Παράβαση

(Παράβαση από τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη – 1977)      

Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου

Τραγούδι: Παράβαση

Ο τάδε γνώρισε την τάδε σε ένα μαγαζί. Η εφαρμογή που είχαν βάλει στο κινητό δούλεψε μια χαρά. Στο μαγαζί δεν είπαν κάτι, απλά κοιταχτήκαν. Το βράδυ που πήγαν σπίτι άρχισαν και μιλάγανε, στέλνανε φατσούλες, ηχογραφημένα μηνύματα, μικρά video και γυμνές φωτογραφίες. Όλα μοιάζανε υπό έλεγχο, ο αλγόριθμος της εφαρμογής δούλευε. Αυτό συνεχίστηκε για λίγες μέρες ακόμη, ώσπου το κορίτσι πρότεινε στο αγόρι να κάνουν έρωτα. Εκείνος φυσικά δέχτηκε αμέσως. Έτσι, τοποθετήσαν τα κινητά τους στο προσκέφαλο του κρεβατιού τους και αρχίσαν να χαϊδεύονται. Αφού τέλειωσαν και οι δύο βάλανε τα χείλη τους στη Retina οθόνη και καληνυχτίσανε. Το άλλο πρωί το αγόρι ξύπνησε με περίεργη διάθεση, ήθελε να συναντήσει από κοντά το κορίτσι. Εκείνη του εξήγησε πως αν γίνει αυτό θα παραβιαστούν οι κανόνες της εφαρμογής. Εκείνος της είπε πως υπάρχει ζωή και έξω από την εφαρμογή και πως ένα χάδι ή η ανάσα της είναι πιο σημαντικά κι από ένα εκατομμύριο ηχογραφημένα μηνύματα, φατσούλες, αυτοκόλλητα, γυμνές φωτογραφίες, φιλιά από οθόνες, like, κοινοποιήσεις, tweet και retweet. Εκείνη τον έσβησε από -το- λογαριασμό της.

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Λένγκω

Στίχοι: Γιάννης Μαρκόπουλος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Τραγούδι: Ελλάδα (Λένγκω)

Κάπου στους πρόποδες του Ολύμπου υπάρχει ένα πολύ μικρό χωριουδάκι που λέγεται Λένγκω. Το χωριό αυτό πέρα από το ιδιαίτερο όνομα, έχει και κάτι άλλο ακόμα πιο ιδιαίτερο, στο χωριό αυτό ζούνε πάντα εκατό άτομα. Δηλαδή, αν πεθάνει κάποιος, αντικαθίσταται αυτόματα με κάποιον άλλον. Άρα, ο πληθυσμός του χωριού ό,τι και να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, είναι πάντα εκατό άτομα. Οι ηλικίες των κατοίκων είναι από 18 μέχρι 68, πενήντα γυναίκες και πενήντα άντρες.

Στη Λένγκω γίνονται όλες οι μετρήσεις, οι δημοσκοπήσεις, τα δημοψηφίσματα κι οι αναλύσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, το μικρό αυτό χωριό, λειτουργεί σαν ένα μεγάλο εργαστήριο. Υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργεία της τάξης και της ηθικής είναι μερικοί επιστήμονες, μερικοί επενδυτές, αλλά και πολιτικοί… Φυσικά, όλοι οι δρόμοι στο χωριό, αλλά και τα εσωτερικά των σπιτιών βιντεοσκοπούνται· οι άνθρωποι κυκλοφορούν με χορηγούς πάνω στα ρούχα τους, κάποιοι ακόμα, έχουν κάνει και τατουάζ το brand που διαφημίζουν. Επίσης, όλοι οι κάτοικοι στα δωμάτιά τους έχουν μηχανάκια της AGB, συνδρομητική τηλεόραση, κινητά τελευταίας τεχνολογίας, κι ότι λογιών gadget υπάρχει.

Η ακριβή τοποθεσία του χωριού δεν μπορεί να οριστεί, μιας και οι επιστήμονες που μελετάνε τη Λένγκω, έχουν απενεργοποιήσει το στίγμα του GPS, αλλά και όλες τις άλλες χαρτογραφήσεις. Ακόμα, οι κάτοικοι δεν μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο χωριό, μιας και η νομοθεσία που υπάρχει στη Λένγκω δεν το επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται δηλαδή να βγει, αλλά και να μπει κάποιος από τα σύνορα του χωριού. Οι κάτοικοι της Λένγκω ζούνε πλουσιοπάροχα, έχοντας ό,τι εγκόσμιο καλό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά έγκλειστοι και αποξενωμένοι σε μια κοινότητα που για να εξακολουθήσουν να ζουν, πρέπει να κάνουν συνεχώς μετρήσεις.

Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι του χωριού συμπεριφέρονται κανονικά και απόλυτα φυσιολογικά, δεν αγγίζονται, δε χαϊδεύονται, κατά συνέπεια δεν ερωτεύονται. Δεν έχουν ανάγκη να αγαπηθούν, το μόνο που τους νοιάζει είναι να κάνουν όσα πιο πολλά τεστ, με σκοπό να πάρουν όσο πιο πολλά χρήματα. Βέβαια, ούτε τα λεφτά έχουν ανάγκη, μιας και τα λεφτά που παίρνουν δεν μπορούν να τα καταναλώσουν πουθενά· το χωριό είναι έτσι δομημένο, ώστε να μην μπορεί κανείς, να κάνει καμία αγορά. Το φαγητό, τα ρούχα, τα υλικά αγαθά, τους παρέχονται μέσω από έναν ειδικό σωλήνα, που συνδέει το control room, με το κάθε σπίτι.

Ενώ όλα πήγαιναν “καλά”, κάποιοι στιγμή, ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα του χωριού, πως θα έρθουν κάποιοι επενδυτές για να μελετήσουν τη γη. Φυσικά οι κάτοικοι θορυβήθηκαν και ανησυχήσαν πάρα πολύ, μιας και οτιδήποτε που διέφερε από τη ρουτίνα τους, δεν του άρεσε. Τελικά, οι επενδυτές πήγαν στο control room του χωριού, είδαν μερικά πλάνα, ζωντανά και μαγνητοσκοπημένα και αποφάσισαν πως θέλουν να πάρουν την πλατεία του χωριού, να την αγοράσουν. Η απόφασή τους είχε πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά ό,τι τους άρεσε το αγοράζαν, αφαιρώντας ότι καλή κληρονομία υπήρχε σε αυτόν τον τόπο.

Οι κάτοικοι σκέφτηκαν για μια στιγμή να επαναστατήσουν, αλλά κρατώντας στο ένα χέρι το iPhone και στο άλλο σούσι, διέγραψαν οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Η καθημερινότητα τους, ήταν να περνάνε κλεισμένοι και καταδικασμένοι στο δωμάτιό τους, μη περιμένοντας τίποτα από αυτή τη ζωή, φυλακισμένοι στην κατάθλιψή τους, που πια κύλαγε και στις φλέβες τους… Δεν μπορούσαν να δουν τον ήλιο, τον ουρανό, τα σύννεφα, να ακούσουν μουσική, να κάνουν έρωτα… και κάπως έτσι η ζωή για αυτούς συνεχιζόταν, χωρίς την παραμικρή ικμάδα χαράς. Ώσπου, το χωριό αυτό άδειασε από αξιοθέατα, ρημάχτηκαν οι όμορφες θέες και καταπατήθηκαν όλα, μα όλα τα λουλούδια, δεν απέμεινε τίποτα, παρά μόνο υπολογιστές και τσιπάκια. Οι επενδυτές είτε για γούστο, είτε γιατί τους άρεσε η τοποθεσία, αγόρασαν και το ελάχιστο όμορφο τετραγωνικό που διέθετε η Λένγκω.

Σε μια ανύποπτη στιγμή, με ένα κουμπί, κάποιοι ανώτεροι, έκλεισαν τα φώτα από το χωριό, και άφησαν στο έλεος τους ανθρώπους. Μέσα στο σκοτάδι που είχε απλωθεί στη Λένγκω, οι εκατό κάτοικοι βρήκαν ευκαιρία και συγκεντρώθηκαν έξω από μια γειτονιά. Έστω κι αν δεν μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλον, τώρα αισθανόντουσαν τα μάτια που είχαν απέναντί τους… Ξαφνικά, συνειδητοποίησαν, πως δεν έχουν τίποτα· ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε iPhone, ούτε τίποτα… Μείνανε πάμφτωχοι από υλικά αγαθά, αλλά και από αισθήματα. Στη συγκέντρωσή τους, συμφωνήσαν όλοι, πως μόνο η αγάπη αρκεί. Μόνο το να κάνεις σε αυτήν τη γαμημένη ζωή, κάποιον να χτυπάει η καρδιά του για εσένα, αρκεί. Χωρίς να εξαρτάσαι από τα χρήματα. Ήξεραν καλύτερα και από την αλφάβητο, πως το να δίνεις είναι πιο σημαντικό από το να παίρνεις, και πως δεν μπορείς να ζήσεις, αν δεν έχει όνειρα.

Τώρα βέβαια, όλες οι σκέψεις τους πέφταν στο κενό, μιας και είχαν κλειδωθεί –εθελούσια– σε έναν τόπο που δεν ήξεραν στα αλήθεια που βρίσκεται, αλλά και πώς μπορούν να διαφύγουν. Μέρα με τη μέρα, πέθαιναν και περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς φυσικά να έρχεται κανείς, ούτε καν για βοήθεια. Στο τέλος, έμεινε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Προσπάθησαν να ανέβουν στο πιο ψηλό σημείου του χωριού, μήπως και μπορέσουν να δουν τον ουρανό, αλλά οι επιστήμονες είχαν καλύψει τον ουρανό με μια στρώση μοκέτας. Μείναν εκεί πιασμένοι χεράκι χεράκι· αφυδατωμένοι, νηστικοί και κουρασμένοι, ενώ κάποιοι άλλοι παρά δίπλα τους, τρώγαν με χρυσά κουτάλια. Ξάπλωσαν αγκαλιά στην κρύα γη, για κάποιο λόγο και οι δύο ήταν χαρούμενοι. Είχαν όλα όσα ήθελαν να έχουν…

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο”.

Μέδουσα

Στίχοι: Βασίλης Κυριακόπουλος
Μουσική: Δημήτρης Σιάμπος, Λάμπρος Φιλίππου
Πρώτη εκτέλεση: Yianneis
Τραγούδι: Μέδουσα

«Το μόνο που ονειρεύομαι είναι μια κοινωνία αγγέλλων», αυτό είπε ο Αλέξης και μετά σώπασε. Τώρα άκουγε μόνο τον ήχο της θάλασσας και τους χτύπους της καρδιάς του. Το ξέρει πως τα πολλά λόγια είναι φτώχια και δεν ήθελε πάλι να αρχίζει να ασθμαίνει από τις πολλές σκέψεις, αλλά και τα όνειρα που είχε για αυτήν τη γαμημένη ζωή.

