Αν ένα τραγούδι είναι καλό θα βρει τον δρόμο του – Αργύρης Λούλατζης

Γ.Ι.: Σε φοβίζει αυτή η εποχή; Σε φοβίζει που βλέπεις ανθρώπους που έχουν ταλέντο να μην προχωράνε;

Α.Λ.: Αν με φοβίζει κάτι είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν μιλάνε μεταξύ τους πια. Είναι κλεισμένοι στους εαυτούς τους και στο άγχος της επόμενης μέρας. Που χρόνος για όνειρα… πολυτέλεια έγινε κι αυτό. Το θέμα είναι ότι δεν ξεσηκώνεται και δεν ξεσπά αυτός ο άνθρωπος και βυθίζεται όλο και περισσότερο στο χάος. Χάος στο νου και στην ψυχή. Αυτό μπορούμε να το αποφύγουμε. Τουλάχιστον μεταξύ μας πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη κι η ειλικρίνεια. Να συζητάμε, να ξεσπάμε και να μην πνίγουμε τα πάντα μέσα μας. Όπως είπα και παραπάνω πρέπει να μαζευόμαστε “γύρω από τη φωτιά”.

loulatzis_2

Διάβάστε ολόκληρη την συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Αργύρης Λούλατζης από εδώ.

Άνθρωποι Τέρατα

Ώρα με την ώρα, χρόνο με το χρόνο, γινόμαστε άνθρωποι τέρατα.
Ξεφεύγουμε και παρεκκλίνουμε από ό,τι είχαμε πει όταν ήμασταν παιδιά.
Όταν μεγαλώσω θα γίνω… τέρας.
Και πια, γεννιόμαστε τέρατα, είμαστε δηλαδή τέρατα από τη μήτρα!
Βλέπω γυναίκες του Hollywood, που φωτογραφίζονται στο ίδιο σκηνικό, με τα ίδια ρούχα μετά από είκοσι χρόνια και όχι μόνο παραμένουν όμορφες, αλλά είναι και πιο εμφανίσιμες και από τότε που ήταν μικρές.
Ερχόμαστε όμως στα ελληνικά δεδομένα, στη Βίσση και τον Φλωρινιώτη. Που πήγε άραγε η νιότη;
Τα πρόσωπά μας αλλάζουν, βγάζουμε τρίχες, η αντίληψη μας και η κοιλιά μας παχαίνει, παθαίνουμε ακόμη και αλτσχάιμερ, την ώρα που είναι να ερωτευτούμε!
Μεταλλασσόμαστε σιγά σιγά σε όντα που είναι ανήμπορα να διευθύνουν τον εαυτό τους. Παρ’ όλα αυτά, δίνουμε συμβουλές και υποσχέσεις.
Παύουμε να μας αρέσουν τα ζαχαρωτά, οι γρανίτες, τα κοχύλια, τα νεροπίστολα, τα κάστρα στην άμμο.
Σταματάμε την άθληση, την ζωγραφική, το διάβασμα, το χαλασμένο τηλέφωνο, όλες τις ωραίες συνήθειες.
Πλέον έχουμε για πρότυπα καναλάρχες και πορνοστάρ.

Γινόμαστε μέρα με τη μέρα, άγρια σκυλιά, που τριγυρνάμε ανούσια στα πιο βρώμικα μέρη, νομίζοντας πως γυρεύουμε την ευτυχία, αλλά ούτε που την μυρίζουμε.
Αλυχτούμε για αγάπη, για λίγη παρέα, για ένα φιλί και μόλις βρούμε κάτι που θυμίζει αγάπη, κοκκινίζουμε.
Transformers γινόμαστε ολοένα, ελεγχόμενα σιδερένια κουβαδάκια με προβλέψιμες κινήσεις.
Δουλειά, τσόντα, σινεμά.
Δουλειά, τσόντα, σινεμά.
Δουλειά, τσόντα, σινεμά.
Παθαίνουμε καταθλίψεις, κρίσεις πανικού, κρίσεις άγχους, κρίσεις ομορφιάς, κρίσεις ασχήμιας. Τα πάντα αρκεί να βρισκόμαστε στον αφρό του lifestyle.
Τρεφόμαστε με μπικουτί και χάπια, με χλωρίνη και χαβιάρι, και για δίαιτα γιαούρτι με σπέρματα. Κάπως έτσι ξεχάσαμε τις σοκολάτες γάλακτος και τα ζελεδάκια.
Μεγαλώσαμε.
Μεγαλώσαμε και το στομάχι μας τώρα πρέπει να γεμίζει με ουσίες.
Τερατάκια τσέπης ή τέρατα με αυτιά, μάτια και στόμα, δεν έχει σημασία πια.
Ξεπουλήσαμε την παρθενιά μας στο παζάρι, κάνοντας σκόντο στον πρώτο τυχόντα.
Τώρα τα μάτια μας δεν βλέπουν όνειρα, μέσα στο σκοτάδι παρακαλάνε λίγο φως ή ένα καλό status.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτα στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη:
http://bibliotheque.gr/?p=25664

Γιατί φωτογραφίζουμε;

Γιατί άραγε φωτογραφίζουμε;

Γιατί με τόσο πάθος θέλουμε να απαθανατίσουμε την στιγμή;
Αφού όλοι λένε ζήσε την στιγμή, γιατί εμείς θέλουμε την στιγμή φωτογραφία;
6 από του πιο αγαπημένους μου Έλληνες-νίδες φωτογράφους κλίθηκαν να απαντήσουν στην ερώτηση του τίτλου.

