Το δίκιο μου

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώτα Νέγκα

Όταν ακούω για πρώτη φορά ένα τραγούδι, είτε αυτό είναι στο ραδιόφωνο, είτε κάπου αλλού, κατά ένα μεγάλο ποσοστό μπορώ να καταλάβω ποιος το έχει γράψει. Αυτό μπορεί το διακρίνει κάποιος από τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο κάθε στιχουργός, από το μέτρο, και φυσικά από τον εκάστοτε ερμηνευτή, από τις τυχόν συνεργασίες δηλαδή που είχε στο παρελθόν.
Στο συγκεκριμένο τραγούδι όμως έπεσα έξω. Δεν είχα τον Οδυσσέα Ιωάννου για ένα τόσο λαϊκό κομμάτι, και για ένα τόσο λαϊκό στίχο. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη όταν έμαθα ότι εκείνος έγραψες τους στίχους! Είχε λίγο καιρό να γράψει κάτι που να μου αρέσει και αυτό ήταν και είναι μια καλή ανάσα! Φυσικά και κατά καιρούς γράφει ωραία λαϊκά κομμάτια, αλλά αυτό είναι το κάτι άλλο!

Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο

…ένα από τα γνωρίσματα των λαϊκών τραγουδιών είναι πως τα λένε “φάτσα φόρα”, πολύ ωραίο ξεκίνημα, σαν να σε πιάνει από το λαιμό
νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά

…και επίσης μια πολύ καλή συνέχεια του προηγούμενου στίχου
μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο
…στο πρώτο μισό του στίχου φαίνεται το στοιχείο της μοναξιάς, και στο δεύτερο μισό, το στοιχείο πως όλοι μας σε αυτήν τη ζωή έστω και για μια στιγμή έχουμε παίξει κάποιο ρόλο, έχουμε υποδυθεί δηλαδή κάποιον έξω από εμάς, χωρίς να βρισκόμαστε στο θέατρο, αλλά στη ζωή
κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά
…μια πολύ ωραία αντίθεση, μιας και αυτό –λογικά– δεν γίνεται, αλλά δεν παύει να είναι ακόμα ένας ωραίος στίχος

Εμένα με φωνάζουνε με το μικρό μου μόνο

…επίσης η ομοιοκαταληξία που μοιάζει από πριν, δηλαδή το “όλο”, “ρόλο” και τώρα το “μόνο” δυναμώνει ακόμα περισσότερα το τραγούδι μελωδικά
η σκούφια μου κρατά απ’ το
πουθενά
…πάρ’ τη σκούφια σου και βάρα με, ένα πράγμα.. είναι πολύ προφορικό το τραγούδι, τις λέξεις αυτές μπορούμε να τις ακούσουμε οπουδήποτε
κι εσένα που σε ήξερε κι η πέτρα που σηκώνω
τρομάζεις όταν έρχομαι κοντά

…για να αναλυθεί αυτός ο στίχος πρέπει να διαβαστεί όλος μαζί, στην μεν τραγουδίστρια, στην γυναίκα στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν την ξέρει κανένας και στον δε “εσύ” τον ξέρουν όλοι, μα όταν πλησιάζει η “άγνωστη” φεύγει μακριά, μου θυμίζει το όλο σκηνικό σενάριο από ελληνική ταινία, ασπρόμαυρη κιόλας, όπου εκεί οι διαφορές μεταξύ φτωχού και πλούσιου ήταν ακόμα μεγαλύτερες

Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα
…πολύ οπτικός αυτός ο στίχος, σαν να τον βλέπεις και σαν να τον ακούς, μιας και τα ρέστα άρα τα νομίσματα έχουν ήχο
ανοίγω και δε βλέπω ουρανό

…και αυτός πολύ καλός στίχος, μιας και όλοι μας δικαιούμαστε να βλέπουμε τον ουρανό, τα αστέρια, αλλά υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που δεν μας το επιτρέπουν
εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη
Αθήνα
…αυτό το “σου” είναι ολόκληρος κόσμος! Καλά να βλέπεις πολύ καλή θέα και να την έχει πιάτο την Αθήνα, αλλά και στο ακριβό σου πιάτο μέσα;
ανοίγεις και χαζεύεις το κενό
…είναι τρομερές οι αντιθέσεις που δημιουργούνται σε αυτό το τραγούδι, μέσα σε δέκα συλλαβές όλη η ζωή

Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο
νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά
μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο
κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά

Εμένα με φιλήσανε στο στόμα οι ανάγκες
…μου είπαν έλα εδώ εσύ μικρή, έλα να γνωρίσεις και εμάς, τη μοναξιά, τη δυστυχία και αφού μας γνωρίσεις τόσο θα σε φιλήσουμε κιόλας!
την έκανα τη βόλτα στα βαθιά
…συνεχίζει μεστά η αμεσότητα και η λαϊκότητα
κι εσένα το ταξίδι σου δυο καρφωμένες ράγες
νομίζεις ότι πήγες μακριά
…νομίζω πως η φράση “δυο καρφωμένες ράγες” είναι η καλύτερη του τραγουδιού! Επιτυγχάνεται για ακόμη μια φορά η αντίθεση, αλλά και η κλιμάκωση, όσο προχωράει και κυλάει το τραγούδι γίνεται ακόμα πιο έντονο, πιο δυνατό!

Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα
ανοίγω και δε βλέπω ουρανό
εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα
ανοίγεις και χαζεύεις το κενό
…θα το ξαναπώ για ακόμη μια φορά, θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι κάποιο soundtrack από μια παλιά ελληνική ταινία, έχει όλα τα στοιχεία, τον πόθο, την φτώχεια, την αντίθεση, την μιζέρια, την κακοπέραση, αλλά και την ελπίδα. Φυσικά, είναι κι ένα τραγούδι με πολιτική χροιά και με πολλά πολιτικά μηνύματα. Όμως, όλα γυρίζουν γύρω από την αγάπη. Πολλές φορές δεν αρκεί μόνο η αγάπη, υπάρχουν και άλλα ζητήματα, όπως εδώ, που μας φέρνει αντιμέτωπους αρχικά με τον εαυτό μας και πιο μετά με την κοινωνία και τις ταξικές διαφορές.

Θα κλείσω με μία ευχή, ας μη ψάχνουμε για δίκαιο και άδικο, ας είναι το αυτονόητο η καλύτερη λύση και να μην πάψουμε να προσπαθούμε ποτέ για αυτό που θέλουμε.

_

Το άρθρο γράφτηκε 3.9.2014 για λογαριασμό του “Ορφέα”.

Η θεά και η τύχη

Είναι Σάββατο βράδυ, η θερμοκρασία στο Φάληρο είναι οχτώ βαθμούς Κελσίου, αλλά μέσα στη βιβλιοθήκη του Σταύρος Νιάρχος έχει μια αφόρητη ζέστη. Ιδανικός προορισμός το Νιάρχος τις μέρες των Χριστουγέννων, μιας και είναι τόσο όμορφα στολισμένος ο χώρος που νομίζεις πως βρίσκεσαι σε μία όμορφη πόλη του εξωτερικού. Η αλήθεια είναι πως όλα μοιάζουν πιο φωτεινά τα Χριστούγεννα, αλλά κάτω από τα λαμπάκια θα συναντήσεις τη μοναξιά, τη δυστυχία, αλλά και τη ανημπόρια των ανθρώπων. Άλλωστε, τόσα χρόνια έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, πίσω από τα συναισθήματά μας, πίσω από τα ψέματά μας. Φωταγωγίζουμε μόνο την πλευρά που θέλουν να δουν οι άλλοι και τοποθετούμε το αστέρι τόσο ψηλά που ούτε οι ίδιοι δε το φτάνουμε, ούτε καν το βλέπουμε.

