Η άνω τελεία γίνεται ερωτηματικό – Γιώργος Ευθυμίου

-Αν ήταν η μέχρι τώρα ζωή σου μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή η σκηνή;
Μια οποιαδήποτε σκηνή από το Die Klage der Kaiserin της Pina Bausch
Ή
Η τελευταία σκηνή από το Mouchette του Bresson
Ή
Ο Balthazar του Bresson ξαπλωμένος στην πράσινη χλόη περιτριγυρισμένος απ’ ένα κοπάδι κουδουνίσματα
Ή
Μια οποιαδήποτε σκηνή βιασμού από το Der freie Wille
Ή
Η μηδενική ζυγαριά του Ki-Duk Kim στο 3-Iron
Ή
Να ήμουν γάλα και αυγό στη σακούλα της Adjani στο μετρό, στο Possession του Zulawski
Ή
Οι ατέλειωτες ράγες του Paris, Texas
Ή
Ο Οιδίποδας και η Μηδεία στην πρώτη σκηνή στο The Woman Who Brushed In Her Tears της Mitsevska
Ή
Μια σκηνή από την ταινία χωρίς ήχο και χωρίς εικόνα που προγραμματίζει να κάνει ο Kaurismaki
Μα ό,τι κι αν διάλεγα θα ήταν απλά μια μεγαλοστομία.

-Γιατί αποδημούν τα πουλιά;
Επειδή δεν ανήκουν σε τόπο. Δεν τους ανήκει τόπος. Όπως συμβαίνει με όλα τα σπουδαία πράγματα• [τη μουσική, τον έρωτα, το θάνατο]. Δεν κατοικούν σε χώρο και χρόνο. Μόνο χρησιμοποιούν αυτά τα μεγέθη ως το μέσο και τη συχνότητα με την οποία διαιωνίζονται.

-Αν σου έλεγαν πως αύριο θα γίνεις άγαλμα, σε ποιο σημείο θα σταματούσες για να κοιτάζεις τον κόσμο;
Στο εσωτερικό ενός κινηματογράφου, αναμφίβολα. Όχι οποιουδήποτε.

-Πως γίνεται από την χαραμάδα να περνάει τόσο φως;
Οφείλεται στην σταθερή απώλεια των πραγμάτων. Που δεν είναι απώλεια. Μάλλον σ’ εκείνο το βλέμμα που τείνει να ‘ναι στραμμένο στο σημείο απ’ όπου ήρθαμε. Εκεί όλα διέρχονται απ’ οπουδήποτε, με μια ένταση ασύγκριτα πιο ισχυρή σε σχέση με το πραγματικό τους βάρος.

-Ποια είναι η μονάδα μέτρησης της ευτυχίας;
Αφού δεν είμαστε ποτέ ευτυχισμένοι με ευτυχία, θαρρώ πως είναι η έλλειψη.

-Ξημέρωμα ή δειλινό;
Μου συμβαίνει ο χρόνος να μην έχει χρόνο.
Ήταν πρωί κάποτε.

-Πως γίνεται η γλώσσα μας να δένεται με γόρδιο δεσμό;
Δένεται αυτή, δένεται! Για να θυμόμαστε ότι δεν είναι το μόνο εκφραστικό μέσο.

-Γιατί νηστεύουμε ακόμα και τον έρωτα;
Νομίζω ότι έχει να κάνει με την εκπαίδευση. Έχουμε μάθει να επενδύουμε πολύ περισσότερα στη λογική του σκοπού και σ’ αυτό που θέτουμε ως αναγκαιότητα, σε σχέση με αυτά που επενδύουμε στην ανώφελη αίσθηση και στα ακατάληπτα ρίγη των εσωτερικών φωνών.

-Ποιο θα είναι το επόμενο μέσο φυλάκισης μας;
Δεν ξέρω αν υπάρχει προηγούμενο, μεθεπόμενο και τα λοιπά. Πριν περίπου 35 χρόνια ο Κορνήλιος Καστοριάδης επεσήμανε στο «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΑ» ότι: «οι εξωτερικοί τρόποι κοινωνικοποίησης τείνουν, όλο και περισσότερο, να γίνουν τρόποι ‘εσωτερικής’ αποκοινωνικοποίησης. Πενήντα οικογένειες απομονωμένες καθεμιά στην κατοικία της παρακολουθώντας τηλεόραση εκπροσωπούν, συγχρόνως, την πιο προχωρημένη, απ’ όσες γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, ‘εξωτερική’ κοινωνικοποίηση και ‘εσωτερική’ αποκοινωνικοποίηση, την πιο ακραία ιδιωτικοποίηση.» Σήμερα, είναι ακόμα πιο φανερό, πως η ατομικότητά μας είναι το ισχυρότερο μέσο φυλάκισης. Και καθώς τα όρια του ατόμου και της μονάδας ενισχύονται διαρκώς, τόσο πιο ανίσχυροι γινόμαστε και τόσο πιο αναπόδραστα παγιδευμένοι σ’ αυτό που αποκαλούμε εαυτό.

-Μπορούμε να χορέψουμε «πάνω στο φτερό του καρχαρία;»
Αυτό έχει ήδη συμβεί.