Ο Αλέξης ήταν ο τρελός, ο κακός, ο ζαλισμένος, ο φτωχός, ασυνείδητος, οκνός, φρικτός, καμπουριασμένος και μόνος, αυτά ήταν μερικά μόνο από τα επίθετα που του είχαν ξεστομίσει όλοι οι γνωστοί του κι οι φίλοι του στο χωριό… Βέβαια, αυτός ένιωθε γελοίος, ενοχλητικός κι ακόμη, πως ποτέ δε θα μπορέσει να αγαπήσει κάποιον, και πόσο μάλλον, κάποια. Παρ’ όλα αυτά, συνέχεια ήταν με το χαμόγελο, γελούσε, ό,τι κι αν του συνέβαινε γελούσε, αλλά πίσω από το χαμόγελο του έκρυβε τόσο πόνο, τόσα δάκρυα μα και θλίψη…

Ο Αλέξης και η οικογένειά του ζούσαν μόνιμα σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Εύβοιας. Τα καλοκαίρια εκείνος πήγαινε κάθε απόγευμα για μπάνιο, μόνος του, δεν ήθελε τους γονείς του, ούτε κανέναν. Για αυτό το λόγο πήγαινε σε μια ερημική παραλία που λεγόταν “Κρεμμύδι”. Καθόταν λίγο, άλλες φορές έκλαιγε, άλλες φορές γελούσε μόνος του, άλλες φορές κυλιόταν στην άμμο, κι άλλες φορές πήγαινε κολυμπώντας σε μια άλλη παραλία που λεγόταν “Ακτή Αφροδίτης”. Φυσικά όταν έφτανε δεν έβγαινε από το νερό, το σώμα του ήταν χάλια, είχε μερικά εγκαύματα και τα κιλά του ήταν πολλά. Το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει καμιά κοπελίτσα που θα έπαιζε ρακέτες ή θα λιαζόταν στα χέρια του αγοριού της.

Μια μέρα κολυμπώντας από το “Κρεμμύδι” στην “Aκτή Αφροδίτης”, είδε από μακριά μια κοπέλα να κάθεται μόνη της. Πλησίασε στη στεριά όσο πιο κοντά μπορούσε. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τον δει και να φύγει. Ήταν πολύ όμορφη, ναι, ήταν πολύ όμορφη! Αφού την κοίταξε αρκετά έφυγε, και είπε πως θα ξανά πήγαινε και αύριο, την ίδια ακριβώς ώρα, έστω για να τη δει λίγο. Έτσι κι έγινε, πήγε και την άλλη μέρα. Το κορίτσι πάλι μόνο του. Τριγύρω η εικόνα που έβλεπε ήταν ερωτευμένα ζευγαράκια, μπρατσαράδες να λιάζουν το κορμί τους και χαζογκόμενες να παίζουνε με το κινητό. Εντύπωση του έκανε πως κανείς δεν της μίλαγε, κανείς δεν της έδινε σημασία. Σκέφτηκε να πάει αυτός, μα την ίδια στιγμή το μετάνιωσε. Μα τι στο διάολο να της πει; Ντρεπόταν, φοβόταν και όλα τα συναφή.

Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Μόνο που σήμερα για κάποιο λόγο είχε μια περίεργη αίσθηση, αυτό που λες πως κάτι κακό θα συμβεί, και συμβαίνει, πάντα. Η απόσταση από την μια παραλία στην άλλη, ήταν γύρω στη μισή ώρα, αρκετό κολύμπι δηλαδή. Έλα όμως που η θάλασσα σήμερα ήταν άγρια. Δεν έδωσε και πολύ σημασία, μιας και ήταν αρκετά σίγουρος για τις ικανότητές του στο κολύμπι –στο μόνο που είχε κάποια ικανότητα, και δεύτερον ήθελε να τη δει! Η ζωή του ήταν τόσο πολύ ανιαρή, έπρεπε να βουτήξει. Λίγο πριν φτάσει στην ακτή, του επιτέθηκε μια μεγάλη μέδουσα, τσούχτρα δηλαδή. Βούτηξε μέσα στο νερό για να την αποφύγει, αλλά δεν μπόρεσε. Τον τσίμπησε! Τρεις φορές! Μία στο πόδι, μία στο στήθος και μία στην πλάτη! Δεν άντεξε από τον πόνο, κι άρχισε να φωνάζει, άρχισε να φωνάζει και να παραλογίζετε «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ, ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΕΣΑΣ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΕΣΑΣ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΠΙΟ ΜΑΓΚΑΣ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΝΤΑΗΣ, ΕΙΜΑΙ…!» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και λιποθύμησε από τον πόνο.

Με τις φωνές του είχε αναστατώσει όλη την παραλία, βέβαια καταλάβανε όλοι πως ήταν ο Αλέξης, το τέρας του χωριού, και κανείς δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία, ίσα ίσα που χαρήκαν πως θα πάθει κάτι άσχημο… Η μόνη που έτρεξε να δει τι έγινε, ήταν η κοπέλα που ο Αλέξης γλυκοκοίταζε τις τρεις τελευταίες μέρες. Οι υπόλοιποι λουόμενοι της παραλίας γυρίσανε πλευρό κι άρχισαν να καίγονται και από την άλλη πλευρά. Εκείνη όμως κολύμπησε λίγα μέτρα ώσπου και τον έφτασε. Ύστερα έκανε πολύ προσεκτικές κινήσεις για να αποφύγει τις τσούχτρες. Έπειτα, τον έπιασε από τους ώμους και τον έβγαλε μέχρι έξω. Η κοπέλα έκανε πάνω από δέκα χρόνια κολύμπι και έτσι δεν κουράστηκε να τον κουβαλάει. Του έδωσε το φιλί της ζωής· και του έκανε κάποιες μαλάξεις, ο Αλέξης μετά από λίγο επανήλθε.

«Μην με κοιτάς!» αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση του Αλέξη. «Μην με κοιτάς!!» ξανά είπε, μιας και το κορίτσι δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνετε. «Η ασθένειά μου μεταδίδετε με το βλέμμα, μην με κοιτάς!!!» ξανά είπε με θυμό και οργή.
«Δεν σε κοιτώ!» ψιθύρισε απορημένο το κορίτσι.
«Ερωτευμένοι εραστές πέθαναν πρώτοι, τι καλά πέθαναν πρώτοι». Χασκογέλασε με έναν υπαινιγμό ο Αλέξης. «Πιο μετά πανικός και χαμός και τρόμος για ζωή». Συνέχισε ο Αλέξης.
«Ποια ζωή; Τι είπες; Ποια ζωή;» Είπε το κορίτσι που φαινόταν να τα έχει χάσει από τον παραλογισμό του Αλέξη.
«Ασθμαίνω. Χαμογελώ. Είπαμε. Είμαι γελοίος».
«Έχω στην τσάντα μου αμμωνία, πρέπει να βάλουμε λίγη για να γίνεις καλά» είπε το κορίτσι με σοβαρό ύφος.
«Το θέλω όσο τίποτε άλλο στο κόσμο».
Το κορίτσι δεν ήξερε αν το έλεγε σοβαρά ή αν έκανε πλάκα, αλλά εκείνη όφειλε, αλλά και ήθελε να του βάλει. Καθ’ όλη την διάρκεια της επάλειψης, ο Αλέξης ένιωθε μια ανατριχίλα, μια ηδονή, μια γαλήνη, ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να το εκφράσει… Έτσι, άρχισε να χαμογελάει με τα σάλια του να στάζουν στο τρεμάμενο πιγούνι του. «Είμαι ενοχλητικός, πολύ ενοχλητικός. ΓΙΑ ΔΕΣΙΜΟ. Ψιθυρίζω: Δεν είμαι σαν εσάς. Εγώ είμαι εγώ. Είμαι ελεύθερος…» είπε χαμογελώντας στην κοπέλα.
Εκείνη μην ξέροντας τι να κάνει, του χαμογέλασε και εκείνη.

Από κοντά ήταν πιο όμορφη. Ήταν το πιο ωραίο πλάσμα που είχε ο Αλέξης δει ποτέ, και επίσης έστω κι αν ήταν στην παραλία, μύριζε υπέροχα, αλλά δεν μπορούσε να την δει σαν γυναίκα. Το μόνο σίγουρο ήταν πως είχαν γίνει θέαμα σε όλη την παραλία, αλλά και οι δύο το απολάμβαναν. Η κοπέλα προσπάθησε να τον πάρει αγκαλιά. Εκείνος μούγκριζε λίγο, αλλά μετά αφέθηκε.
«Χαμογελάς πολύ ε;» ρώτησε η κοπέλα.
«Χαμογελώ» είπε ο Αλέξης.
«Πού μένεις, δεν σε έχω δει ποτέ» ξανά ρώτησε η κοπέλα.
«Δεν έχεις ακούσει το λυγμό μου που βγαίνει μέσα από το βραχνό λαιμό μου πηχτός, τραβώντας μέσα του πικρό, δηλητηριώδες σάλιο, αίμα και γρέζι. Γρέζι από τον τόρνο που κατεργάστηκε την κρύα σιδερένια καρδιά μου».
«Μα εσύ δεν έχεις σιδερένια καρδιά, κάθε άλλο!»
«Χαμογελώ. Έχει ξεχαστεί η ύπαρξη μου, μήπως δεν υπήρξα ποτέ;» ρώτησε με σοβαρό ύφος ο Αλέξης.
«Μα φυσικά και υπάρχεις, εγώ σε αισθάνομαι!» είπε η κοπέλα κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
«Χαμογελώ. Μα. Είμαι κάπου μέσα σου» την κοίταξε και εκείνος στα λαμπερά της μάτια.
«Μα τι είναι αυτά που λες Αλέξη μου…»

Ο Αλέξης σηκώθηκε χαρούμενος, πήρε από λίγο πιο δίπλα ένα καφάσι της λαϊκής, το έβαλε μπροστά στα πόδια και ύστερα ξανά κάθισε στην αγκαλιά της κοπέλας, που ακόμα δεν την είχε ρωτήσει το όνομά της… Γύρω του συνέρρεε κόσμος πολύς και όλοι τους αφήναν κατιτίς.

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Ο νόμος του κυρ. Αρίστου στο Π. Φάληρο

Όλα άρχισαν το 2013, όταν άνοιξε στα νότια προάστια το πρώτο μαγαζί κεμπάπ κυρ. Αρίστος και συγκεκριμένα στο Π. Φάληρο. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ήταν ένα συνηθισμένο σουβλατζίδικο που υποτίθεται πως είχε καλό κεμπάπ. Απλά πούλαγε δήθεν πολυτέλεια σε καλή τιμή, και επίσης σε έναν καιρό που τα πάντα γύρω ακριβαίναν. Ο άντρας που ήθελε να βγάλει την κοπέλα του έλεγε «απόψε θα σε πάω σε μια μοντέρνα ταβέρνα…». O πατέρας που ήθελε να πάει την οικογένειά του για φαγητό έλεγε «θα πάμε στο καλύτερο κεμπαπτζίδικο…», αλλά στην ουσία πήγαιναν σε σουβλατζίδικο.

ARISTOS_017Πέρασε ένας χρόνος και η ουρά αναμονής για να φάει κάποιος στο κεμπαπτζίδικο μεγάλωσε κατά πολύ. Πλέον ο κόσμος ήξερε πως θα περιμένει πάνω από μία ώρα για να φάει λίγο κρέας. Το 2014, ένα χρόνο μετά από το άνοιγμα του πρώτου μαγαζιού, άνοιξε ακριβώς δίπλα δεύτερο μαγαζί, που σαν επιγραφή έλεγε «κεμπαπτζίδικον κυρ. Αρίστος». Ένα ακόμα ίδιο μαγαζί δηλαδή, απλά αυτό εξυπηρετεί κυρίως για πακέτα. Βέβαια πέρα από τα πακέτα, δεκάδες μηχανάκια βγήκαν στο δρόμο για να καλύψουν τις παραγγελίες από το σπίτι. Ακόμα, δειλά δειλά μερικά τραπεζάκια ξεμύτησαν στα πεζοδρόμια του Παλαιού Φαλήρου, δείγμα οικειότητας προς τους ανθρώπους, αλλά και αυθαιρεσίας προς το τόπο.