Ένα αγόρι, με καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, μεγάλα κοκάλινα γυαλιά και ελαφρώς αξύριστο μούσι κάθεται και διαβάζει για τη σχολή του, την ώρα που μια όμορφη κοπέλα, με μακριά μαλλιά, ωραίο σώμα πλησιάζει και κάθεται ακριβώς δίπλα του. Αφού συστήνονται με τα μάτια, καταλαβαίνουν και οι δύο πως μάλλον θα προκύψει κάτι ανάμεσά τους. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι η κοπέλα πήγε στο μπάνιο, μαζί με την τσάντα της· έβγαλε στην αρχή την μπλούζα, μετά το παντελόνι και τέλος το κορμάκι της. Αφού είχε μείνει γυμνή πήρε το κορμάκι και το τοποθέτησε μέσα σε ένα βιβλίο. Ύστερα ντύθηκε και ξαναπήγε στη θέση της, έσπρωξε το βιβλίο προς το μέρος του αγοριού και τον κοίταξε με πάθος. Εκείνος, η αλήθεια είναι δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν, απλά καταλάβαινε πως το βιβλίο είχε κάτι μέσα. Άνοιξε την επικειμένη σελίδα, που “όλως τυχαίως” ήταν στη σελίδα 69, και είδε το εσώρουχο της κοπέλας. Αν και σπάνια άλλαζε έκφραση το πρόσωπό του, τότε γελούσαν ακόμα και τα μουστάκια του. Ενθουσιάστηκε πάρα πολύ. Έπιασε το βιβλίο και το στερέωσε με τη ράχη του να ακουμπάει στην έδρα, έτσι, το βιβλίο σχημάτισε δύο αμβλείες γωνίες. Κατέβασε το κεφάλι του προς τις σελίδες και κλείνοντας τα μάτια του μύρισε το εσώρουχο της κοπέλας. Ο συνδυασμός από την μυρωδιά του σώματος της κοπέλας και από τις σελίδες του βιβλίου έφτιαξαν έναν όμορφο χαρμάνι που τον καύλωσαν.

Πήρε με τρόπο το μαύρο κορμάκι και το έβαλε μέσα στην τσάντα του. Ύστερα, έγραψε με μολύβι πάνω στο βιβλίο και την ρωτούσε να του πει το κινητό της. Αρκετά ρομαντικό για την περίσταση, αλλά αυτό του ήρθε. Ο χρόνος της αναμονής βοήθησε το αγόρι να επεξεργαστεί κι άλλο την ομορφιά της κοπέλας. Φινέτσα, κοφτερή ματιά, νάζι, ήταν μια θεά. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, τον έγδυσε από πάνω μέχρι κάτω και του έγραψε με κόκκινο στυλό το όνομά της στο Facebook. Εκείνος ίσα που κοίταξε το όνομά της και αμέσως σηκώθηκε μαζί με την τσάντα του προς το μπάνιο. Αρχικά, της έστειλε αίτημα φιλίας, ύστερα, στερέωσε το κινητό του στην τουαλέτα και άρχισε να πιάνει τον πούτσο του. Κάπου εκεί άρχισε να τραβάει βίντεο. Σκεφτόταν τη μυρωδιά, την κοπέλα, την στιγμή, τα Χριστούγεννα· ύστερα πήρε στα χέρια του το μικρό κορμάκι και το έβαλε ανάμεσα στον πούτσο του. Άρχισε να αυνανίζεται για πάρτι της. Ώσπου, τελείωσε μετά από λίγο. Ύστερα, πήγε να πιάσει θέση πλάι στην κοπέλα, αφού έκατσε, της έστειλε το βίντεο.

Το γυναίκειο ένστικτο είναι τόσο ανεπτυγμένο που εκείνη είχε καταλάβει ακριβώς τι θα έκανε το αγόρι. Το μόνο που έμενε να μάθει ήταν πόσο μεγάλο ήταν το πουλί του αγοριού. Αφού είδε λίγα δευτερόλεπτα πήρε το ίδιο χαμόγελο όπως και εκείνος όταν είδε το εσώρουχο. Αξίζει να πούμε πως φάνηκε ευχαριστημένη κι από το μέγεθος… Αφού είδε μέχρι τέλος το βίντεο, έκανε πίσω την καρέκλα της, σηκώθηκε ξαφνικά και περπάτησε γρήγορα προς την έξοδο. Το αγόρι σάστισε και δεν ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε και εκείνος βιαστικά και άρχισε να την ακολουθάει. Το κορίτσι περπάταγε τόσο γρήγορα που κάποιες φορές ήταν δύσκολο να τη διακρίνει, επίσης, το Ίδρυμα είχε τόσο κόσμο τις μέρες των Χριστουγέννων που δυσκόλευε ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. Το αγόρι τα έχασε τελείως, όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν είχε συνειδητοποιήσει τίποτα. Μετά από λίγο δεν μπορούσε να την διακρίνει καθόλου, την είχε χάσει οριστικά. Έκατσε ακίνητος για λίγο και κοιτούσε σαλεμένος το πλήθος. Δευτερόλεπτα μετά ήθελε να πάρει μια βαριοπούλα και να κοπανήσει το παγοδρόμιο που ήταν εκεί στημένο και ακόμα να ξεριζώσει τα γένια από όλους αυτούς τους αποκρουστικούς Αγιοβασίληδες και ακόμα να σύρει με έλκηθρο όλα τα καλικαντζαράκια που του χαμογελούσαν εριστικά.