“Γιατί όχι?”
Charalampos Kydonakis (dirty harrry)
flickr | site

“Ίσως γιατί ο κόσμος μοιάζει πιο όμορφος μέσα από μία φωτογραφία”
Mixalis Koulieris
flickr

“Φωτογραφίζουμε γιατί είναι ένας ωραίος τρόπος να ξεκινάς μία ιστορία, την οποία στη συνέχεια ο καθένας θα διηγηθεί όπως θέλει στο κεφάλι του.”
612gr
flickr | blog

“Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.”
Maria Kappatou
flickr

“Φωτογραφίζω γιατί μέσω της φωτογραφίας γνώρισα ένα κόσμο διαφορετικό και δεν μπορώ πλέον μακριά του.”
Dimitris Makrygiannakis (ngravity)
flickr

“Φωτογραφίζω κυρίως για να κρατήσω την στιγμή και να την ξαναζώ κατά βούληση!”
John D. Carnessiotis (aster-oid)
flickr 
blog

Άτιτλο

Πόσο καιρό ζεις μόνος;
Πόσο καιρό σε διακατέχουν οι τύψεις;

Βαρέθηκες μωρέ τη ζωή, και ακόμα δεν την έχεις ζήσει, σε νιώθω. Που είναι η πραγματική χαρά, που κρύβεται γαμώτο;

Για κάποιους είναι η εστίαση των συναισθημάτων στα μύχια της ψυχής. Για κάποιους άλλους είναι απλά, η αλλαγή τραγουδιού σε ένα μαγαζί. Δεν τους έχεις δει πως κάνουν;

Άλλοι μετράνε το χρόνο σε βουναλάκια από άμμο, και εγώ χάνω το χρόνο μου με αυτές τις μαλακίες, μα πρέπει να γράψω μια εισαγωγή. Τι δεν πρέπει;

Ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Εσύ μου το είχες πει. Όχι όμως για να δικαιολογήσεις την διαφορετικότητά σου, αλλά για να μου τονίσεις ότι είσαι ξεχωριστός. Αλλά εγώ πέρα βρέχει. Το θεώρησα και αυτό ένα ακόμα απόφθεγμα που διάβασες σε κάποιο κουλτουριάρικο βιβλίο.

Τότε ήμουν μικρή. Τότε πίστευα πως έβλεπες τσόντες όχι για να μάθεις να πηδάς, αλλά για να μάθεις να φιλάς… καμία δε σε γούσταρε τότε. Τώρα όμως;

Το ξέρω μεγάλε πως δεν γυρνάει ο χρόνος. Εγώ προσπάθησα. Όχι να τον γυρίσω, αλλά να σου δείξω ότι κάτι τρέχει, αλλά κι εσύ πέρα βρέχει. Όλοι στα λόγια είμαστε καλοί. Φιλόλογοι στα λόγια και στις πράξεις εγωιστές. Δεκάδες κείμενα σου έχω διαβάσει, αλλά @ρχίδι@… αφού δεν τα νιώθεις ρε, γιατί τα γράφεις; Που να πληρωνόσουν κι όλας! Πως γίνεται οι σημερινοί άντρες να γαμάτε μόνο μέσα σε μπουρδέλο και έξω τίποτα;

Το σοκάκι

Μία μέθοδος υπάρχει για να μείνεις πολλές ώρες ακίνητος, να κοιτάζεις κάπου ή κάτι επίμονα. Έτσι και ο Γιώργος, αναπόφευκτα κοίταζε τις θάλασσες μέσα στα μάτια της. Είχε μείνει σταθερός και χωρίς να κουνιέται για τόση ώρα, που ούτε και αυτός το πίστευε, σχεδόν δεν έκλεινε τα βλέφαρά του. Εύκολα θα μπορούσε να πει κάποιος, πως εκείνη τη στιγμή, έστω κι αν ακουστεί περίεργο, είχε το πιο χαζό χαμόγελο που θα μπορούσε να έχει ένας κλόουν. Εκείνη έφυγε, και παραβιάζοντας τους κανόνες του γελωτοποιού, κουνήθηκε κι αυτός. Άδειασε κάτω την περισσότερη άμμο που είχε μαζέψει το κουτί και άρχισε να μυρίζει τα κέρματα, ένα προς ένα, κατάλαβε αμέσως ποια είναι τα δικά της και έτσι τα έβαλε μέσα στη τσέπη του. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να κρατήσει για λίγο ακόμα τη μυρωδιά της. Ύστερα, ξανά στήθηκε για την επόμενη παράσταση. Η καινούρια στάση που επέλεξε να πάρει ήταν σκεπτική, μιας και ήθελε να φτιάξει μία μέρα που θα την περνάγανε μαζί.