Χρυσές δουλειές ο κυρ. Αρίστος μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Στην ίδια τοποθεσία και ακριβώς δίπλα από τα άλλα δύο μαγαζιά άνοιξε και τρίτο! Αυτή τη φορά το μαγαζί αυτό κάλυπτε τις ανάγκες των ανθρώπων που αγαπούν το ψάρι. Αξίζει να σημειωθεί, πως παλιότερα και τα τρία μαγαζιά που τώρα αποτελούν κτήμα του κυρ. Αρίστου ήταν φαγάδικα, αλλά για κάποιο λόγο κανένα δεν πήγαινε καλά… Στον απέναντι δρόμο πάντως, μετά από ελάχιστο χρονικό διάστημα εκτελούσαν έργα. Παντοπωλείο κυρ. Αρίστος. Στο ακριβώς δίπλα μαγαζί μακαρονάδες κυρ. Αρίστος. Στον ίδιο δρόμο σε κοντινή τοποθεσία παγωτά κυρ. Αρίστος. Μια μικρή γειτονιά παντού με επιγραφές κυρ. Αρίστος!

ARISTOS_016

Οι άνθρωποι της τριγύρω περιοχής κάνανε πλάκα και λέγανε πως μόνο πιτσαρία δεν είχε ανοίξει… Μερικές μέρες μετά κι ένα στενό πιο κάτω από τα κοντινά μαγαζιά, τοποθετήθηκαν αφίσες «προσεχώς pizza κυρ. Αρίστος». Μοιάζει σαν να έχουν υπογράψει οι Φαληριώτες, αλλά και όλη η Αθήνα, ένα συμβόλαιο δέσμευσης, πως θα τρώνε μόνο από εκεί! Περιττό να αναφέρω πως τα τριγύρω μαγαζιά, και τα κεντρικά, αλλά και τα μαγαζιά της “γειτονιάς” βάλανε λουκέτο. Το μεγάλο ψάρι πάντοτε τρώει το μικρό… Αξίζει ακόμα να πω, πως λέγοντας κυρ. Αρίστος, εννοούμε τον Αριστοτέλη Ωνάση, μιας και σε όλα τα μαγαζιά δεσπόζουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Έλληνα κροίσου. Στα χνάρια λοιπόν του μεγιστάνα που κατάφερε να κάνει ιδιοκτησία του άπειρα καράβια, αεροπλάνα, αλλά κι ένα ολόκληρο νησί.

Το καλοκαίρι του 2015 η εθνική οδός είχε γεμίσει με τεράστιες ταμπέλες από διαφημίσεις που λέγαν «super market κυρ. Αρίστος, σύντομα στο Π. Φάληρο». Ένα κακό αστείο φαίνεται να δημιουργείται, αλλά η πλάκα δεν τελειώνει εδώ. Σχεδόν όλα τα ραδιόφωνα παίζανε διαφημίσεις για μια νέα εταιρία ρουχισμού, αμιγώς ελληνική, όπου θα ονομάζεται κυρ. Αρίστος. Επίσης  παντόφλες κυρ. Αρίστος, παπούτσια κυρ. Αρίστος και τσάντες κυρ. Αρίστος. Ένας ολόκληρος δήμος στα χέρια ενός ανθρώπου, που επί της ουσίας κανείς δεν ξέρει ποιος είναι! Ένας ολόκληρος δήμος παραδομένος στις ορέξεις κάποιας απρόσωπης και ανώνυμης εταιρίας. Ένας ολόκληρος δήμος πιόνι στη σκακιέρα ενός καπιταλιστικού συστήματος, που κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται και πού έχει σκοπό να πάει…

ARISTOS_028Τα χρόνια πέρασαν και φτάσαμε στο  σήμερα, στο 2031 όπου όλοι οι υπολογιστές στο Π. Φάληρο είναι μάρκα κυρ. Αρίστος, το μόνο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας που πιάνει είναι κυρ. Αρίστος και όλα τα αμάξια στα νότια είναι του κυρ. Αρίστου. Η τράπεζα που οι δημότες του Π. Φαλήρου εξοφλούν τις 1000 δόσεις λέγεται κυρ. Αρίστος και οι καλοσυνάτες κοπέλες που δουλεύουν σε αυτές, λέγονται όλες στο μικρό “Ισιδώρα”. Πλέον, η 14η Μαΐου καθιερώθηκε να εορτάζεται στην Ελλάδα και την Κύπρο κάθε χρόνο ως επίσημη εθνική εορτή και αργία. Η μέρα δηλαδή που γιορτάζει ο Αριστοτέλης. Ο Τέλης, ο Θεράπων, ο Ισίδωρος, η Ισιδώρα, ο Σιδέρης κι η Δώρα.

Γράφω αυτό το email, 17 Ιουνίου 2031 για να πω ένα μεγάλο σ’ αγαπώ στη Δώρα, τη γυναίκα μου, αλλά και να δώσω μια τεράστια αγκαλιά στον Τέλη, το γιο μου. Τα προηγούμενα χρόνια τα κουτσοκαταφέρναμε και μας έμενε κάτι να φάμε, αλλά το καθεστώς κυρ. Αριστός που δημιουργήθηκε τα τελευταία δέκα οχτώ χρόνια μας πέταξε γυμνούς στο δρόμο… Είπα πολλές φορές πως δε θα τα παρατήσω, και δεν τα παράτησα, αλλά αυτό που με πληγώνει περισσότερο δεν είναι πως η μπλούζα μου, τα παπούτσια μου, το φαγητό μου, το όνομα του παιδιού μου, το όνομα της γυναίκας μου, το όνομά το δικό μου είναι κάτω από μία επιχείρηση, αυτό που με πληγώνει είναι πως δεν μπορώ να ονειρευτώ.

_

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, το παραπάνω διήγημα είναι μια φανταστική ιστορία, παρ΄ όλα αυτά έχει πολλά στοιχεία πραγματικότητας.

Φωτογραφίες: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS, popaganda.gr

Μικρό κοχύλι

Μια φορά κι έναν καιρό στο βυθό της θάλασσας ζούσαν δύο κοχύλια. Το ένα ήταν ένα πολύ όμορφο κοχύλι, είχε μελιχρό κέλυφος, όμορφη όψη και γυάλιζε συνέχεια∙ το άλλο ήταν ένα πολύ μικρό και ανούσιο κοχύλι, χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα, ούτε κάποια άλλη ομορφιά και ακόμα, είχε μια τρυπίτσα στο κέντρο του, που το έκανε ακόμα πιο άσχημο…

Το γυαλιστερό κοχύλι συνέχεια παινευόταν για την ομορφιά που είχε και πως τα χρώματά του ήταν αξεπέραστα σε όλο τον υδάτινο κόσμο, και συνεχώς πήγαινε εκεί που βρισκόντουσαν άνθρωποι για να πάρει τα παινέματα. Το μικρό κοχύλι πάλι δεν μπορούσε να βλέπει αυτήν την κατάφορη αδικία και συνέχεια απομακρυνόταν από την αμμουδιά για να μην το δει κανείς. Εξάλλου όπως έλεγε, ήταν τόσο ασήμαντο και μικρό που κανείς δεν θα το πρόσεχε.

Μια μέρα το μικρό κοχύλι δεν άντεξε, ήθελε να συμβουλευτεί κάποιο σοφότερο. Έτσι πήγε στο χταπόδι, που όσο να ‘ναι είχε ζήσει περισσότερες μέρες στην θάλασσα.

-Στα αλήθεια γιατί όλοι προσέχουν το γυαλιστερό κοχύλι και εμένα κανείς;
-Γιατί όλοι οι άνθρωποι βλέπουν μόνο την εξωτερική εμφάνιση… είπε το σοφό χταπόδι.
-Ναι αλλά πως θα γίνει να γυαλίζω κι εγώ;
-Εσένα γυαλίζει η καρδούλα σου… είπε το χταπόδι.
-Ναι, αλλά πότε θα χαμογελάσω κι εγώ και θα αισθανθώ ωραία;
-Να έχεις υπομονή και όλα θα γίνουν!

816208_seashell_girl_by_kara_lija-d4ntkhsΈνα βράδυ είχαν έρθει στην παραλία ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Από ότι άκουσε το μικρό κοχύλι, ήταν το πρώτο μπάνιο που θα έκαναν μαζί. Σε μια στιγμή το αγόρι κάτι αισθάνθηκε στο πόδι του. Έκανε μια κίνηση με το χέρι και βρήκε το μικρό κοχύλι. Αμέσως πήγε κοντά στο κορίτσι και την αγκάλιασε. Ύστερα της είπε να του δώσει το χέρι της. Εκείνη του το έδωσε δειλά δειλά και εκείνος της έδωσε το μικρό κοχύλι. Το κορίτσι γέλασε. Το αγόρι της είπε πως έχει το πιο όμορφο χαμόγελο! Ύστερα, πέρασε από το λαιμό της το κοχύλι και το πρόσθεσε στο κολιέ που φόραγε, να που η σχισμή αντί για ελάττωμα έγινε προτέρημα! Τώρα το κοχύλι ήταν στον άσπρο λαιμό του κοριτσιού και φαινόταν ακόμα πιο όμορφη.

Μετά από λίγες μέρες μάθαμε, πως το γυαλιστερό κοχύλι, σερβιρίστηκε σε μια ψαροταβέρνα∙ όπου λίγο πιο δίπλα τρώγαν και χαιρόντουσαν τον έρωτά τους το αγόρι μαζί με το κορίτσι. Το μικρό κοχύλι στόλιζε το λαιμό του κοριτσιού, και όπως μάθαμε, τον στόλιζε για πολλά χρόνια!

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο LiFO.gr.

Incognito (Project 240’’)

Είναι μεσημέρι, μιας καθημερινής μέρας.

Τα πάντα έχουν συμβεί στον κόσμο από το πρωί. Αφίξεις, αναχωρήσεις, συζητήσεις, πράξεις, φιλιά, αποχαιρετισμοί και χωρισμοί. Όλα στον κόσμο έχουν συμβεί, αλλά υπάρχει κάτι που ακόμα να γίνει.

Απόγευμα. Οι άνθρωποι ξέρουμε το τρόπο να πονάμε. Ξέρουμε καλύτερα το τρόπο να πονάμε, παρά να είμαστε ευτυχισμένοι. Εξάλλου μόνο τα χάπια γλυκαίνουν τις μέρες μας· και οι σιωπές μας μεγαλώνουν. Όπως κι εγώ, όλα όσα ήθελα να σου πω τα έγραψα σε ένα βιβλίο. Τα έκρυψα σε προτάσεις, ούτε οι φιλόλογοι να μην τα βρουν, ούτε κανείς.

Πανσέληνος. Τι θα μου έλεγες για το βιβλίο; Πόσο άραγε η σκιά σου να φωτίζει το φεγγάρι;

Untitled 1

photo: Γιώτα Τριανταφυλλίδου

_

Το συγκεκριμένο διήγημα συμμετέχει στο λογοτεχνικό διαγωνισμό project 240”, μια προσπάθεια του Ηρακλή Λαμπαδαρίου από τις Εκδόσεις Σαΐτα. Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ, πληροφορίες για το project μπορείς να βρεις εδώ. Η φωτογραφία ανήκει στη Γιώτα Τριανταφυλλίδου.