__________

O Γιώργος Ευθυμίου aσχολείται με τη σκηνοθεσία και τη συγγραφή όντας αυτοδίδακτος. Εργάζεται ως λογιστής. Δηλώνει διαρκώς συνεπαρμένος από το μυστήριο της αποκάλυψης που συντελείται στα οργανικά και τ’ ανόργανα τοπία που συναντάει.

Η λογοτεχνία που πληγώναμε – Γιώργος Ευθυμίου

Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι συνέβαινε με όλους αυτούς τους αυτοαποκαλούμενους ποιητές και πεζογράφους της γενιάς μου. Έλλειψη ταλέντου; Έλλειψη αντίληψης της εποχής; Μαϊντανοί κάθε είδους βαυκαλίζονταν με την επιθυμία να δουν τον εαυτό τους τυπωμένο σε παχύ χαρτί. Έτσι, εμπιστευόντουσαν τα γραπτά τους σε εκδοτικούς οίκους, σε οποιονδήποτε εκδοτικό οίκο, αρκεί ο τελευταίος να ήταν διατεθειμένος να σφραγίσει το μπροσθόφυλλο και το οπισθόφυλλο του ενδεχόμενου βιβλίου με το λογότυπο και την επιγραφή του. Και οι εκδοτικοί οίκοι ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα, αρκεί να πληρώνονταν για αυτό. Και πληρώνονταν πολύ καλά μάλιστα. Έπειτα τύπωναν καμιά πεντακοσιαριά αντίτυπα, τα διακόσια τα χάριζαν στους συγγραφείς, που τα είχαν πληρώσει διπλά και τετράδιπλα, και οι συγγραφείς με τη σειρά τους τα χάριζαν σε φίλους και σε άλλους επώνυμους-άσχετους, καθώς έτσι είθισται, που κατά κάποιον αυθαίρετο τρόπο θα μπορούσαν να ταΐσουν τη ματαιοδοξία τους. Ο εκδοτικός οίκος συνέχιζε το αλισβερίσι του πολύτιμου βιβλίου. Έστελνε περίπου εκατό αντίτυπα δεξιά και αριστερά για «λόγους προώθησης», και τα υπόλοιπα σκάρτα διακόσια αντίτυπα που απέμεναν, διανέμονταν στα ράφια των βιβλιοπωλείων για να καταλήξουν μετά από λίγο καιρό σε κάποιο πατάρι, κάτω από παχύ στρώμα σκόνης, ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους τίτλους βιβλίων που στριμώχνονταν σε μεγάλες κούτες που έφεραν την επιγραφή «έλλειψη ζήτησης». Λίγο πολύ αυτή είναι η κατάσταση.

Αυτή και ταλέντο είχε και αντίληψη. Και ούτε την ανάγκη να εισχωρήσει τον εαυτό της σε κάποιον τίτλο. Ήθελε όμως με μανία να εκδίδει τα γραπτά της και ήταν διατεθειμένη να καταπιεί όλον τον καρκίνο από τις ωοθήκες της λογοτεχνίας, και να διασχίσει όλο αυτό το βούρκο που απαιτείται να διασχίσει κάποιος που επιθυμεί να εκδώσει το οτιδήποτε. Αρνούταν πεισματικά να δημοσιεύσει σε κάποιο άλλο μέσο. Αρνούταν να διοχετεύσει τα γραπτά της σε κάποιο ιστολόγιο, ή σε κάποιο περιοδικό ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο στο διαδίκτυο. Όχι, αυτή θα εξέδιδε! Όλους αυτούς που είχε αγαπήσει, και δεν ήταν και λίγοι (Πεσσόα, Κορταζάρ, Σελίν, Μπέρνχαρντ, Κέϊν, Τρακλ, Καραπάνου, Ιωάννου και άπειρους άλλους) τους είχε αγαπήσει μέσα απ’ τα βιβλία τους. Μόνο από τα βιβλία τους και από πουθενά αλλού. Αντιθέτως, δεν αγάπησε ποτέ κανέναν μπλόγκερ, ή κανέναν αρθρογράφο του Protagon, του Ποιείν ή του Toutestin. Κανέναν συντάκτη της lifo ή του Κουκουτσιού. Ούτε καν την ερέθιζαν. Κι αν την ερέθιζαν ήταν κάτι παροδικό. Το ερέθισμα έμοιαζε πρόστυχο, φτηνό και ανάρμοστο. Και δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε, αν αναλογιστεί κανείς όλη αυτή την βία και αγωνία που συναντά κανείς στους παραπάνω χώρους που μάχονται και οδύρονται για να επιπλεύσουν σε μια φαύλα εικονική αναγνωρισιμότητα, για να μην τους καταπιεί ο ορυμαγδός της υπερπληροφόρησης. Όχι. Εκείνη ήθελε να εκδώσει το βιβλίο της. Την συνάρπαζε η ιδέα να αγαπηθεί από αγνώστους. Από αγνώστους, όχι επειδή δεν τους γνώριζε, αλλά επειδή δεν θα τους γνώριζε ποτέ. Η ιδέα ότι θα της αποδιδόταν μια άγνωστη αγάπη. Μια αγάπη για την οποία δεν θα γνώριζε τίποτα. Μια εντελώς παράδοξη αγάπη, τελείως ψεύτικη και τελείως αληθινή.

Πηγή:http://toutestin.com/2013/06/25/%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5/

photographer: Ann Mansolino