Δεν είχε όμορφο νησί, ούτε είχε ησυχία τα βράδια. Παρ’ όλα αυτά, από ότι άκουγε, συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Τη χειμερινή περίοδο δε συνέβαιναν και πολλά, δεν υπήρχαν πάρτυ, βιασμοί, ναρκωτικά, πυρκαγιές, και κατά συνέπεια δεν υπήρχαν κανάλια. Οι μέρες οι δικές του τότε περνούσαν αργά και μελαγχολικά. Πήγαινε κάθε πρωί να προπονηθεί σε ερημικές παραλίες και στεκόταν όρθιος και χωρίς να κουνιέται για ώρες. Δεν ήταν τόσο δύσκολο, αφού το τοπίο σε εκείνα τα μέρη ήταν μαγευτικό, και έτσι μπορούσε να συγκεντρωθεί. Μόνο κάτι γυμνιστές τον ενοχλούσαν και ο πολύς αέρας. Όση περισσότερη ώρα καθόταν στο ίδιο σημείο, τόσο καλύτερα. Όσο δηλαδή περισσότερη λύπη ένιωθε, τόσο πιο ευτυχισμένους θα έκανε τους ανθρώπους…

Τώρα όμως ήταν καλοκαίρι και το νησί ζούσε σε πολύ δυνατούς ρυθμούς. Την ξαναείδε, ήταν σίγουρο πως θα την ξαναδεί, έτσι και αλλιώς, είχε βρει το καλύτερο σοκάκι για να στέκεται, εκεί όπου περνάει όλο το νησί για να πάει στα νυχτερινά μαγαζιά. Τώρα, δε γινόταν να μη γυρίσει το κεφάλι του, και να την ακολουθήσει μέχρι να χαθεί στο πλήθος, βαμμένη ήταν πιο όμορφη, οι σκιές κάτω, αλλά και πάνω από τα μάτια τις έμοιαζαν με ανταύγειες, που τέτοιες αποχρώσεις μόνο ο ουρανός μπορεί να αφήσει. Τα λιγοστά αυτά δευτερόλεπτα αρκούσαν να είναι τα πιο σημαντικά μέσα στη βαρετή και ασάλευτη ζωή του. Εκείνη δεν τον πρόσεξε. Έκατσε εκεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ξεπερνώντας κατά πολύ το ωράριό του, και τις αντοχές του, μα το κορίτσι δε φάνηκε. Άνθρωποι μόνοι, με παρέα, ερχόντουσαν και άφηναν λεφτά, μα ούτε που τον ενδιέφερε τί είχε μέσα το κουτί. Η όψη του τότε ήταν θλιμμένη και μάλλον από ότι καταλάβαινε, αυτό πουλούσε περισσότερο, γιατί το κουτι ήταν γεμάτο. Για κάποιο λόγο άρεσε στους ανθρώπους να βλέπουν τον διπλανό τους θλιμμένο…

Στο κρεβάτι τη σκεφτόταν, αντί εκεί να μείνει ακίνητος, γύριζε σαν τη σβούρα. Έλεγε πως δε θα κοιμηθεί απόψε και πως θα κάτσει να δει τί φταίει. Μάλωνε τον εαυτό του, αφού είχε χάσει ήδη δύο ευκαιρίες για να της μιλήσει. Μετά από ώρα κατέληξε στο συμπέρασμα, πως για να την προσεγγίσει πρέπει να πιει αλκοόλ, έτσι έκαναν και τα αγόρια στο νησί, και τα έβλεπες με δυο κοπέλες κρεμασμένες στον ώμο. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε πως δεν ερωτεύονται ποτέ, αφού σπάνια έβλεπε το ίδιο αγόρι, με την ίδια κοπέλα, για δεύτερη συνεχόμενη βραδιά, από την άλλη όμως, και ο Γιώργος, για μια βραδιά την ήθελε.

Την άλλη μέρα πήγε στο σοκάκι από νωρίς. Άρχισε να σκουπίζει τα χώματα, τους εμετούς, να μαζεύει τις σύριγγες, τα χάπια και ό,τι σκουπίδι υπήρχε από την προηγούμενη νύχτα. Κράτησε μόνο ένα μισοάδειο μπουκάλι με ουίσκι. Πριν ξεκινήσει τη βάρδια, το ήπιε όλο. Κοίταξε ύστερα το ρολόι του, έδειχνε πέντε το απόγευμα, θα καθόταν εκεί περίπου για δέκα ώρες, οπότε έπρεπε να πάρει μια καλή θέση. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα και έγυρε κάτω και δεξιά το σώμα του έτσι ώστε να φαίνεται λυπημένος, αλλά και να μοίαζει πως περιμένει κάτι. Τραγουδιστές, ηθοποιοί, επιχειρηματίες, μικρομεσαίοι, όλοι κυκλοφορούσαν με ένα μοντέλο δίπλα τους, κι αυτές, με ένα περιοδικό, όπου γύριζαν αδιάφορα τις σελίδες του και ρώταγαν με νάζι τον σημερινό διπλανό τους: «εγώ δεν έχω μεγαλύτερα στήθη από αυτήν;». Το δικό του βλέμμα όμως, καρφώθηκε στο άσπρο δέρμα του κοριτσιού, όπου ήταν σαν το γάλα, έκανε αντίθεση με τα μαυρισμένα σώματα, αλλά αυτή βιάστηκε να μπει στο πρώτο μαγαζί που βρήκε.

