανε μια μικρή αναζήτηση για να βρει κάποια δημοσιεύματα για εκείνη, να ξέρει δηλαδή με τι έχει να κάνει. Ήταν κάτι σαν τραγουδίστρια, ή μοντέλο, ή ηθοποιός, ή ραδιοφωνικός παραγωγός, μάλλον ούτε και η ίδια ήξερε, αλλά ήταν αστέρι. Είκοσι πέντε ετών, μελαχρινή, με πλούσιο στήθος, μάλλον με σιλικόνη και μάλλον ξένη. Ακόμα, είχε βάλει μια κάμερα στο πάνω μέρος του δωματίου, για να έχει μια πανοραμική θέαση και όσο για τα κοντινά πλάνα αγόρασε γυαλιά με κάμερα, έτσι θα είχε και μικρόφωνο, αλλά και κάλυψη στα επίμαχα σημεία. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να τον πιστέψει και ο φίλος του.

Άρχισε να τη ρωτάει τι ύψος έχει, και τι αναλογίες έχει, άσχετα πράγματα βέβαια με τη συνέντευξη… Και επίσης για την καταγωγή της μιας και το επίθετο της κοπέλας ήταν ξένο… μετά για το αν γυμνάζεται και άλλα τέτοια. Εκείνη παραξενεύτηκε τι είναι όλα αυτά, αλλά εκείνος που τα είχε σχεδιάσει όλα της είπε πως χρειαζόμαστε κάποια προσωπικά στοιχεία. Επίσης είχε βάλει και μουσική για να χαλαρώσει την κατάσταση. Αν και σε όλα τα αλλά πράγματα ήταν χάλια, εκείνη την ημέρα είχε δουλέψει πολύ σωστά ο Δημήτρης. Αφού είπαν τα διαδικαστικά της είπε:
─Για να πραγματοποιηθεί αυτή η συνέντευξη ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος… πρέπει να κάνεις κάτι εσύ…
Εκείνη απόρησε και μετά τον ρώτησε. «Τι εννοείς;»
─Είναι στο δικό σου χέρι… εγώ μπορώ να σε βοηθήσω…
─Δεν καταλαβαίνω πραγματικά… Πού είναι οι ερωτήσεις για την συνέντευξη;
─Θέλω να σου πω Άννα πως υπάρχει μεγάλη πίεση….
Εκείνη πάλι απόρησε και μετά είπε. «Μήπως να βάλω τα Χριστουγεννιάτικα που μου είπες;» είπε με ένα χαζό χαμόγελο.
─Ναι αυτό είναι μια καλή ιδέα…
─Οκ πάω να τα φορέσω…
Αφού τα φόρεσε, είπε. «Και τώρα τι;»
─Θα στο πω ευθέως. Είσαι όμορφη. Αλλά ο διαγωνισμός… ε η συνέντευξη είναι δύσκολη. Και εγώ μπορώ να σε βοηθήσω. Και εσύ να ανέβεις παραπάνω.
Τα είχε κάνει όλα τέλεια, χωρίς να το καταλάβει καν εκείνη την είχε κερδίσει, θα μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει, αλλά της το είχε σερβίρει πολύ ωραία. Αυτό ήταν το μόνο καλό του Δημήτρη, σαν δημοσιογράφος μπορούσε να παρουσιάσει με έναν ωραίο και εύγλωττο τρόπο το περιεχόμενο, και ας ήταν το περιεχόμενο το πιο ευτελές που υπάρχει.
Εκείνη απλά έκανε έναν μορφασμό ντροπής.
─Λοιπόν τι θα κάνεις;
Τώρα το χαμόγελο της και το βλέμμα της έγινε πολύ πονηρό, έβαλε το δάχτυλο της ίσα ίσα στο στόμα και άρχισε να δαγκώνεται. Μετά κοίταζε κάτω, για να πάρει τα μάτια της από πάνω του, και να σκεφτεί καλύτερα. Με πρόδηλο ντροπιασμένο ύφος του είπε.
─Δεν ξέρω αν σκεφτόμαστε το ίδιο…
Εκείνος γέλασε, και της είπε για να την ενθαρρύνει, «κάνε το τότε…».
Εκείνη πάλι άρχισε να σκέφτεται, χαζογέλασε, κοίταξε κάτω πάλι, σοβάρεψε το βλέμμα της και μετά τον κάρφωσε στα ματιά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε προς το μέρος του. Χωρίς να τον κοιτάζει έκατσε στα γόνατα και του ξεκούμπωσε τη ζώνη. Τώρα εκείνος αισθανόταν σαν ο άρχοντας της γης. Εκείνη φορούσε ένα μαύρο κολλάν, μια αμάνικη κόκκινη μπλούζα που άφηνε το ντεκολτέ της να φανεί και επίσης μαύρο σουτιέν. Τώρα η μουσική είχε χαθεί για αυτόν, καταλάβαινε μόνο την πράξη που συμβαίνει εκεί.