Περάσανε τρείς μέρες από την συνάντηση των δύο παιδιών και κανείς από τους δύο δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής. Αν και, κανονικά, το κορίτσι θα έπρεπε να δώσει κάποια εξήγηση. Το αγόρι αποφάσισε τότε να της στείλει στο Messenger, έτσι, χωρίς να το πολύ σκεφτεί έγραψε: «Κακό δεν είναι να χωρίζουν δυο άνθρωποι, κακό είναι να μην ενώνονται ποτέ. Χρόνια σου πολλά!» Μιας και ήταν Χριστούγεννα εκείνη την ημέρα, είπε να δείξει καλός, έτσι, της ευχήθηκε κιόλας. Η ζωή μοιάζει με ένα ατέρμονο παιχνίδι. Στο παιχνίδι αυτό μπορούμε να αψηφήσουμε τους κανόνες, να φτιάξουμε δικούς μας κανόνες, μπορούμε να πάμε με το γράμμα του νόμου, μπορούμε να σταματήσουμε να παίζουμε, μπορούμε να παίζουμε μέχρι να χάσουν οι άλλοι, μπορούμε να παίζουμε μέχρι νικήσουμε εμείς και άλλοι τρόποι που καταλήγουν κυρίως να είναι τεχνάσματα δολοπλοκίας, συμφερόντων και επί παντός του επιστητού να ξεχνάμε να παίζουμε, να γελάμε, να ερωτευόμαστε.

«Δυο άνθρωποι συναντήθηκαν τυχαία, και….» ήταν η απάντηση του κοριτσιού δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Τότε το αγόρι άρχισε να σκέφτεται· αν υποθέσουμε πως όλα είναι ενέργεια τύχης και πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, τότε, πολύ απλά θα προσμένουμε ουρανοκατέβατες καταστάσεις να μας χαϊδέψουν το σώμα και τη ψυχή. Φυσικά και παίζει ρόλο η τύχη, αλλά ποιος έφτιαξε την τύχη, τα τείχη, την ανθρωπότητα, το Νιάρχος, τον αρχιτέκτονα του Νιάρχος; Προφανώς, όλα αυτά τα έφτιαξε ο άνθρωπος και αφού τα φτιάξαμε εμείς (οι προγενέστεροί μας δηλαδή) τότε έχουμε μερίδιο όλοι μας για τα τινά που μας συμβαίνουν. Είτε στα καλά, είτε στα κακά. Ακόμα, σκέφτηκε, πως ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια πληθυσμό που έχει η Αθήνα, δεν γίνεται να συναντηθήκαμε τυχαία. Όχι μόνο εμείς, αλλά και όλα τα ζευγάρια που έχουν ή είχαν υπάρξει. Παίξαμε στο παιχνίδι, ακολουθήσαμε τους δρόμους μας, τις στρατηγικές μας, χάσαμε, νικήσαμε, ξαναχάσαμε, ξανανικήσαμε, ξαναοχυρωθήκαμε και φτου και από την αρχή. Αλώστε, αν είχαμε τύχη ως άνθρωποι, θα κερδίζαμε όλοι στο τζόκερ και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, όμως, οι πιθανότητες είναι κατά μας.