Άρχισε να την σκέφτεται πάλι, μα δεν άργησε να φανεί. Καμιά ώρα μετά, αφού μπήκε μέσα, την είδε να τη μεταφέρει λιπόθυμη ένας άντρας, την ακούμπησε στο κρύο πάτωμα και της έριχνε νερό μέχρι να ξυπνήσει. Ο Γιώργος στη θέα αυτή κουνήθηκε, γιατί ήξερε πως το νερό θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Δεν ξύπναγε, και βλέποντας το αγόρι πως δεν αντιδράει, την παράτησε και ξανά μπήκε μέσα. Ντόπιοι τραβούσαν με τα κινητά τους και τουρίστες με τις βιντεοκάμερες. Ένα θέαμα που για τον Γιώργο ήταν γνωστό… Ο Γιώργος όμως δεν ήξερε τί να κάνει, σκεφτόταν τον εαυτό του δίπλα της και τα έχανε. Για δευτερόλεπτα τρελάθηκε, μα σκέφτηκε όλα τα δεινά που κατακλύζουν την καθημερινότητα και πως αυτά δεν μπορεί να τα ελέγξει, αλλά την αγάπη μπορεί. Έτρεξε να τη βοηθήσει, δεν ήταν μεθυσμένη, πως θα μπορούσε εκείνη να είχε πει τόσο πολύ, είχε πάθει μια κρίση άσθματος από την πολυκοσμία. Έψαξε μέσα στη τσάντα της και βρήκε το ειδικό σπρέι, της έδωσε να τραβήξει τρεις γερές τζούρες και τότε ανέκτησε τις αισθήσεις της. Το βλέμμα της πρόδιδε απορία, αλλά και κούραση. Ύστερα ο Γιώργος ρώτησε το κορίτσι πώς το λένε και εκείνη ψιθύρισε: «Αλίκη». Την πήρε στην αγκαλιά του και την αποκοίμισε.

Το πρωί ο Γιώργος ξύπνησε από το άρωμά της, αλλά στο μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου δεν κουνήθηκε, έμεινε ακίνητος, για να μην χαλάσει έστω και λίγο τον ωραίο της ύπνο. Κοίταξε μόνο το κουτί που δεν είχε καθόλου κέρματα, αλλά μέσα υπήρχε ένα τριαντάφυλλο, αναστέναξε βαθιά και ύστερα κοίταξε το άδειο σοκάκι· κάπως έτσι είχε ονειρευτεί να περάσει μία νύχτα μαζί της.

 

Collage_Charlie_Chaplin

Με θέα τον ακάλυπτο

Σε ένα στενό υπόγειο
χωρίς καθόλου φώτα
ανάψαμε τρία κεριά
να μοιάζουν βαρελότα

Δίπλα απ’ το παράθυρο
στο ραγισμένο τζάμι
κοπήκανε τα όνειρα
τα πήρε το ποτάμι

Και την στιγμή του τραπεζιού
του κόσμου το ρεγάλο
συλλάβισα το φαγητό
να μοιάζει πιο μεγάλο

Η ακινησία ενός ρολογιού

Προτρέχω, βλέπω το μέλλον, όχι δε βλέπω τίποτα. Τίποτα από ό,τι φαντάστηκα παλιά δεν έχει γίνει. Παραμόνω λίγα. Ξανασκέφτομαι, συμβαίνουν όλα. Όλα έχουν τοποθετηθεί κατάλληλα. Όλα έχουν ειπωθεί κατάλληλα. Εγώ λείπω. Περνούν, φεύγουν καταστάσεις, γυρίζει, αναποδογυρίζει ο κόσμος… όλα αυτά που έμαθα, χάνονται, εμφανίζονται σε μια στιγμή. Χρειάζεται να αποφασίσω γρήγορα, “πιο γρήγορα”. Δεν είμαι φτιαγμένος για αυτό, μα πρέπει. Επιλέγω στην τύχη, καθαρά στην τύχη. Είναι το σωστό; Όχι. Πως θα το μάθω; Ως την άκρη, ναι, ως την άκρη. Μαυρίλα, τίποτα δε βλέπω μπροστά μου. Κλείνω τα μάτια μου, τα βλέπω όλα. Δε γίνεται η ζωή να είναι καλύτερη. Αυτή η ονειρεμένη ζωή, είναι η ζωή μου. Είναι το τώρα μου. Είναι οι καταστάσεις που δεν έζησα και που θα ζήσω. Όντας αμάθητος, όντας δυνατός. Με μερικούς χτύπους ρολογιού παραπάνω, πάνω από το κεφάλι μου.

2

Ο κάθε χρόνος είναι και ένας τόπος. Είναι το μέρος που αποφασίζουμε να ζήσουμε. Σε κάθε τόπο υπάρχουν διαφορετικοί δείκτες και διαφορετικοί αριθμοί, έτσι η ώρα περνάει αλλιώτικα και ας είναι η ίδια παντού.