Στους δύο τέταρτος χωρεί!

—Θες να οδηγήσεις εσύ; Θέλω να είμαι πιο άνετη…
—Εντάξει…
Μπήκαν στο αμάξι με μια μικρή αμηχανία και οι δύο.
—Είσαι πάντα τόσο ντροπαλός;
—Όχι, μόνο στην αρχή.
—Α ok τότε… Φίλα με.
Της παραμέρισε τα μακριά μαλλιά και τη φίλησε.
—Που μένεις λοιπόν;
Ρώτησε η γυναίκα τον άντρα.
—Άγιο Στέφανο μένω.
Έβαλε μπροστά και σκέφτηκε τη διαδρομή που θα ακολουθήσουν.
—Πες μου λίγα πράγματα για εσένα.
Άρχισε να μιλάει για τον εαυτό του.
—Χαμήλωσε σε παρακαλώ το καλοριφέρ, κάνει αφόρητη ζέστη εδώ μέσα…
Εκείνος το χαμήλωσε.
—Ποσό καιρό έχεις να πας με άντρα;
—Μμμμ μου αρέσει που το πηγαίνεις κατευθείαν εκεί… 6 μήνες…
Εκείνη δεν ήθελε και πολύ, μετά από αυτό πήρε θάρρος. Άρχισε να το χαϊδεύει στον δεξί ώμο και μετά πίσω από το λαιμό και πιο μετά στο πόδι. Εκείνος χαμογέλασε.
—Σου αρέσει;
—Ναι…
—Μα κάνει πολύ ζέστη εδώ μέσα…

Ο Γρηγόρης είχε συναντήσει μόλις τη Σοφία σε ένα βιβλιοπωλείο. Δεν την ήξερε από πριν. Εκείνη μπήκε μέσα, ρώτησε την ιδιοκτήτρια αν υπάρχει ένα –σπάνιο– βιβλίο ενός Ισπανού συγγραφέα, η απάντηση ήταν αρνητική, αλλά ο Γρηγόρης κατά διαβολική σύμπτωση ήταν ο μεταφραστής του βιβλίου, και φυσικά το είχε στην βιβλιοθήκη του, υπογεγραμμένο κιόλας.

Είπε η Σοφία και χαμήλωσε αυτή τη φορά μόνη της το καλοριφέρ. Μετά από αυτό ξεκούμπωσε τρία κουμπιά από το πουκάμισό της, έτσι φαινόταν το μαύρο σουτιέν της. Καθόταν πάντα σταυροπόδι και τον κοίταζε συνέχεια! Ύστερα τον χάιδεψε στο καβάλο, πότε με το αριστερό χέρι και πότε με το δεξί. Κατάλαβε πως είχε ερεθιστεί, ενώ ακόμα δεν του είχε κάνει τίποτα, δεν το σχολίασε.

—Σου αρέσει;
Του ξανά είπε.
—Ναι μου αρέσει, αλλά μήπως θα ήθελες να πάμε για ένα ποτό;
Της είπε, μάλλον από αμηχανία.
—Όχι, δε θέλω ποτό.
—Είναι αρκετά γρηγορά για εμένα, αλλά μπορείς να συνεχίσεις… Δείξε μου το στήθος σου.
Εκείνη αφού ξεκούμπωσε άλλα δυο κουμπιά, καμάρωσε για το στήθος της, χωρίς όμως να βγάλει το σουτιέν της, αν και κατάλαβε τι ήθελε ο Γρηγόρης.
—Έχεις πολύ ωραίο στήθος!
—Σε ευχαριστώ.
Εκείνος της έπιασε το αριστερό μπούτι, το ένιωθε ολόκληρο στο χέρι του, μιας και το κολάν που φορούσε ήταν πολύ λεπτό. Η Σοφία ξανάρχισε να πιάνει τη φόδρα του παντελονιού του και τον χάιδευε τώρα με μεγαλύτερο πόθο, ψάχνοντας τα κουμπιά.
—Δεν μου είπες όμως, το βιβλίο προορίζεται για εσένα;
—Όχι, θέλω να το κάνω δώρο.
—Σε ποιον αν επιτρέπεται;
—Θες πραγματικά να μάθεις;
—Ναι, θέλω.
—Δώρο για τον Βασίλη, τον άνδρα μου, γιορτάζει σε 2 μέρες…
Την κοίταξε με ένα παγωμένο βλέμμα, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να μην ενδώσει. Είπε απλά…
—Μάλιστα…

Η Σοφία ήταν ηθοποιός. Όχι δε προσποιούταν –τουλάχιστον ακόμα–, αλλά στο επάγγελμα. Είχε παίξει σε κάτι μεσημεριανές σαπουνόπερες και τα τελευταία χρόνια έπαιζε μόνο θέατρο. Όμορφη, γυναικάρα βασικά. Γυμνασμένη παρά τα 40 της χρόνια, όνειρο κάθε άντρα. Ο Γρηγόρης ήταν θα λέγαμε χωμένος μες τα βιβλία, με γυαλάκια, έξυπνα μάτια, με γένια 3 ημερών και φράντζα, 23. Είχε περισσότερο λέγειν παρά ομορφιά, κάτι που σε μερικές έπιανε. Βασικά, είχε πάντα καλές τοποθετήσεις και έλεγε πάντα αυτό που θέλουν να ακούσουν οι γυναίκες. Του έκανε κατ’ ευθείαν πολύ καλή εντύπωση η Σοφία. Τα συνδύαζε όλα, όμορφη, όμορφα χείλια, γυμνασμένη, γυναίκα που σε κάνει να ονειρεύεσαι πολλά…

—Μπορείς να με βοηθήσεις;
Του είπε η Σοφία δείχνοντας με τα μάτια της το παντελόνι του. Όταν σταμάτησαν στο φανάρι, εκείνος με μια κίνηση έλυσε τη ζώνη του και ξεκούμπωσε μερικά κουμπιά. Μέχρι να του τον βγάλει έξω, την ρώτησε.
—Το έχεις ξανά κάνει όλο αυτό;
—Όχι είναι η πρώτη φορά…
Είπε με ύφος όχι και τόσο πειστικό. Άρχισε να τον πιάνει στα χέρια της και να τον κουνάει πάνω κάτω… ήταν ήδη πολύ ερεθισμένος.
—Έχεις κοπέλα;
—Όχι, δεν έχω φυσικά, αν είχα δεν θα σε άφηνα να κάνεις όλο αυτό.
—Οκ…
—Είναι τόσο καλό, μην σταματάς.
—Θες να το γλείψω;
—Ναι, θα το ήθελα.
Πήγε προς το μέρος του χωρίς κανένα δισταγμό, και άρχισε να το γλείφει. Όλα αυτά εν κινήσει… και σε λίγο θα βγαίναν και Εθνική οδό… Μετά από 3’ της είπε.
—Θες να πάμε σε ένα μέρος να σε γαμήσω;
Εκείνη δεν απάντησε.
—Αν δεν σταματήσεις θα τελειώσω.
Ούτε τώρα σταμάτησε, ίσα ίσα που χρησιμοποιούσε τεχνικές για να τελειώσει πιο γρήγορα. Σταμάτησε να τον γλείφει, αλλά του την έπαιζε πολύ γρήγορα και τον κοίταζε επίμονα. Είχαν ήδη βγει στην Eθνική οπότε ήταν δύσκολο να σταματήσει εκείνος. Ξανά πήγε προς το μέρος του και τον ξανά έγλυφε. Εκείνος προσπάθησε να την απομακρύνει, αλλά δεν μπόρεσε. Τελείωσε μέσα στο στόμα της. Παραλίγο να χτυπήσουν την ώρα εκείνη, μιας και για λίγα δευτερόλεπτα έχασε τον έλεγχο. Κρατήθηκε από τα μαλλιά της για να μη ξεφύγει περισσότερο από τη λωρίδα. Εκείνη τα κατάπιε όλα.
—Ω Θεέ μου…
—Πως σου φάνηκε;
—Απίστευτο… είσαι μια καύλα…

story

Αυτό το κείμενο των 786 λέξεων ανάρτησε στο site του ο Γρηγόρης και έγινε ο χαμός στο Internet! Ο Γρηγόρης ήταν blogger. Ήταν ένας από τους πιο γνωστούς blogger στην Ελλάδα! Αλλά τα πάντα τα έγραφε με ψευδώνυμο. Και όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε τα πάντα, όλοι οι λογαριασμοί του στα social είχαν nickname. Δεν ήθελε λέει να διαταράσσεται η καθημερινότητά του με τα πράγματα που σχετίζονται με το Internet. Αλλά σε αυτό αναφέρει το όνομά του! Ο πρωταγωνιστής δηλαδή έχει το ίδιο όνομα με αυτόν! Απλά για να μην τον κάνει τον ήρωα ίδιο ακριβώς, του άλλαξε μερικά στοιχεία, αλλά πάνω κάτω του έμοιαζε στα χαρακτηριστικά. Ακόμα, το Σοφία δεν ήταν καθόλου τυχαίο όνομα, ήταν μια γυναίκα που όντως συνάντησε σε ένα βιβλιοπωλείο και όντως είναι ηθοποιός.

.

Γνωριστήκαν ή καλύτερα συναντηθήκαν όπως λέει το άρθρο σε ένα βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας. Εκείνος είχε πάει να ρίξει μια ματιά σε κάτι βιβλία, εκείνη απλά έκανε απλά μια ερώτηση και έφυγε… αλλά τα 10 δευτερόλεπτα “μαζί της” αρκούσαν για να σκεφτεί όλα αυτά που έγραψε. Ήταν μια γυναίκα που σε έκανε να σκεφτείς και να ονειρευτείς πάρα πολλά. Milf για την ακρίβεια. Εκείνη την ώρα κάτι του θύμιζε, αλλά αφού πήγε σπίτι και έψαξε κάποια σίριαλ που πιθανολογούσε πως έχει παίξει, την βρήκε, και ναι τη λέγανε Σοφία.

Ο Γρηγόρης ήταν 23 χρονών, φοιτητής Πληροφορικής και διέμενε μόνος του σε μια μονοκατοικία στον Άγιο Στέφανο. Έβγαζε αρκετά καλά λεφτά από τις διαφημίσεις στο site του, και από το κανάλι του στο YouTube, αλλά φυσικά συνεισφέραν και οι γονείς. Γενικά, ψαχνόταν πάρα πολύ με το διαδίκτυο, πίστευε μπορεί να εργάζεται και μέσα στο σπίτι. Απλά με τη χρήση ενός υπολογιστή. Είχε τρομερές ιδέες και ήταν απίστευτα ευρηματικός. Σε σημείο να δίνει και κάποιες συνεντεύξεις –ακόμα και στο ραδιόφωνο- για το πως έχει εξαπλωθεί ο ίδιος τόσο πολύ στο αχανές διαδίκτυο. Αλλά όλα αυτά ανώνυμα.

Εκεί που έφτιαχνε τις κλασσικές λίστες με τους απολογισμούς. Top10, το πιο διαβασμένο άρθρο της χρονιάς, το video με τις περισσότερες προβολές κλπ, μιας και φτάναμε στο κλείσιμο του 2014, του ήρθε μια τρομερή ιδέα! Άρχισε να ψάχνει τη Σοφία στο Facebook, την βρήκε, δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο! Μάλιστα είχε τρία προφίλ, της έκανε αίτημα φιλίας στο τελευταίο, στο C. Μετά από μία ώρα τον έκανε αποδοχή.