«Δεν είμαι σίγουρος για το αν συναντηθήκαμε τυχαία ή όχι, είμαι σίγουρος όμως για την καρδιά μου. Η καρδιά έχει πάντα δίκαιο. Οι χτύποι της καρδιάς μας είναι ρυθμιστής μιας σχέσης. Η δικιά μου χτυπούσε και έτρεχε όπως ο Κεντέρης όταν τον κυνηγούσαν οι επτά μελαμψοί, με δυο σημαντικές σημειώσεις, η καρδιά μου δεν ήταν ντοπαρισμένη, και έτρεχε και πιο γρήγορα». Το κορίτσι μόλις είδε την απάντησή του συγκινήθηκε ελαφρώς και χαμογέλασε. Ήταν ίσως το καλύτερο μήνυμα που είχε λάβει ποτέ. Εκ των πραγμάτων, έπρεπε να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στο αγόρι. Αφήστε που ήταν και Χριστούγεννα και η εποχή από μόνη της σου βγάζει κάτι πολύ ερωτικό. Σαν να το βλέπει μπροστά της, να έχουν ανάψει φωτιά και να την παίρνει μπροστά στο τζάκι, ύστερα, να έχει χώσει το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της και να τη γλύφει με μανία. «Αύριο θα είμαι στη βιβλιοθήκη, την ίδια ώρα, αν θες έλα…» 

Τα δύο παιδιά συναντήθηκαν ξανά εκεί. Στο ίδιο μέρος, στις ίδιες θέσεις. Μιλήσανε λίγο για το πως περάσανε τις γιορτές, αλλά και το τι είχαν σκοπό να κάνουν την Πρωτοχρονιά. Όσον αναφορά την αλλαγή του χρόνο το αφήσανε και οι δύο ελεύθερο, μάλλον για να πιστεύει ο ένας για τον άλλον πως θα κάνουν κάτι μαζί. Το κορίτσι μετά από λίγο άφησε το χέρι της στο αριστερό γόνατο του αγοριού. Τον ξάφνιασε αυτή η οικειότητα, αλλά του άρεσε παράλληλα. Τότε και εκείνος χάιδεψε το αριστερό της μπούτι. Εκείνη έκανε ακόμα πιο δεξιά και χάιδεψε το καβάλο του αγοριού. Εκείνος με τη σειρά του άρχισε να χαϊδεύει το μουνάκι της μέσα από το τζίν. Τα δύο παιδιά ήταν τελευταία στη σειρά του αναγνωστήριου, οπότε είχαν όλους τους άλλους μπροστά τους, άρα δύσκολα κάποιος θα καταλάβαινε τι κάνουν. Τότε το κορίτσι ξεκούμπωσε το φερμουάρ και άρχισε να παίζει με το πουλί του αγοριού. Εκείνος ένιωθε ωραία, αλλά έσφιγγε τα δόντια του μιας και θα προτιμούσε να είναι οπουδήποτε αλλού, έτσι ώστε να είναι μόνοι τους και να το ευχαριστηθούν καλύτερα. Το κορίτσι συνέχιζε με αμείωτο το ενδιαφέρον, μόνο που τώρα έσκυψε προς το μέρος του και άρχισε να του παίρνει πίπα μέσα στη βιβλιοθήκη. Το αγόρι δεν πίστευε στα μάτια του με την τόση άνεση, ευκολία και άγνοια κινδύνου του κοριτσιού. Όλο αυτό το κράμα, αλλά και επειδή ήξερε να την κάνει πολύ καλά τη διαδικασία έκαναν το αγόρι να χύσει σχεδόν άμεσα μέσα στο φλογερό στόμα της.

–Πιστεύεις ακόμα στην τύχη; Είπε το αγόρι καθώς κατηφορίζανε προς την έξοδο.
–Πιστεύω σε εσένα, είσαι καλό τυπάκι, μπορεί να τα βρούμε εμείς οι δύο. Είπε το κορίτσι με μια δόση υπαινιγμού, αλλά και αυθορμητισμού μαζί.
–Η τύχη για εμένα δεν υπάρχει, είναι όλα όσα δεν κάναμε και τα αφήσαμε στην τύχη. Η τύχη είναι η καλύτερη δικαιολογία για να μην προσπαθούμε.

Εκείνη δε μίλησε.