Πάντα γελαστοί και γελασμένοι…

Η είδηση έμοιαζε σαν φάρσα τηλεφωνική και το αγύριστο κεφάλι μου δεν έλεγε να την πιστέψει. Σίγουρα κάποιος άλλαξε του χρόνου τη ροή και κάποιος έλυσε της θάλασσας τα μάγια, μα όχι ήταν αληθινή… ίσως για να υπενθυμίσει σε όλους εμάς που γράφουμε, αφενός, τη μαγεία και τη μαγκιά του γραψίματος, μιας και ο ουρανίσκος μου κάηκε από τις λέξεις που κανείς άλλος δεν τόλμησε χρησιμοποιήσει. Και αφετέρου, πως η ζωή είναι μικρή, έτσι κι αλλιώς εσύ το είπες: δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός…

Τι άραγε αφήνεις πίσω σου; Εχτός από τις κενές σελίδες στο ελληνικό τραγούδι, μας πετάς σε ένα θέατρο σκιών που όλοι γνωρίζουμε, και σε ενα λούνα παρκ που αντί να παίζουν παιδιά, παίζουν μεγάλοι. Το ντόμινο της δυστυχίας δεν έχει τελειωμό, αφού όσοι δεν έβγαλαν τα όνειρα τους σε πλειστηριασμό, μοιάζουν με πεδίο βολής φτηνό που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι. Παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι το σημαντικό, και αυτό έκανες και εσύ. Αυτοί που ακόμα ονειρεύονται, αγαπούν και η καρδιά τους βλέπει πιο πέρα από τα μάτια. Αυτοί λοιπόν, μεταγγίζοντας τον δικό σου πυρετό θα κάνουν δρομολόγια και βραδινές περιπολίεςστο Άργος, στις Μυκήνες, στην Σαντορίνη, στο Μαντίο, απλά για να ακούσουν από ξερά και διψασμένα χείλη, μια λέξη, ή ένα αντίο… έτσι κι αλλίως εσύ το είπες και αυτό: ο μόνος δρόμος είν’ ο δρόμος.

_

Ο Άλκης Αλκαίος (1949 – Αθήνα, 2012) ήταν ποιητής και στιχουργός. Το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Λιάρος. Πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 2012, σε ηλικία 63 ετών.
Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στον Ορφέα, 13.12.2012.

«Κασετόφωνο» – Ανδρέας

Σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα σχετικά καινούριο blog. Ένα blog που έφτασε τυχαία στα μάτια μου και στα αυτιά μου. Έτσι όπως δηλαδή έρχονται και τα ωραία πράγματα. Στην αρχική του σελίδα μας καλωσορίζει με ένα μινιμαλισμό, αλλά και με ένα ωραίο στίχο. «Τι τραγούδι να σου πω που να’ χει αέρα; Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που ‘χουν λιώσει» Οι Ενδελέχεια δηλαδή, ένα συγκρότημα που έχει πάψει να είναι μαζί, μας μαρτυράνε το project του ιστολόγιου. «Κασετόφωνο» λοιπόν, η ονομασία του. Από αυτά που η δική μου γενιά πρόλαβε και έκανε επανωτές εγγραφές σε κασέτες, αλλά και πρόχειρες ραδιοφωνικές εκπομπές. Αλλά και από αυτά που τώρα δεν υπάρχουν.

Τώρα που ο καιρός χαλάει, βρείτε ευκαιρία να καλέσετε στο σπίτι γνωστούς και φίλους, και ταξιδέψτε μαζί με το ψηφιακό κασετόφωνο. «Ήτανε αέρας», «Τα χάλκινα των Βαλκανίων», «Όμορφα κορίτσια», «Σαν παλιό σινεμά». «Into the wild» Και αυτές μερικές μόνο από της μεριές. Σε αντίθεση με τα παλιά κασετόφωνα, αυτό έχει άπειρο χώρο και επίσης μπορούν να το αναπαράγουν πολλά άτομα την ίδια χρονική στιγμή!
Ο Ανδρέας, δημιουργός του blog και λάτρης της μουσικής, θα προτιμούσε να μας συστηθεί πατώντας play και βάζοντας μας κάποιο τραγούδι, γιατί έτσι δεν εκφράζεται καλά, όπως λέει. Αλλά εξίσου καλά μας τα είπε και με λόγια!

Πες μας λίγα λόγια για εσένα;
Γεννήθηκα στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και μεγάλωσα σε ένα μικρό και ορεινό χωριό της ελληνικής περιφέρειας κι από μικρός θυμάμαι να ασχολούμαι και να αγαπάω δύο πράγματα, τη μουσική και τις γάτες. Μου άρεσε να ακούω τραγούδια, αλλά ήθελα τη μουσική που γνωρίζω να τη μάθουν οι φίλοι κι οι γνωστοί. Αρχικά γράφοντάς τους κασέτες και cd και τώρα πια προτρέποντάς τους να ακούσουν «Κασετόφωνο».

«Κασετόφωνο» (www.kasetophono.com), το blog σου. Πως προέκυψε ο τίτλος;
Η ιδέα για τη δημιουργία ενός μουσικού blog υπήρχε στο μυαλό μου αρκετά χρόνια αλλά συνεχώς το ανέβαλα.  Το «Κασετόφωνο» προέκυψε πολύ απλά, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα καθώς ξεκαθάριζα τις εφηβικές κασέτες σε ελληνικές και ξένες ήρθε η ιδέα και μέσα στις επόμενες ώρες άρχισε να υλοποιείται.