Πριν της στείλει το άρθρο, περίπου σαν εμβρασμό ψυχής, πήγε στις ρυθμίσεις του site, και αντικατέστησε το ψευδώνυμο του, με το πραγματικό όνομά του! Με μια επιλογή άλλαξε σε όλα τα άρθρα που είχε γράψει όλα αυτά τα χρόνια τον “συντάκτη”! Για κάποιο λόγο, ήθελε να σπάσει την ανωνυμία του στο διαδίκτυο. Πολλές φορές ένιωθε σαν να φορούσε μάσκα. Αλλά γιατί όμως με αυτό το συγκεκριμένο κείμενο; Ίσως γιατί αν την έσπαγε με αυτό το κείμενο που είχε έτσι ένα πικάντικο και ερωτικό περιεχόμενο, μετά θα την κρατούσε για πάντα! Άλλαξε μέχρι και profile picture στο Facebook!

a3d601717a4fd75cfd321ebb9087e26fΤης έστειλε λοιπόν τον σύνδεσμο με το άρθρο, και από κάτω ένα μήνυμα, «αυτό το έγραψα για εσένα…». Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και η Σοφία του έστειλε μήνυμα. Παραθέτω την συζήτηση όπως ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ τους.
Sofia:
Γεια σου! Πολύ ωραία η ιστορία σου!
Γρηγόρης:
Χαίρομαι που σου άρεσε…
Sofia:
Όχι μόνο μου άρεσε, αλλά με άναψε κιόλας, πριν λίγο την διάβασα, αισθάνομαι υγρή…
Γρηγόρης:
Σίγουρα μου κάνεις πλάκα…
Sofia:
Δεν αστειεύομαι όχι, θέλω να σε γνωρίσω.
Γρηγόρης:
Τόσο πολύ σου άρεσε η ιστορία μου;
Sofia:
Είναι από τα πιο κολακευτικά πράγματα που μου έχουν συμβεί τελευταία. Το να ελκύω κάποιον απλά και μόνο κάνοντας μια ερώτηση σε ένα βιβλιοπωλείο… Και επίσης για να μου την στείλεις σημαίνει πολλά.
Γρηγόρης:
Η αλήθεια είναι πως με το που σε είδα άρχισα να φαντάζομαι ιστορίες, διάφορες…
Sofia:
Θα ήθελα να μου τις πεις από κοντά…
Γρηγόρης:
Οκ, μπορεί να κανονιστεί αυτό…
Sofia:
Το ότι είμαι παντρεμένη και με Βασίλη που το ήξερες;;;
Γρηγόρης:
Σοβαρά μιλάς; Αυτά τα έγραψα για να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον η ιστορία μου…
Sofia:
Είσαι απίστευτος… καλά θα βρω μια δικαιολογία, θα του πω πως έχω πρόβα σε ένα καινούριο θίασο, την παραμονή πρωτοχρονιάς… λες να με πιστέψει;
Γρηγόρης:
Ναι, δεν είναι και τόσο απίθανο…
Sofia:
Η αλήθεια είναι όμως πως φοβάμαι να έρθω σε ένα ξένο σπίτι μόνη μου, δεν έχεις και πολλές photos να δω… τι θα έλεγες να έρθω με άλλες δύο φίλες μου ηθοποιούς;;;
Γρηγόρης:
Καλό μου ακούγεται, αλλά τι ακριβώς είναι αυτές;;;
Sofia:
Θα σου αρέσουν είναι μικρότερες…
Γρηγόρης:
Εντάξει, θα σας περιμένω!!! xxx

Ο νέος χρόνος βρήκε τον Γρηγόρη με άλλες τρεις γυναίκες αγκαλιά!

Μισητός από την κοινωνία, αλλά αγαπητός από τα κοινωνικά δίκτυα

Ο Ανδρέας πίστευε πως το καλύτερο κοινωνικό δίκτυο δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα· γι’ αυτό πήγαινε κατά διαόλου η ζωή του. Προτίμησε να μείνει μουγκός για μήνες. Ούτε μία ανάρτηση το μήνα Οκτώβρη! Οι φίλοι του νόμιζαν πως πέθανε· δεν τον πήραν τηλέφωνο. Ο Ανδρέας όμως ήθελε απεγνωσμένα να δημοσιεύσει το δικό του απόφθεγμα, και να βάλει και hashtags. Πολλά hashtags. Κοιμόταν και ξύπναγε με μια λέξη στο μυαλό του, viral. Πως θα γίνει viral. Ενώ σκεφτόταν πως θα γίνει viral, έκανε μερεμέτια στο profile του, τον ένοιαζε περισσότερο η εικόνα του στο facebook, παρά στη ζωή. Δεν τον πείραζε αν θα ήταν μισητός από την κοινωνία, ήθελα μόνο να είναι αγαπητός από τα κοινωνικά δίκτυα. Και όπως είχε δηλώσει στο παρελθόν, «η μόνη ανάγκη για έκφραση, είναι η έκφραση των κοινωνικών δικτύων», κι ακόμη, «ένα καλό tweet, ισοδυναμεί με ένα καλό sex». Τώρα όμως το profile του στέκει μόνο και άδειο, σαν εγκαταλελειμμένο σπίτι, να περνάνε περαστικοί και να αδιαφορούν για τις φωτογραφίες του, να χλευάζουν την κάθε παλιά ανάρτηση και ύστερα να φτύνουν πάνω στην οθόνη. Ο Ανδρέας πίστευε πως το καλύτερο κοινωνικό δίκτυο δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα, γι’ αυτό πήγαινε κατά διαόλου η ζωή του…

Καλοκαίρι σαν χειμώνας

Οι άνθρωποι που αγαπώ, με κάνουν να γράφω καλά. Οι άνθρωποι που αγάπησα και που δεν είναι κοντά μου, με κάνουν να γράφω ακόμα καλύτερα.

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν η μοναξιά που νιώθω έρχεται από μόνη της ή την έχω επιλέξει εγώ για να γράφω. Άλλοι λένε, αφού τις ώρες που είσαι μόνος, περνάει παραγωγικά ο χρόνος σου, τότε θα έπρεπε να αισθάνεσαι περήφανος και να μην γκρινιάζεις. Μα εμένα πάντα όταν συμβαίνει αυτό, μου έρχεται στο μυαλό ένας στίχος, και πάντα τον τραγουδάω, «Ας τάξω πως επιάστηκα από μιας γυναίκας τρίχα
και΄σπασε η τρίχα κι έχασα στον κόσμο ότι κι αν είχα[1]»
.

Η λογοτεχνία χωρίς αντίκρισμα, δεν είναι λογοτεχνία. Τι κι αν προσπάθησα να εξηγήσω στην κοπέλα μου, και με τις λέξεις, αλλά και με την καρδιά, πως μόνο το χαμόγελό της αρκεί… εκείνη ήθελε πολλά περισσότερα. «Βαριές κουβέντες μα το τόπος ελαφρύς[2]». Λέει άλλος ένας στίχος. Όταν της μίλαγα για λογοτεχνία, εκείνη χασμουριότανε, όταν την φίλαγα, εκείνη κοίταζε άλλου.

Λίγο διάστημα ήμασταν μαζί, αλλά μου είχε δώσει πολλά περισσότερα από όλες τις άλλες σχέσεις μαζί. Κι έτσι μετά από τόσο καιρό, είμαι σε ένα μπαλκόνι με θέα μια θάλασσα της Εύβοιας, και της γράφω. Έτσι δηλαδή όπως ξεκίνησα την ιστορία μου, οι άνθρωποι που αγάπησα και που δεν είναι κοντά μου, με κάνουν να γράφω ακόμα καλύτερα, δυστυχώς.

Είναι ήδη δεκάξι Αυγούστου και περπατάω μόνος στο λιμάνι. Γλυκαίνομαι όταν μια κοπέλα, αγγίζει με πόθο τον φίλο της, νομίζω ότι είμαι εγώ! Αλλά την ακριβώς επόμενη στιγμή καταλαβαίνω πως δεν είμαι! Σας έχει τύχει να βάλετε τα κλάματα μέσα στον κόσμο, γιατί η μοναξιά σας έχει χτυπήσει κόκκινο; Ε εμένα μου έτυχε και αυτό.

Για αυτό επίσης όλοι οι μεγάλοι λογοτέχνες κι οι ποιητές απαρνιούνται κάθε λογής βραβεία και παράσημα. Γιατί ξέρουν πως ότι κι αν έχουν γράψει είναι προϊόν μεγάλης προσπάθειας, ατέλειωτης δουλειάς και φυσικά πολύς μοναξιάς. Το δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι, δεν ισχύει. Σε εμάς ισχύει, δείξε μου την μοναξιά σου, να σου πω τι γράφεις.

Επίσης, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να προτιμάει έναν καλό στίχο, από ένα χάδι. Για εμένα αυτό είναι απόλυτα χαζό, καλά να νηστεύετε το κρέας, αλλά και τον έρωτα;

Μα όμως πρέπει να μιλήσω με παραδείγματα∙ και μάλιστα χειροπιαστά, όπως τα σαραγλί, μόνο που τα δικά μου παραδείγματα στάζουν κρύο ιδρώτα και αναφιλητά μοναξιάς. Έστω μια στιγμή με τον άνθρωπο που αγαπάς φτάνει –και περισσεύει- για να σου δώσει έμπνευση να γράφεις για μια ολόκληρη ζωή! Πιστέψτε με το έχω νιώσει, αυτό το συναίσθημα.

Μην λέτε μπράβο στους ποιητές, ούτε άλλες λέξεις, αγγίξτε τους, χαϊδέψτε τους, τις λέξεις ξέρουν και μπορούν να τις χειρίζονται τόσο καλά που δεν έχουν ανάγκη άλλες. Πόσο μάλλον τα λάϊκ σας και τις κοινοποιήσεις σας, ούτε αυτά –φυσικά- έχουν ανάγκη, δώστε τους ραντεβού και κοιτάξτε τους στα μάτια, πάρτε τους αγκαλιά, έχουν ανάγκη την επαφή!

Πόσες και πόσες φόρες πήγα και ξανά πήγα στο λιμάνι, ζητιανεύοντας ένα χάδι, ένα άγγιγμα, έστω ένα τυχαίο άγγιγμα, από κάποια που θα πέρναγε τυχαία και που θα με άγγιζε κατά λάθος, μα μάταια.

Κάθε φορά ξεμάκραινα από το λιμάνι κι από τον πολύ τον κόσμο και πήγαινα στον μόλο, παρέα με τον φάρο και τους λιγοστούς ψαράδες. Ποιες ήταν οι σκέψεις μου όταν περπάταγα μόνος;

Πόσο σκατά τα έχω κάνει στη ζωή μου∙ και πόσο αξίζει μια βόλτα με τον άνθρωπό σου…

Ένα άλλο τραγούδι λέει, «Κι έμεινα μονάχα, έμεινα μονάχα μια αδειανή ακρογιαλιά κι ένα καλοκαίρι σαν χειμώνας»[3].

_

[1] Στίχος του Βιτσέντζου Κορνάρου από τον “Ερωτόκριτο”.

[2] Στίχος του Δημήτρη Μητσοτάκη από τo τραγούδι “Χάρτινες Σαΐτες”.

[3] Στίχος του Γιώργου Ανδρέου από το τραγούδι “Καλοκαίρι σαν χειμώνας”. Όπου κι ο τίτλος του συγκεκριμένου διηγήματος είναι δανεισμένος από το ομώνυμο κομμάτι.