Λίγο πριν βγουν από το χώρο του Νιάρχος, το αγόρι έπιασε την κοπέλα από τη μέση και άρχισε να τη φιλάει με πάθος. Εκείνη φυσικά ενέδωσε. Ύστερα, το αγόρι την οδήγησε κάπου απομονωμένα, πάντα στον προαύλιο χώρο του Νιάρχος. Αφού σιγουρευτήκανε, ας πούμε, πως δεν τους παρακολουθεί κανείς, το αγόρι έγδυσε το κορίτσι. Μόνο τα κάτω ρούχα. Τώρα είχανε ξεχάσει το κρύο και απλά απολαμβάναμε τη στιγμή· πάντα με προφυλάξεις. Ο καυλωμένος πούτσος του αγοριού έμπαινε πολύ γρήγορα στο μουνάκι της κοπέλας και αυτό την τρέλανε. Ακόμα, είχε τελειώσει ήδη μία φορά σήμερα, οπότε θα άντεχε περισσότερο στην τρελά καυλωμένη μουνάρα της. Το αγόρι αποφάσισε να πάρει εκείνος το πρώτο λόγο στη γνωριμία τους, αποφάσισε στιγμιαία πως θέλει να τη γαμήσει από πίσω. Ήθελε να πάρει μια κάποια μορφή εκδίκησης από την κοπέλα για όσες μέρες δεν του είχε στείλει. Τώρα παραξενεύτηκε εκείνη ευχάριστα, αλλά ενθουσιάστηκε από τον αυθορμητισμό του αγοριού και έδειχνε να το απολαμβάνει. Το σφριγηλό κωλαράκι της κοπέλας έμοιαζε με πυρκαγιά στο Μαραθώνα τον μήνα Αύγουστο. Τελείωσε μέσα της χωρίς να τον νοιάζει κάτι. Ήταν τόσο καυλωμένος που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του.

Φεύγοντας από το Νιάρχος συνάντησαν τυχαία έναν λαχειοπώλη. Το κορίτσι έπεισε με τα πολλά το αγόρι να αγοράσουν δύο πρωτοχρονιάτικα λαχεία. Ένα που θα διάλεγε εκείνη και ένα που θα διάλεγε αυτός. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος, όπως είπαμε, δεν πίστευε στην τύχη, πίστευε στις δυνάμεις του ανθρώπου και στη λογική. Όμως, είχε περάσει τόσο καλά σήμερα που δε υπήρχε περίπτωση να της χαλάσει κάποιο χατίρι.

Το βράδυ της πρωτοχρονιάς το περάσανε μαζί· στο σπίτι της κοπέλας μαζί με φίλους. Από ότι φαίνεται ξαναπήρε τον έλεγχο το κορίτσι. Βέβαια, περάσανε πολύ όμορφα στο ρεβεγιόν, φάγανε, ήπιανε, γελάσανε, χορέψανε και φυσικά μετά για να πάει καλά ο χρόνος, κάνανε το καθιερωμένο sex. Εκείνη, φορούσε κόκκινα εσώρουχα, έτσι της είχε πει η γιαγιά της. Κάθε Πρωτοχρονιά να φοράς κόκκινα εσώρουχα για να έχεις τύχη όλη την χρονιά!

Την Πέμπτη, δύο μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου, θα πραγματοποιούταν η κλήρωση του λαϊκού κρατικού λαχείου. Μαντέψτε. Το κορίτσι κέρδισε το αμύθητο ποσό των 2.500.000€! Μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά της κοπέλας; Όχι μόνο για το τεράστιο ποσό, αλλά και γιατί θα την έλεγε στο αγόρι! Πως όλα, μα όλα είναι ενέργεια τύχης! Εκείνος, με τη σειρά του, αφενός χαροποιήθηκε υπερβολικά, αλλά της ανέφερε πως εκείνο το βράδυ κάποιος της γάμαγε το κωλαράκι, οπότε, είχε κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να την αποκαλεί κωλόφαρδη!