Ηχογραφούσες και εσύ τραγούδια από το ράδιο;
Εννοείται πως ηχογραφούσα. Κάτι παρόμοιο κάνω και τώρα ακούω τραγούδια από το ράδιο , το Youtube ή από οπουδήποτε αλλού  και αντί να πατήσω το rec παίρνω τα τραγούδια και τα προσθέτω στις λίστες-κασέτες.

Επίσης το «Κασετόφωνο» αν κάποιος επιθυμεί μπορεί να το βρει και στο Facebook αλλά και στο Twitter. Πόσο καλά ή κακά έχει επηρεάσει η κοινωνική δικτύωση τις ζωές μας; 
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αναγκαίο κακό ή και καλό. Να σου πω   την αλήθεια δεν ήθελα να φτιάξω γωνιές Κασετόφωνου στο Facebook και στο twitter αλλά μετά από προτροπή φίλων έφτιαξα και τους ευχαριστώ πολύ που με έπεισαν να το κάνω, κι αυτό γιατί τα περισσότερα άτομα που το ακούν το έμαθαν μέσα από τη κοινωνική δικτύωση. Άρα στο blog έχει κάνει καλό.

Ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν υπάρχουν, καλοί δίσκοι δε βγαίνουν… Πως βλέπεις τις σημερινές εξελίξεις στο χώρο της μουσικής;
Ραδιοφωνικοί παραγωγοί υπάρχουν ελάχιστοι, αλλά τουλάχιστον τη θέση τους πήραν τα μουσικά blogs κι έτσι ο ακροατής μπορεί να ενημερώνεται εξίσου εύκολα από εκεί.   Ακούω τόσο όμορφες μουσικές καθημερινά που νομίζω πως αυτή η ψηφιακή εποχή έφερε μια άνθηση στη μουσική βιομηχανία σε Ελληνικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι βγαίνουν τόσα πολλά τραγούδια που πλέον μια ζωή δε μας φτάνει να τα ακούσουμε. 

Πες μας έναν ελληνικό και ένα ξένο δίσκο που αγόρασες ή άκουσες τελευταία και σου άρεσε; 
Θα πω για αυτούς που αγόρασα αλλά όχι τελευταία, καθώς για να έχεις άποψη για ένα δίσκο στο σύνολο του πρέπει να περάσει πολύς καιρός ακούγοντάς τον. Ελληνικός είναι ο «Ελάχιστος Εαυτός» του Θανάση Παπακωνσταντίνου και ξένος ο «For Emma, Forever Ago» του Bon Iver. Και σαν συνέχεια της ερώτησης πιο πάνω, ίσως και γι’ αυτό ο κόσμος δεν μπορεί να ακούσει ένα ολόκληρο δίσκο γιατί βομβαρδίζεται από μουσικές και δεν προλαβαίνει. Παλιότερα η αγορά ενός δίσκου και το άκουσμά του ήταν σαν ιεροτελεστία. Καθόσουν και τον άκουγες για μήνες, τώρα ακούς ένα τραγούδι και σε 2 μέρες το βαριέσαι γιατί θα ακούσεις κάποιο άλλο που θα πάρει τη θέση του.

Συναυλία ή μαγαζί, τι προτιμάς από τα δύο;

Συναυλία.

Βλέπουμε ότι στα ελληνικά ακούσματά σου, το κυρίαρχο στοιχείο είναι αυτό της παράδοσης. Πόσο σημαντικό είναι οι καινούριοι καλλιτέχνες να φέρουν το στοιχείο αυτό στα τραγούδια τους;
Η παράδοση είναι μέσα μου γιατί τα πρώτα μου ακούσματα είναι παραδοσιακά. Ο τόπος μας έχει τόσες πολλές και διαφορετικές παραδόσεις που είναι κρίμα να χαθούν, αν και τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια στροφή από νέους καλλιτέχνες στο μείγμα παραδοσιακής και σύγχρονης μουσικής και αυτό είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικό.

Πέρα από τους παραδοσιακούς, λαϊκούς και rock ρυθμούς, ακούς και άλλα είδη μουσικής; Όπως ηλεκτρονική, ή ραπ;
Ακούω οτιδήποτε ακούγεται ευχάριστα στα αυτιά μου.

Ποιες είναι οι αγαπημένες σου μεριές; Ποια από αυτές ακούς συνέχεια;
Τρεις είναι οι αγαπημένες μου λίστες τις οποίες για ένα περίεργο λόγο δεν τις ακούει κανείς. «Into The Wild», «Dear Darkness» και τα «Ηλεκτρικά Ξημερώματα». Κι αυτή που δε βαριέμαι να ακούω είναι το « Synth».

Μπορώ να σου προτείνω θεματολογία; «Ποίηση». «Διασκευές». Τι γνώμη έχεις για την τελευταία; Οι δημιουργοί δεν έχουν έμπνευση να γράψουν κάτι καινούριο, θέλουν να επωφεληθούν από τα έτοιμα ή τι άλλο συμβαίνει;

Το να παίρνεις ένα τραγούδι και να το διασκευάζεις κατά την άποψη μου είναι δημιουργία. Είναι σαν να παίρνεις ένα παλιό έπιπλο και να το ξαναζωντανεύεις. Στη λίστα-κασέτα «Ρεμίξ» υπάρχουν διαλεγμένες διασκευές μέσα απ’ τις οποίες ξεχασμένα τραγούδια ξανάνιωσαν. 