600gl

Μετά από 2’ της έπιασε το χέρι, την σήκωσε και την έστησε πάνω στο γραφείο. Της κατέβασε το κολάν μέχρι τη μέση και της σήκωσε τη μπλούζα. Της έδωσε δύο χαστούκια από πίσω και ύστερα παραμέρισε το εσώρουχό της. Όταν δεν υπάρχει συναίσθημα καλύτερα να μην βγαίνουν τα ρούχα, αυτό σκέφτηκε και άρχισε. Εκείνη δεν μίλαγε. Αλλά από ότι κατάλαβε από τους αναστεναγμούς, της άρεσε. Μετά την γύρισε από την άλλη, την ξάπλωσε στο γραφείο, της άνοιξε τα πόδια και ξανά άρχισε, ακόμα δεν της είχε βγάλει τίποτα από ρούχα και εσώρουχα. Πάλι της άρεσε, ή υποκρινόταν καλά. Για να μην τελειώσει -μιας και κόντευε- άρχισε να σκέφτεται για τα μελομακάρονα που θα αγοράσει αύριο και επίσης κάτι δώρα που ήθελε να κάνει στον εαυτό του. Ύστερα, την ξάπλωσε στο πάτωμα, στα τέσσερα, και ξανά άρχισε. Τελείωσε μέσα της. Ο Δημήτρης της είπε να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει. Εκείνη το έκανε χωρίς να πει τίποτα.

Claudia-Dean-13

Επειδή το όλο σκηνικό είχε φάση, ο Δημήτρης είπε να το συνεχίσει και με άλλες. Και επίσης να το εξελίξει παραπάνω, να βάλει σενάριο σε όλες τις συνεντεύξεις, ανάλογα δηλαδή την εποχή να φτιάχνει και κάτι διαφορετικό… Ακόμα, πούλαγε τις συνεντεύξεις σε ένα Ταϊλανδέζικο τσοντο-site κρύβοντας φυσικά το πρόσωπό του. Το στοίχημα που φυσικά το νίκησε, εξελίχθηκε σε κάτι σπουδαίο για εκείνον. Μετά από ένα χρόνο που συνέχισε να το κάνει, κέρδισε αρκετά εκατομμύρια και επίσης έγινε πολύ γνωστός στο χώρος της τσόντας, παρατώντας φυσικά την δημοσιογραφία. Φήμες λένε πως έκανε συμβόλαιο με τη «Sirina». Επί πρόσθετα, ασχολήθηκε με το χώρο των ασφαλειών, με τις αίθουσες κινηματογράφου, αλλά και με τη τηλεόραση. Για μια περίοδο κυκλοφορούσε και με γνωστή -πολλά χρόνια μικρότερή του- παρουσιάστρια. Το περίεργο είναι πως ποτέ καμία κοπέλα από όσες πήγε, δεν μίλησε για ότι συνέβη…

Πού να ’σαι τώρα

Στίχοι: Γιώργος Μίχας
Μουσική: Γιώργος Μίχας
Πρώτη εκτέλεση: Θεοδοσία Τσάτσου
Τραγούδι: Πού να ‘σαι τώρα

Πώς μπορείς να κρατάς στο ένα χέρι την αγαπημένη σου, και στο άλλο χέρι αυτό που σε κάνει να μην την αγαπάς; Ο Θεός έφτιαξε το καλό και το κακό, όχι για να μην επιλέγουμε το κακό, αλλά για να επιλέγουμε με κλειστά μάτια το καλό. Μόνο που… τα δικά σου μάτια, ήταν συνέχεια κλειστά…

Πού να ‘σαι τώρα πού γυρνάς; Ξέρεις, εκεί έξω υπάρχουν χιλιάδες δρόμοι, χιλιάδες επιλογές· ο δρόμος που πρέπει να πάρεις είναι αυτός που σε φοβίζει. Εσύ μου έμαθες να μην φοβάμαι, αλλά εσύ φοβήθηκες τον εαυτό σου. Εσύ μου έμαθες να γελάω, αλλά εσύ γελάστηκες από τον εαυτό σου. Θα μπορούσα να ζήσω μαζί σου για πάντα, αν στο άλλο σου χέρι δεν κράταγες μυστικά και δικά σου όνειρα, που τελικά, έγιναν εφιάλτες…

Ποια ευτυχία ξεδιψάει μες στα δάκρυα σου; Θυμάμαι το άγγιγμα σου στο λαιμό μου, να μου περνάς τη χρυσή καδένα με το όνομα μου, τότε κατάλαβα πως με λένε. Αυτή η στιγμή γιατρεύει τα μέσα μου, τους πόνους μου και τα όσα πέρασα για εσένα. Ακόμα κι εσύ δάκρυσες. Τα μάτια σου μου λέγανε τόσα, μου λέγανε να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω, μου λέγανε να κάνουμε μια νέα αρχή, μια επανεκκίνηση. Μα οι υπολογιστές έχουν επανεκκίνηση, όχι η ζωή…

Ποια παγωνιά τώρα ξυπνάει μέσα απ’ τη φωτιά σου; Οι μώλωπες και τα χτυπήματα φύγανε, -όπως κι εσύ- αλλά γίνανε παράσημα, κι έγινα εγώ το αντράκι δίπλα σου. Η βασανισμένη μου καρδιά ψήλωσε δυο πόντους στη μυρωδιά των ουσιών και τα λάθη μου έγιναν κραυγές για να ακουστούν από τα μεγάφωνα της πόλης.

Πόσο αξίζει μια στιγμή; Καταλαβαίνεις την αξία της ζωής όταν βλέπεις πάνω στα βλέφαρα του αγαπημένου σου την ευτυχία, εγώ δεν την είδα ποτέ σε εσένα.

_

Μια ιστορία εμπνευσμένη από τη φίλη Βασιλική Τσούτσουρα.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.