Μετά από λίγες μέρες τα δύο παιδιά βρεθήκανε σε ένα σαλέ στην Ελβετία, το κορίτσι ένιωθε πως πρέπει να ανταποδώσει με κάποιο τρόπο την ευμάρεια στο αγόρι. Κάπως έτσι όμως εκπληρώθηκε άλλη μία σκέψη της. Τώρα το κεφάλι του αγοριού βρισκόταν από κάτω της και της έγλυφε με μεγαλύτερη μανία –από ότι φανταζόταν– το μουνάκι, εξάλλου, τώρα ήταν και εκατομμυριούχος. Ύστερα, του ζήτησε να την τοποθετήσει κοντά στο παράθυρο και να την πάρει στα τέσσερα. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να βλέπει και τις Άλπεις.

Αυτό είναι που λέμε τύχη βουνό.

Πρωινό ή βραδινό γράψιμο;

Υπάρχει διαφορά στο να γράφουμε το πρωί ή το βράδυ; Αλλάζει η ψυχοσύνθεσή μας με το πόσο φως έχει έξω ο ουρανός;

ΠΡΩΙ
«Πάντα γράφω το πρωί. Το μυαλό, τότε, είναι πιο διαυγές και οι καλύτερες σκέψεις έρχονται μόλις σηκωθώ από το κρεβάτι ή μετά από έναν ευχάριστο περίπατο.» Tolstoy

Δεν μπορώ παρά να μην συμφωνήσω με τον Tolstoy, το πρωί το μυαλό έχει μια πιο διαυγή ματιά, μπορούμε να καταγράψουμε πιο εύκολα και με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σκέψη μας και ίσως τότε να επικρατεί περισσότερο η λογική πάνω στα γραπτά μας. Η επιστήμη πάντως λέει, πως η ιδανική ώρα για γράψιμο, είναι νωρίς το πρωί, ύστερα από έναν περίπατο.

Ακόμα, αν θέλουμε να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στο θέμα, θα πούμε πως το πρωί ξεκινάει ο κόσμος, αρχίζει μία καινούργια μέρα, είναι ακόμα μία ευκαιρία να αποδείξουμε πως αξίζουμε. Έτσι, τα γραπτά μας έχουν μεγαλύτερη αισιοδοξία, μεγαλύτερη ελπίδα, και είναι ίσως πιο χαρούμενα. Τότε, όλες οι αισθήσεις μας είναι πιο ενεργές και ζητάμε από τον εαυτό μας να καταφέρει αυτό που δεν κατάφερε χτες. Να προχωρήσει ακόμα ένα βήμα, είτε στο άρθρο που μας απασχολεί, είτε στο να βρούμε την κατάλληλη πλοκή, είτε να διαμορφώσει κατάλληλα τους χαρακτήρες.

ΒΡΑΔΥ
«Τη νύχτα, όταν ο κόσμος έχει γυρίσει πίσω στις σπηλιές του και οι ονειροπόλοι έχουν μείνει μόνοι τους, ξεδιπλώνονται εμπνεύσεις και δυνατότητες που θα ήταν αδύνατες σε οποιαδήποτε άλλη, λιγότερο ήσυχη ώρα.» HP Lovecraft

Όσον αναφορά το βράδυ, η γραφή μας μεταλλάσσεται σε πιο εσωτερική, σε πιο προσωπική, διεισδύουμε καλύτερα στα μύχια της ψυχής μας, έτσι, καταγράφουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που νιώθουμε, εν αντιθέσει, με το πρωί, που όπως είπαμε, καταγράφουμε καλύτερα αυτό που σκεφτόμαστε. Ίσως, το βράδυ να γινόμαστε και περισσότεροι κυνικοί, πιο ερωτικοί, πιο γενναίοι. Εξάλλου, όπως είπε και ο Lovecraft τότε οι μνήμες έρχονται και κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια μας.