Ελληνικά συγκροτήματα με ξένο στίχο. Ποια είναι η άποψή σου;

Είναι πιο εύκολο να γράψει κανείς τραγούδι με ξένο στίχο γιατί με τον Ελληνικό δυσκολεύουν τα πράγματα καθώς υπάρχουν πάρα πολλά μελοποιημένα ποιήματα και υποσυνείδητα  ο ακροατής συγκρίνει. Ωστόσο έχουν  βγει αρκετά σημαντικά συγκροτήματα με αγγλικό στίχο. Τελευταία άκουσα τους εξαιρετικούς  keep Shelly In Athens.

Μίλησε μας λίγο για την ενότητα «Καλλιτέχνες». 
Η ενότητα αυτή μπήκε επειδή θέλησα κάποιοι καλλιτέχνες οι οποίοι μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και δεν είναι αρκετά γνωστοί, να μπορέσουν να ακουστούν σε περισσότερα αυτιά. Για  παράδειγμα ο Δημήτρης Βαβλιάρας έβγαλε ένα δίσκο το «Κοίτα μακριά» τον οποίο και διανέμει δωρεάν. Για  μένα είναι μέσα στους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας και στο διαδίκτυο υπάρχουν ελάχιστες αναφορές σ’ αυτόν. Τους «Your Hand In Mine»  τους είδα πριν μερικά χρόνια να παίζουν σε ένα μουσείο και μου ήταν αδιανόητο πως δύο άτομα μπορούν να παίξουν τόσα πολλά όργανα επί σκηνής και να προκαλέσουν τέτοιο συναίσθημα. Οι «Sailing tomatoes» είναι απλά το σάουντρακ της Θεσσαλονίκης. Όποιος κάνει μια βόλτα και τους πετύχει θα δει τη πόλη πιο όμορφη.

Πιστεύεις πως ένας μουσικός πρέπει να περνάει τις ώρες του στα ωδεία ή να προσπαθεί να ξεφύγει από τις φόρμες και να γράψει την δικιά του μουσική;
Τα ωδεία δημιουργούν καλούς μουσικούς. Οι καλλιτέχνες όμως και οι μουσικές δημιουργούνται από βιώματα.

Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια για το blog, θα το εμπλουτίσεις με νέες ενότητες, έχεις σκοπό να το κάνεις ενημερωτικό;
Προς το παρόν θα κάνω αυτό που ξέρω να κάνω, να ακούω μουσική και να φτιάχνω λίστες.

Γράψε μας μια τελευταία κουβέντα.

Αὐτὴ τὴ μέρα ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου: Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.

kasetophono   www.kasetophono.com

 __________
Η συνέντευξη έγινε για λογαριασμό του Ορφέα, την 28.10.2012
Γιώργος Ιατρίδης

Διαφορά στιχουργού με ποιητή

“Η αγάπη ζει στα μικροπράγματα
Ζει στα ασήμαντα και στα απλά
Δωσ’ μου και άλλα τέτοια εσύ ασήμαντα
Για να ζήσω εγώ σημαντικά”
ΣτίχοιΚοραλία Αλιφραγκή

“Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το “τί” και το “έ””
ΠοίησηΟδυσσέας Ελύτης

Μιλώντας για το ίδιο πράγμα, με άλλη ιδιότητα.

Κεραυνοβόλος έρωτας

Ή έρωτας με την πρώτη ματιά. Στα αλήθεια, έχει συμβεί σε κανέναν τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια; Ή μήπως είναι ένα συναίσθημα που χάνεται ολοένα στον καιρό; Αρχικά, συνέβαλε η μεγάλη έκρηξη των social media.

Το 2008 μπήκε στη ζωή μας το facebook. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όλα άλλαξαν στη προσέγγιση των σχέσεων. Μπορεί να φαίνεται ότι επικοινωνούμε, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε σε μια άψυχη οθόνη. Έτσι, αυτός ο μικρόκοσμος που δημιουργούμε στο διαδίκτυο έχει και αντίκτυπο στην κοινωνία –και πλέον η ζωή, είναι ένας μικρόκοσμος του facebook. Κάνουμε πολλούς φίλους, γράφουμε ότι είμαστε σε σχέση και άλλα τέτοια, γιατί πολύ απλά θέλουμε να είμαστε αρεστοί στους άλλους. Ακόμα, όταν δούμε μια ωραία φωτογραφία ενός κοριτσιού την προσθέτουμε για φίλη. Ύστερα αρχίζει ένα άλλο παιχνίδι, η λεγόμενη κατασκοπία, για να μάθουμε αν έχει κάτι αυτόν τον καιρό…

Εδώ όμως είναι το βασικό ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτώ μια κοπέλα, από τη στιγμή που στο facebook, έχω επισκεφτεί χιλιάδες profil και έχω ανοίξει χιλιάδες φωτογραφίες; Το γούστο μου δεν έχει “ακριβύνει”; Έτσι, κάθε φορά που συναντάω μια κοπέλα στο δρόμο, που δεν είναι τόσο ελκυστική, φυσικό είναι να μην την προσέξω, αφού τα μάτια μου έχουν συνηθίσει να βλέπουν μέσα σε λίγα λεπτά δεκάδες ωραίες κοπέλες!