Δημοσιεύτηκε αρχικά στο fractal

Happy ending

Τις εορταστικές μέρες πρέπει να τις ζούμε με πολύ πάθος και έρωτα! Αλλιώς, χάνετε η γεύση των ημερών και επίσης, νιώθεις το βαρύ φορτίο το χρόνου ακόμη μεγαλύτερο. 27 Δεκεμβρίου έλεγε το ημερολόγιο. Σε λίγες μέρες θα άλλαζε o χρόνος. Οι προσπάθειες της όμως να τα ξανά βρει με τον αγαπημένο της δεν πραγματοποιήθηκαν. Κάθε άλλο, έγιναν ακόμα χειρότερες.

Του είχε στείλει άπειρα και απανωτά μηνύματα, αλλά οι απαντήσεις του ήταν απελπιστικά αργές και αδιάφορες. Με κάθε είδους τέχνασμα προσπαθούσε να τον φέρει και πάλι κοντά της. Του έστειλε γυμνές φωτογραφίες! Ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα στήθη έξω, κι άλλες φορές φωτογραφίες που δεν του είχε στείλει ούτε τον καιρό που ήταν μαζί. Ολόγυμνη, με το αιδοίο απροκάλυπτο και να ρίχνει κόκκινο κρασί στη μικρή επιφάνεια. Αυτός όμως ήταν αλλού…

Αυτή η εποχή σε κάνει να ονειρεύεσαι περισσότερο. Υπάρχει άπλετος ελεύθερος χρόνος. Χρόνος που μπορείς να περάσεις με τα άτομα που αγαπάς. Να πας για καφέ, να πας για ψώνια, να πας μια βόλτα με το μετρό, οτιδήποτε. Έτσι κι η Σμαράγδα, σε αντίθεση όμως με το κλίμα της εποχής, αποφάσισε να πάει μόνη της μέχρι το μεγάλο εμπορικό κέντρο Mall, μήπως βρει την ευτυχία. Έμενε σε μια γειτονιά του Μοσχάτου και το τρένο φάνταζε σαν το μόνο μέσω μεταφοράς της, αφού ήταν 23 χρονών και δεν οδηγούσε.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής κοίταζε έξω από το τζάμι, σκεφτόταν το αγόρι της. Εντάξει, το πρώην αγόρι της. Άραγε που να βρίσκεται αυτές τις μέρες; Που να δουλεύει; Να τα έχει φτιάξει με καμιά άλλη; Άραγε να αυνανίστηκε με τις φωτογραφίες που του έστειλε; Ένιωθε χαζή, αφού μετά από τις photos εκείνος δεν της ξανά έστειλε ούτε γράμμα, ούτε λέξη, ούτε καν μια φατσούλα, τίποτα. Η μοναξιά της είχε βαρέσει κόκκινο!

Με το που αποβιβάστηκε από τον ηλεκτρικό, όλα καλά, έτσι είπε μέσα της. Είχε δεκάδες μαγαζιά στην διάθεσή της για να ξεχαστεί. Όλα καλά, ξανά είπε. Ένας άντρας ντυμένος Άγιος Βασίλης την καλωσόρισε στο The Mall Athens, δεν έδωσε σημασία… Μπήκε στα πρώτα μαγαζιά, αλλά δεν δοκίμαζε τίποτα. Προσπαθούσε μόνο με κλεφτές ματιές να δει τον εαυτό της στους καθρέφτες, δίχως να την δουν οι άλλοι. Είχε εμφανώς κόμπλεξ με τα κιλά της. Ίσως όμως να ήταν η μόνη που παρατηρούσε πως πήρε βάρος… Προσπάθησε να ξεχαστεί. Δοκίμασε ένα φόρεμα. Δοκίμασε ένα νούμερο μικρότερο από το νούμερό της. Επίτηδες. Ήταν τέλεια πάνω της! Δεν της άρεσε. Το έβγαλε αμέσως. Έφυγε και παράτησε το ρούχο στο παραβάν. Η Σμαράγδα ήταν όμορφη, πολύ όμορφη!

Έκατσε να ξεκουραστεί. Άναψε τσιγάρο. Δεν είχε μπει σε πολλά μαγαζιά και το ήξερε. Έμεινε να παρατηρεί τον κόσμο. Τις καλοντυμένες οικογένειες, τα χαμογελαστά κορίτσια, τις παρέες αγοριών. Όλους. Έκοβε την παραμικρή κίνηση. Σε μια στιγμή είδε τον πρώην της! Βασικά έμοιαζε με τον πρώην της. Το κάθε αγόρι που πέρναγε από μπροστά της με μεγάλο και πυκνό μούσι της έμοιαζε με εκείνον. Η θλίψη των ημερών ξανά χτύπαγε. Αργά-αργά σαν μια ένεση. Ήξερε πως το να αναπολείς στιγμές είναι κακό πράγμα. Πως δεν βοηθάει σε τίποτα. Έτσι προσπάθησε να φτιάξει ένα μέλλον. Ένα μέλλον μαζί του. Εκεί, πάνω στο πεζούλι του εμπορικού και με χιλιάδες ανθρώπους να πηγαινοέρχονται πλάι της.

Θα της έστελνε καλημέρα από πρωί και μόνο από το πως θα την έλεγε θα καταλάβαινε τις προθέσεις του. Θα πήγαιναν για καφέ, θα της μίλαγε για τις αθλητικές δραστηριότητές του, για τη σχολή του, αλλά και για τις δουλειές του ποδαριού που αναγκάζεται να κάνει. Ύστερα, θα πήγαιναν στο μεγάλο εμπορικό, σε αυτό που βρίσκεται τώρα, μόνη. Θα της έπιανε το χέρι σφιχτά, θα της ψιθύριζε λογάκια, θα της αγόραζε κάτι· έστω και το πιο απλό δώρο θα της έφτανε. Θα χαιρόταν μόνο επειδή βρισκόντουσαν μαζί, ακριβώς εκείνη την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, λίγο πριν να δύσει το 2013. Φαγητό πιο μετά, στο “δικό του” εστιατόριο, με κρασί. Πολύ κρασί… Η Σμαράγδα έφτιαχνε λιθαράκι-λιθαράκι την ιδανική μέρα. Ήξερε πως έπρεπε να σταματήσει να ονειρεύεται, μα δεν μπορούσε! Ήταν τόσο γλυκές οι γεύσεις του ονείρου και ειδικά τις μέρες των Χριστουγέννων. Σαν να τις περιέλουζες με μέλι, όπως τα μελομακάρονα και τις δίπλες.

Λιγώθηκε. Μόνο από τις σκέψεις πληγώθηκε. Όλη η ζωή της πέρναγε από μπροστά της, αλλά η μοίρα η δικιά της δεν έλεγε να προχωρήσει καθόλου. Η Σμαράγδα έμεινε στο ίδιο σημείο για ώρες… Ύστερα πήγε να πάρει κάτι να πιει. Ένα κόκκινο κρασί. Έκανε τσιγάρο. Τσιγάρα. Πακέτο. Δεν είχε καπνίσει ποτέ τόσο πολύ. Άρχισε να ζαλίζετε. Και μετά να παραφέρεται. Ξήλωνε όποια χριστουγεννιάτικη γιρλάντα είχε στολιστεί με χάρη. Κλώτσαγε όποια άτυχη κούκλα βρισκόταν στο δρόμο της. Πέταγε κάτω όλα τα πολύχρωμα λαμπιόνια που αναβόσβηναν και της θόλωναν το μυαλό!

2014

Ύστερα μπήκε αποφασισμένη σε ένα μαγαζί με εσώρουχα. Διάλεξε ό,τι πιο καυτό και sexy διέθετε το μαγαζί και μπήκε στα δοκιμαστήρια. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα και ύστερα τα εσώρουχα. Φόρεσε τα καινούρια και άρχισε να τον σκέφτεται… Άνοιξε το κινητό της και πήγε στη Συλλογή, είχε κρατημένες όλες τις φωτογραφίες που βγάλανε μαζί, αλλά και τις πιο ιδιαίτερες, ειδικά αυτές… Έκανε zoom σε αυτόν, τον ήθελε τόσο πολύ, τώρα! Έκατσε στο πάτωμα με ανοιχτά τα πόδια. Άρχισε να βάζει το χέρι της στο αιδοίο της και να το τρίβει. Αμέσως μετά τα δύο της δάχτυλα μπήκαν πιο μέσα. Ήξερε πως έπρεπε να σταματήσει, δεν ήταν σωστό, εκεί. Δεν γινόταν, ήταν ήδη αργά, ήταν ήδη υγρή. Έβαλε τα τρία της δάχτυλα όσο πιο βαθιά γίνεται και με τον αντίχειρα έτριβε το πάνω μέρος της. Σκεφτόταν το πρόσωπό του, να είναι από κάτω της και να την γλύφει… Με το άλλο χέρι έπιανε τις τσιτωμένες ρώγες της, ήθελε να φωνάξει, μα κρατήθηκε… Έκατσε για περίπου 5’, ώσπου βγήκε κοκκινισμένη και αλαφιασμένη. Τώρα έδειχνε να αισθάνεται καλύτερα, δεν ένιωθε τον παραμικρό οίκτο για τις πράξεις της. Κάθε άλλο, ένιωθε γενναία και στο τέλος μεγάλη ανακούφιση.

Η επήρεια της μέθης και της ζάλης ήταν διάχυτη πάνω της. Είχε ξεχάσει να κουμπώσει μερικά κουμπιά από το πουκάμισο της και το φερμουάρ του παντελονιού της ήταν μέχρι την μέση. Ξεκίνησε να παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Πλέον τον είχε βγάλει από το μυαλό της. Ξαφνικά, είδε τον ίδιο Άγιο Βασίλη -που συνάντησε και στην αρχή- να της χαμογελάει. Κανείς άλλος δεν της είχε χαμογελάσει με τέτοιο τρόπο στο μεγάλο πολυκατάστημα. Τα σημερινά αγόρια έλεγε, είναι απελπιστικά ντροπαλά και αδιάφορα, και δεν γαμάνε, εντάξει, γαμάνε μόνο στα μπουρδέλα και στον ύπνο τους… Δεν μοίραζε τίποτα, δεν είχε κάποια ουσιαστική χρήση αυτός ο Άγιος Βασίλης, ήταν εκεί μόνο για να καλωσορίζει τον κόσμο. Πήγε προς το μέρος του. Του χαμογέλασε κι η Σμαράγδα. Θα ήθελες να μου δώσεις ένα δώρο, του ψιθύρισε στο αυτί και τον έπιασε από το χέρι. Δεν ήθελε και πολλά ο Άγιος των Χριστουγέννων για να δεχτεί, τα ωραία χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και το μισο-απροκάλυπτο μπούστο της κοπέλας αρκούσαν…

Η Σμαράγδα δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του, δεν ήξερε αν ήταν ωραίος ή άσχημος, μεγάλος ή μικρός. Παρ’ όλα αυτά, τον τράβηξε από το πλήθος και κατευθύνθηκαν προς τις τουαλέτες. Εκείνος δεν έβγαλε άχνα. Αφέθηκε στις προθέσεις της κοπέλας. Πήγαν στις αντρικές, έκλεισαν την πόρτα, εκείνη έκατσε στα γόνατα. Του έβγαλε τη σφιχτή ζώνη και ύστερα το κόκκινο παντελόνι. Η Σμαράγδα για να κάνει καλύτερη την στιγμή ξεκούμπωσε το πουκάμισό της και μετά το σουτιέν. Ύστερα άρχισε να περιεργάζεται το όργανό του, που για κάποιο περίεργο λόγο, της ήταν οικείο. Όλα τα πουλιά μοιάζουν, είπε από μέσα της, δεν έδωσε περεταίρω σημασία. Αφοσιώθηκε στην εργασία της. Ήθελε να του αρέσει όσο περισσότερο γίνεται. Έτσι κι έγινε, του έκανε μια ωραιότατη πίπα και μετά τα κατάπιε! Πρώτη φορά τα κατάπινε, κι ας είχε άγνωστο παρτενέρ…

tumblr_my84hqJAST1qgj0sto1_500

Το μέρος είχε αφόρητη ζέστη και γινόταν ολοένα πιο ζεστό. Ο άντρας δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο με την βαριά του την στολή και έτσι άρχισε να ξεντύνετε. Έβγαλε πρώτα τον σκούφο και μετά την γενειάδα. Ήταν ο πρώην της! Ήταν ο πρώην της ντυμένος Άγιος Βασίλης! Η Σμαράγδα έπαθε σοκ! Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε συμβεί! Εκείνος, το μόνο που έκανε ήταν να της χαμογελάσει και να την αγκαλιάσει.

Πιο μετά, άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του από κάτω. Η Σμαράγδα χρειαζόταν να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της… δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει… Εκείνος αφού ντύθηκε, έντυσε και την Σμαράγδα, που κυκλοφορούσε με το σουτιέν στις αντρικές τουαλέτες! Προσπάθησε να την ηρεμίσει, δεν ήταν εύκολο. Μετά από πολύ ώρα άρχισε να συνέρχεται. Φρεσκαρίστηκε, έβαλε άρωμα και βγήκαν από τις τουαλέτες πιασμένοι χεράκι-χεράκι.

Ο νέος χρόνος τους βρήκε αγκαλιά!

Το σοκάκι

Μία μέθοδος υπάρχει για να μείνεις πολλές ώρες ακίνητος, να κοιτάζεις κάπου ή κάτι επίμονα. Έτσι και ο Γιώργος, αναπόφευκτα κοίταζε τις θάλασσες μέσα στα μάτια της. Είχε μείνει σταθερός και χωρίς να κουνιέται για τόση ώρα, που ούτε και αυτός το πίστευε, σχεδόν δεν έκλεινε τα βλέφαρά του. Εύκολα θα μπορούσε να πει κάποιος, πως εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν ακουστεί περίεργο, είχε το πιο χαζό χαμόγελο που θα μπορούσε να έχει ένας κλόουν. Εκείνη έφυγε, και παραβιάζοντας τους κανόνες του γελωτοποιού, κουνήθηκε κι αυτός. Άδειασε κάτω την περισσότερη άμμο που είχε μαζέψει το κουτί και άρχισε να μυρίζει τα κέρματα, ένα προς ένα, κατάλαβε αμέσως ποια είναι τα δικά της και έτσι τα έβαλε μέσα στη τσέπη του. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να κρατήσει για λίγο ακόμα τη μυρωδιά της. Ύστερα, ξανά στήθηκε για την επόμενη παράσταση. Η καινούρια στάση που επέλεξε να πάρει ήταν σκεπτική, μιας και ήθελε να φτιάξει μία μέρα που θα την περνάγανε μαζί.

Δεν είχε όμορφο νησί, ούτε είχε ησυχία τα βράδια. Παρ’ όλα αυτά, από ότι άκουγε, συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Τη χειμερινή περίοδο δε συνέβαιναν και πολλά, δεν υπήρχαν πάρτυ, βιασμοί, ναρκωτικά, πυρκαγιές, και κατά συνέπεια δεν υπήρχαν κανάλια. Οι μέρες οι δικές του τότε περνούσαν αργά και μελαγχολικά. Πήγαινε κάθε πρωί να προπονηθεί σε ερημικές παραλίες και στεκόταν όρθιος και χωρίς να κουνιέται για ώρες. Δεν ήταν τόσο δύσκολο, αφού το τοπίο σε εκείνα τα μέρη ήταν μαγευτικό, και έτσι μπορούσε να συγκεντρωθεί. Μόνο κάτι γυμνιστές τον ενοχλούσαν και ο πολύς αέρας. Όση περισσότερη ώρα καθόταν στο ίδιο σημείο, τόσο καλύτερα. Όσο δηλαδή περισσότερη λύπη ένιωθε, τόσο πιο ευτυχισμένους θα έκανε τους ανθρώπους…

Τώρα όμως ήταν καλοκαίρι και το νησί ζούσε σε πολύ δυνατούς ρυθμούς. Την ξαναείδε, ήταν σίγουρο πως θα την ξαναδεί, έτσι και αλλιώς, είχε βρει το καλύτερο σοκάκι για να στέκεται, εκεί όπου περνάει όλο το νησί για να πάει στα νυχτερινά μαγαζιά. Τώρα, δε γινόταν να μη γυρίσει το κεφάλι του, και να την ακολουθήσει μέχρι να χαθεί στο πλήθος, βαμμένη ήταν πιο όμορφη, οι σκιές κάτω, αλλά και πάνω από τα μάτια τις έμοιαζαν με ανταύγειες, που τέτοιες αποχρώσεις μόνο ο ουρανός μπορεί να αφήσει. Τα λιγοστά αυτά δευτερόλεπτα αρκούσαν να είναι τα πιο σημαντικά μέσα στη βαρετή και ασάλευτη ζωή του. Εκείνη δεν τον πρόσεξε. Έκατσε εκεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ξεπερνώντας κατά πολύ το ωράριό του, και τις αντοχές του, μα το κορίτσι δε φάνηκε. Άνθρωποι μόνοι, με παρέα, ερχόντουσαν και άφηναν λεφτά, μα ούτε που τον ενδιέφερε τί είχε μέσα το κουτί. Η όψη του τότε ήταν θλιμμένη και μάλλον από ότι καταλάβαινε, αυτό πουλούσε περισσότερο, γιατί το κουτι ήταν γεμάτο. Για κάποιο λόγο άρεσε στους ανθρώπους να βλέπουν τον διπλανό τους θλιμμένο…

Στο κρεβάτι τη σκεφτόταν, αντί εκεί να μείνει ακίνητος, γύριζε σαν τη σβούρα. Έλεγε πως δε θα κοιμηθεί απόψε και πως θα κάτσει να δει τί φταίει. Μάλωνε τον εαυτό του, αφού είχε χάσει ήδη δύο ευκαιρίες για να της μιλήσει. Μετά από ώρα κατέληξε στο συμπέρασμα, πως για να την προσεγγίσει πρέπει να πιει αλκοόλ, έτσι έκαναν και τα αγόρια στο νησί, και τα έβλεπες με δυο κοπέλες κρεμασμένες στον ώμο. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε πως δεν ερωτεύονται ποτέ, αφού σπάνια έβλεπε το ίδιο αγόρι, με την ίδια κοπέλα, για δεύτερη συνεχόμενη βραδιά, από την άλλη όμως, και ο Γιώργος, για μια βραδιά την ήθελε.

Την άλλη μέρα πήγε στο σοκάκι από νωρίς. Άρχισε να σκουπίζει τα χώματα, τους εμετούς, να μαζεύει τις σύριγγες, τα χάπια και ό,τι σκουπίδι υπήρχε από την προηγούμενη νύχτα. Κράτησε μόνο ένα μισοάδειο μπουκάλι με ουίσκι. Πριν ξεκινήσει τη βάρδια, το ήπιε όλο. Κοίταξε ύστερα το ρολόι του, έδειχνε πέντε το απόγευμα, θα καθόταν εκεί περίπου για δέκα ώρες, οπότε έπρεπε να πάρει μια καλή θέση. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα και έγυρε κάτω και δεξιά το σώμα του έτσι ώστε να φαίνεται λυπημένος, αλλά και να μοίαζει πως περιμένει κάτι. Τραγουδιστές, ηθοποιοί, επιχειρηματίες, μικρομεσαίοι, όλοι κυκλοφορούσαν με ένα μοντέλο δίπλα τους, κι αυτές, με ένα περιοδικό, όπου γύριζαν αδιάφορα τις σελίδες του και ρώταγαν με νάζι τον σημερινό διπλανό τους: «εγώ δεν έχω μεγαλύτερα στήθη από αυτήν;». Το δικό του βλέμμα όμως, καρφώθηκε στο άσπρο δέρμα του κοριτσιού, όπου ήταν σαν το γάλα, έκανε αντίθεση με τα μαυρισμένα σώματα, αλλά αυτή βιάστηκε να μπει στο πρώτο μαγαζί που βρήκε.

Άρχισε να την σκέφτεται πάλι, μα δεν άργησε να φανεί. Καμιά ώρα μετά, αφού μπήκε μέσα, την είδε να τη μεταφέρει λιπόθυμη ένας άντρας, την ακούμπησε στο κρύο πάτωμα και της έριχνε νερό μέχρι να ξυπνήσει. Ο Γιώργος στη θέα αυτή κουνήθηκε, γιατί ήξερε πως το νερό θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Δεν ξύπναγε, και βλέποντας το αγόρι πως δεν αντιδράει, την παράτησε και ξανά μπήκε μέσα. Ντόπιοι τραβούσαν με τα κινητά τους και τουρίστες με τις βιντεοκάμερες. Ένα θέαμα που για τον Γιώργο ήταν γνωστό… Ο Γιώργος όμως δεν ήξερε τί να κάνει, σκεφτόταν τον εαυτό του δίπλα της και τα έχανε. Για δευτερόλεπτα τρελάθηκε, μα σκέφτηκε όλα τα δεινά που κατακλύζουν την καθημερινότητα και πως αυτά δεν μπορεί να τα ελέγξει, αλλά την αγάπη μπορεί. Έτρεξε να τη βοηθήσει, δεν ήταν μεθυσμένη, πως θα μπορούσε εκείνη να είχε πει τόσο πολύ, είχε πάθει μια κρίση άσθματος από την πολυκοσμία. Έψαξε μέσα στη τσάντα της και βρήκε το ειδικό σπρέι, της έδωσε να τραβήξει τρεις γερές τζούρες και τότε ανέκτησε τις αισθήσεις της. Το βλέμμα της πρόδιδε απορία, αλλά και κούραση. Ύστερα ο Γιώργος ρώτησε το κορίτσι πώς το λένε και εκείνη ψιθύρισε: «Αλίκη». Την πήρε στην αγκαλιά του και την αποκοίμισε.

Το πρωί ο Γιώργος ξύπνησε από το άρωμά της, αλλά στο μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου δεν κουνήθηκε, έμεινε ακίνητος, για να μην χαλάσει έστω και λίγο τον ωραίο της ύπνο. Κοίταξε μόνο το κουτί που δεν είχε καθόλου κέρματα, αλλά μέσα υπήρχε ένα τριαντάφυλλο, αναστέναξε βαθιά και ύστερα κοίταξε το άδειο σοκάκι· κάπως έτσι είχε ονειρευτεί να περάσει μία νύχτα μαζί της.