Ενός κακού μύρια έπονται, η κινητικότητα που δημιούργησαν τα κοινωνικά δίκτυα έκανε πολλούς ανθρώπους να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο σαν την πρώτη πηγή ενημέρωσης, με συνέπεια, να μειώσουν τις ώρες της τηλεόρασης και να σταματήσουν να ακούνε ραδιόφωνο… Οι διευθυντές προγραμμάτων τότε, έπρεπε να στρέψουν το ενδιαφέρον του τηλεθεατή ξανά στο “χαζοκούτι”. Όπως είχε πει και κάποιος, «τα εξώφυλλα με γυμνές γυναίκες πουλάνε και στους τυφλούς».

Το 2009 λοιπόν, προβάλλεται το πρώτο ελληνικό Next Top Model, για να ακολουθήσουν μερικούς μήνες μετά και τα άλλα. Έτσι, το ντύσιμο των παρουσιαστριών γίνεται ολοένα και πιο προκλητικό, καλλίγραμμα πόδια, στήθη χωρίς σουτιέν και αυτά από την πρωινή μέχρι και την βραδινή ζώνη. Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτώ μια κοπέλα, από τη στιγμή που έχω ερεθιστεί, με προγράμματα τύπου Next Top Model και με όλα τα “πρωινάδικα”; Με όλα αυτά τα θεάματα, αναπόφευκτα δεν αναζητώ και εγώ, δίπλα μου, μία με τις αναλογίες της Δήμητρας Αλεξανδράκη;

Τρίτον, το τι επιλέγουμε να κάνουμε στο διαδίκτυο είναι καθαρά δική μας επιλογή. Το θέμα είναι τί επιλέγουμε; Πρόσφατα άκουσα στο ραδιόφωνο πως οι ιστοσελίδες με σεξουαλικό υλικό ξεπέρασαν και τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. “Ρουλέτες ερώτα”, διάσημες με topless, nip slip, τσόντοvideo και οι αριθμοί ανεβαίνουν κατακόρυφα. Ακούγεται παράδοξο, αλλά εδώ που φτάσαμε δεν είναι. Η μοναξιά κατάφερε να νικήσει τη μοναξιά! Πώς είναι δυνατόν να ερωτευτώ μια κοπέλα, να την κοιτάξω δηλαδή στα μάτια, από τη στιγμή που ασυνείδητα, τα μόνο που παρατηρώ πάνω της, είναι τα βυζιά και ο κώλος της.

Ένας άλλος παράγοντας είναι αυτός του πληρωμένου έρωτα. Όπου αυτό προϋπήρχε από πάντα. Η ανικανότητα όμως να αγαπήσουμε μια άλλη κοπέλα δεν προϋπήρχε, αλλά γεννήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι λοιπόν, η φοβία να ερωτευτούμε, μας πηγαίνει κατ’ ευθείαν στα μπουρδέλα της Φυλής, στα στούντιο της Σόλωνος και του Βοτανικού, και στις πιάτσες της παραλιακής.

Εδώ δε θα κάνω κάποιο άλλο σχόλιο, γιατί εν μέρει θα συμφωνήσω… πως αν δεν υπήρχαν αυτά τα κορίτσια, καμία παντρεμένη δεν θα κοιμόταν ήσυχη.

Η μόνη μου πικρία είναι, πως οι στατιστικές δείχνουν εξάρσεις στις μικρότερες ηλικίες… και τώρα ήρθε η ώρα της ερώτησης. Η δίψα μου για έρωτα, δε σταματάει κάθε φορά που φεύγω από αυτά τα μέρη; Πώς είναι δυνατόν δηλαδή, να ερωτευτώ μια κοπέλα, που έχει χαμηλές αναλογίες, δεν έχει κάνει πλαστική, δε μοιάζει στη Δήμητρα Αλεξανδράκη, ούτε στη Μενεγάκη, αλλά ούτε ψάχνει για σχέση; Ακόμα κι αν ερωτευτούμε κάποιον άλλον, όπου οι πιθανότητες πρέπει να είναι 1%, το βόλεμα της συνήθειας, η χαμηλή εκτίμηση του εαυτού και ο εσωστρεφής χαρακτήρας, κάνουν το οτιδήποτε για να μην ρωτήσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας, το πιο απλό, «πώς σε λένε;»

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτα  στο ΒΗΜΑ:
http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=481080

Η ευχή των αστεριών

Συλλαβίζεις με τα χείλη σου τα αστέρια
και φοράς όλη την νύχτα στην ματιά σου
πόσα άραγε να πέφτουν στην ποδιά σου
πόσα άραγε να κρύβεις μες στα χέρια

Σε ποια γλώσσα τους μιλάς και σου μιλάνε
ποιο τραγούδι ψιθυρίζουν στο σκοτάδι
αχ, να έκλεβα απ’ το χέρι σου ‘να χάδι
τότε θα άκουγα, κι ‘γώ πως τραγουδάνε

photo: http://www.flickr.com/photos/sixtwelve/