 

Collage_Charlie_Chaplin

Ακρότατο όριο

Με συνεπαίρνει η λαγαρή λίμνη αυτό το μεσοδιάστημα του ερέβους και του ξημερώματος, που αποπνέει ευδία αύρα. Τα λόγια μου ξεχειλίζουν και βγαίνουν χωρίς να το θέλω, κρένω στα πουλιά να με ακολουθήσουν με ένα σκοπό που εκείνη την ώρα συνθέτω. Είναι ένα αισθαντικό και καθησυχαστικό σφύριγμα, σχεδόν νανούρισμα, όπως εκείνα που λένε οι μανάδες στα παιδιά όταν δεν έχουν ύπνο. Θα ήθελα να κοιμηθώ και εγώ αυτό το βράδυ, μα δε με αφήνει το ασφόδελο τοπίο του νου μου. Τα αναρίθμητα ασπρόμαυρα οράματα έρχονται και παρέρχονται πριν προλάβω να αποκοιμηθώ. Αρχικά, βλέπω μια διαλυμένη βάρκα σε ένα ομιχλώδες τοπίο. Έχω την ανάγκη να κοιτάξω πιο βαθιά, και κοιτάω.

Είναι μια λίμνη πάλι, αλλά με μια ματιά καταλαβαίνω πως έχει μία ιδιαιτερότητα, είναι καλυμμένη με αλισάχνη. Πλέουν ωστόσο μερικοί κύκνοι. Πιέζω τον εαυτό μου να πάει όσο πιο κοντά γίνεται. Αυτά τα πανέμορφα υδρόβια πτηνά τσαλαβουτούν μεταξύ ανέσπερων νερών και λασπών. Με την ανεκδήλωτη περηφάνια καταφέρνουν να ενατενίσουν και να κεντρίσουν το ενδιαφέρον μου και με αμείωτη συγκατάθεση παρακολουθώ τις κάθε κινήσεις τους. Είναι ακριβώς η στιγμή που ξεχνώ τα υπόμενα και προσηλώνω το μυαλό μου στο απερίγραπτο θέαμα. Στιγμιαία ξυπνώ, χάνω την συνείδησή μου σαν επιληπτικός, τα γεγονότα συσχετίζονται με τα είδη πρωτύτερα, διορατικές σκέψεις του παρόντος. Ξανά βυθίζομαι στο όραμα της λίμνης ανάμεσα ονειρικής και ονειρεμένης ζωής.

Οραματίζομαι μια αλλόκοτη ιστορία καθώς παρακολουθώ τους κύκνους, είναι ένα είδος νανοκύκνων με μαύρο ράμφος και με ένα ανεπαίσθητο χρωματισμό ώχρας στα φτερά τους. Σαλεύουν με μια γαλήνη και αναδεικνύουν έτσι την ομορφιά τους. Μια αληθινή μυσταγωγία τριγυρίζει τις κλειδαριές του μυαλού μου. Παρ’ όλα αυτά, στρέφω τη ματιά μου λίγο δεξιά για να αποτραπεί η έκσταση και αντικρίζω μερικά παιδιά. Είναι μικρής ηλικίας, δυο αγόρια, δυο κορίτσια που παίζουν νωχελικά κρυφτό. Γενικεύω το πλάνο μου και βλέπω πως ο ήλιος θέλει σχεδόν μια ώρα για να δύσει και έτσι στο τοπίο χαράζεται μια ανταύγεια που χρωματίζει ένα ασήμαντο κομμάτι του ουρανού.

Κάθονται να ξαποστάσουν πάνω στις λοφοσειρές. Την ώρα εκείνη της ραστώνης, τα παιδιά αρχίζουν να λιθοβολούν μέσα στη λίμνη, η αναταραχή διέπει της ηρεμίας και οι κυκλικοί σχηματισμοί της μπουνάτσας. Δεν έχω τη παραμικρή υπόνοια αν στόχευαν τα πουλιά ή όχι, αυτό που ξέρω είναι πως δεν έκανα τίποτα για να τα αποτρέψω, μόνο στάθηκα, για να μην πέσω. Οι κύκνοι αποτραβήχτηκαν από το σημείο με μια θριαμβευτική κραυγή που στον αντίλαλό της έκρυβε πόνο και κλάμα. Ένα από αυτά τα μεγαλοπρεπή ζώα είχε χτυπηθεί. Όχι τόσο βαριά αλλά έδειχνε να μην μπορεί να πετάξει όπως τα άλλα, που με ένα πήδημα περιοριστήκαν στον αντίποδα της όχθης.

Ωστόσο με την ταχύτητά του έφτασε το σμήνος αλλά ήδη απομονωμένο, διαμελίστηκε σε μια συνομοταξία. Διαχωριστικέ από μια αταξία. Ξανά κοιτάζω τον ουρανό και βλέπω όλα τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, να διαφωνούν με νύξεις με μερικά σύννεφα. Σε λίγο καιρό θα άρχιζε η περίοδος της αποδημίας και ήξερε πως δεν είχε θέση στο διαγώνιο διάνυσμα. Έπρεπε να μείνει άρρηκτο με τη λίμνη, η μόνη του παρέα θα είναι τα αναφωνητά των γλάρων που θα χορεύουν πάνω από τα αλατισμένα νερά και αν υπήρχε η έσχατη ευκαιρία να πετάξει μαζί με τα υπόλοιπα ζώα, σβήστηκε γιατί σε μια απόφαση καθόλου προσποιητή αλλά σθεναρή, θα αναζητήσει τη μοναξιά εθελούσια. Έτσι θα μείνει αρραγής σε μια διαβατική ζωή.

Με αυτούς τους στοχασμούς περνάω στην ονειρεμένη ζωή, ξεθωριάζει η χαραγμένη εικόνα, μολονότι δεν έχει ξημερώσει στο ομόηχο τοπίο. Θέλω πραγματικά να ξυπνήσω από το όνειρο, με κρύο νερό.

Ιχνογραφείτε το είδωλο μου στον αντικατοπτρισμό των νερών, τα πράσινα μάτια εναλλάσσονται με μαύρα.. περήφανα και μελαγχολικά. Περιμένω να σταματήσει ο μπάτης προκειμένου να ανακαλύψω τις αρετές του προσώπου μου. Διακρίνω τα αμμουδερά μαλλιά μου άπλυτα από τη στίλβη της άμμου και τα λερωμένα χέρια μου που κόλλησαν τους πολύχρωμους αυτούς κόκκους από τη σκονισμένη μέρα. Γεμίζω τις χούφτες μου με νερό να ξεπλυθώ και αναταράσσω το όμορφο πορτραίτο. Ύστερα κάθομαι να συλλογιστώ τα όσα πραγματεύτηκαν τη νύχτα. Την απαρχή ενός βίαιου δοσίματος, μιας κλειστής αθιβολής.

Αυτής που δε με αφήνει να σε ξεχάσω, γοργόνα. Αν με ακούς, θέλω να σου διηγηθώ. Τα λόγια μου ευχές μέσα από τις προσευχές. Όταν φορτίζομαι συναισθηματικά, όταν βαραίνει η ανάσα μου, όταν δεν απαντάω στον ίδιο μου τον εαυτό, όταν κλαίω, όταν γιορτάζω, όταν ξεπερνώ τον εαυτό μου, όταν χαμογελώ, όταν κρυώνω, όταν τραγουδώ, όταν περπατώ, όταν μυρίζω λουλούδια, όταν διαβάζω, όταν βλέπω τα ηλιοβασιλέματα, νιώθω πως κάτι λείπει, γιατί δε με αξιώνεις να έχω δίπλα μου το κορίτσι που αγαπάω; Ξέρω η προσπάθεια είναι ολότελα δική μου και η ευθύνη και το αποτέλεσμα Δική σου. Προσπάθησα, της μίλησα, μα δε τη μύρισα. Η ευωδιά του προσώπου της χαράχτηκε σα συναίσθημα που λείπει, για να ολοκληρωθεί ένας κύκλος.

Μέσα στην λίμνη ο κύκνος, πλέει έρμος εκεί που τον άφησες, η ίσαλος γραμμή που αναγράφεται είναι μοναχική και η σκιά γιορτάζει τη θλίψη. Μια ευλογημένη κατά τα αλλά λίμνη που η κάθε της στιγμή μέσα στην μέρα είναι ένα σκοτείνιασμα με αντανακλάσεις. Τα χρώματα είναι συνυφασμένα με τη διάθεση, απέραντο άλγος μοναξιάς. Φύσημα ενός αέρα που μετρά καθημερινά απουσίες. Κάπως έτσι κλείνει ο κύκλος… μα δεν αρχίζει καινούριος.

Ύστερα φεύγω με βαριά βήματα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Μηδόλως δε θα ξαναγύριζα εκεί. Σαν απομονωτήριο με τελικό σκοπό τη σωτηρία της ψυχής. Έτσι είναι τα όνειρα. Ένα καλειδοσκόπιο με ασπρόμαυρα και πολύχρωμα κάτοπτρα που ανακλώνται, σαν τη κρίση ενός επιληπτικού, μέσα σε ένα λεπτό τα βλέπεις όλα! Δεν ερμηνεύω ποτέ τα όσα είδα και στα αλήθεια δε ξέρω τη συμβολίζουν, αν ήταν ονειρώξεις ή απλά αν ήταν ονείρατα σε μια διαστρεβλωτική κρίση ψυχοσύνθεσης.

Απομένει μισή ώρα πριν ξημερώσει και η απέραντη θλίψη μου μερώνει. Ο διάλογος συνετέλεσε αρωγός και αλάργευσε την οργή μου. Τα αναφιλητά μου αρχίζουν και ξεθωριάζουν, όταν χάνεται η θύμησή σου. Διανύω μερικά μέτρα και δεν μπορώ να σε λησμονήσω. Το πρόσωπό σου έρχεται ατόφιο και άχραντοστη ισχνή μνήμη μου. Τα μελιχρά μάτια σου αργοσβήνουν στα δικά μου και μαζί με τα ολόχρυσα δεμένα μαλλιά συνθέτουν μια απόχρωση που ενσταλάζεται στο βλέμμα. Θυμάμαι τα πάντα από την τελευταία σου όψη. Φοβάμαι όμως πως θα τα ξεχάσω.

Η ελπίδα αναρριπίζει την αγάπη και συγχωνεύετε με το χρόνο. Το μόνο που απομένει να κάνω είναι να παραμείνω δυνατός σε ένα αδύναμο τοπίο. Έτσι μέσα από τη μοναξιά θα προσπαθήσω να ξεδιαλύνω τις άτεγκτες σκέψεις που βουλιάζουν στο μεταίχμιο της λογικής και της πλάνης. Σε ένα παράθυρο δημιουργίας και σε ένα υπόγειο κενοδοξίας θα τελέσω διονυσιασμό με το νερό της λησμονιάς και της θύμησης.

Δεν πιστεύω σε τέλη και τελείες, ούτε σε λίμνες και λιμάνια. Στο μόνο που πιστεύω είναι στα ταξίδια, αυτά που είναι ενδιάμεσα σε όλα τα όρια και ανάμεσα στις άγνωστες πτυχές. Η ανάγκη να γνωρίσουμε τι υπάρχει απέναντι συχνά φέρνει ανάποδα αποτελέσματα, βραδυπορίες και λοξοδρομίες. Βέβαια και δε μετρώ το πρώτο λάθος, μετρώ τις προσπάθειες, συναρμολογώντας έτσι τη δικιά σου γέφυρα χωρίς λάκκους και παγίδες. Διασχίζοντας το δρομολόγιο και γονατίζοντας από την εξάντληση, η μόνη παρηγοριά και η μόνη πηγή να ξεδιψάσεις θα είναι η αγάπη.

Δημοσιευμένο διήγημά μου στο ONE:STORY, αρχικά δημοσιεύτηκε εδώ.