Το βράδυ συνεχίζουμε αυτό που αφήσαμε το πρωί· μετρώντας λάθη που κάναμε την ημέρα, και ίσως να γινόμαστε καλύτεροι. Καλύτεροι ως άνθρωποι, παρά ως γραφιάδες. Το βράδυ περισσότερο ονειροπολούμε, παρά γράφουμε. Ή για να το πούμε καλύτερα ονειροπολούμε γράφοντας. Η κούραση της ημέρας αποδομεί τη λογική, αυτό από μόνο του μας φέρνει πιο κοντά στην πλάνη και στην παράνοια. Γράφουμε χωρίς να σκεφτόμαστε το αύριο, γιατί πολύ απλά μπορεί να έχει πάει τόσο αργά, που να έχει έρθει ήδη το αύριο. Το βράδυ γράφουμε για το τώρα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Τελικά όμως τι είναι καλύτερο; Σίγουρα δεν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο. Αφού γράφουμε όλα πάνε καλά (ή μάλλον). Αν βέβαια πρέπει να απαντήσω σε αυτήν την κλειστή τύπου ερώτηση, θα έλεγα, πως ανάλογα με το τι θέλουμε να γράψουμε. Αν για παράδειγμα θέλουμε να γράψουμε ένα άρθρο ή ένα διήγημα καλυτέρα να επιλέξουμε πρωινή ώρα. Αν όμως θέλουμε να γράψουμε ένα ποίημα ή έναν στίχο καλύτερα να διαλέξουμε τη νύχτα. Αν πάλι θέλουμε να γράψουμε ένα βιβλίο καλύτερα να διαλέξουμε όλες τις ώρες της ημέρας, έτσι ώστε να έχουμε όλες τις εκφάνσεις και τις εκφράσεις της γραφής. Παρ΄ όλα αυτά, όλα καταργούνται με το πως εμείς λειτουργούμε καλύτερα.

Εσείς, αλήθεια, τι προτιμάτε;

Στην σχάση και στη φέξη

Σχεδιασμένο για την Ελλάδα, μου μάθανε στο σχολείο, αλλά όλα ήταν σχέδια επί χάρτου. Σαν σχέδιο μόδας έμοιαζε η θεωρία της σχετικότητας και σαν σχήμα λόγου το σχίσμα της Εκκλησίας. Κάπως έτσι σχεδίασα κι εγώ τη ζωή μου, ή μάλλον, σχεδόν την σχεδίασα. Έφτιαχνα σχετικά σχεδιαγράμματα τα οποία μετανάστευαν από εμένα σαν σε σχηματισμό πουλιών. Ύστερα, ήρθε η σχολή, το σχεδιαστήριο της ζωής! Σχετίστηκα με κόμματα, έκανα σχέσεις, αλλά δεν μπόρεσα να σχηματίσω το δρόμο μου. Ο δρόμος μου έμοιαζε με σχοινοβασία κι εγώ σχιζοφρενής δολοφόνος. Στην σχάση και στη φέξη ήμουν. Όπου κι αν βρισκόμουν άκουγα τα σχολιανά μου, από σχολαστικούς τύπους που με σχολιάζανε. Αυτή η σχιζοειδής κατάσταση με ξέβρασε εδώ, στη σχισμή του δρόμου να κρατώ μια «σχεδία».

_

Αυτή η μικρή ιστορία γράφτηκε με αφορμή έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό με θέμα τη “σχεδία“. Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ.

Γιώργος Ιατρίδης, Μία από τα ίδια e-book

Η ιδέα έγινε κείμενο, το κείμενο έγινε στήλη και η στήλη e-book.

Το «Μία από τα ίδια» ξεκίνησε σαν μία στήλη στο inner.gr. Από τις 29 Οκτωβρίου μέχρι και τις 4 Νοεμβρίου 2018 δημοσιεύτηκαν ηλεκτρονικά 7 κείμενα. Το κάθε ένα από αυτά εμπεριείχε 24 προτάσεις, όσες δηλαδή και οι ώρες της ημέρας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτυπώνει τη ζωή ενός ανθρώπου που είναι εγκλωβισμένος και αγκιστρωμένος στην καθημερινότητά του. Ουσιαστικά, κάθε ώρα εκτελεί προκαθορισμένες διεργασίες, έπειτα, επαναλαμβάνει τις διεργασίες αυτές επί εβδομαδιαία βάση και κάπως έτσι πιστεύει πως ζει. Το μόνο όμως που γεύεται είναι ένας ατέρμονος κύκλος γεγονότων και καταστάσεων που δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα, κάθε άλλο, τoν γεμίζουν με μια ασφυκτική μοναξιά. Καμία αλλαγή, καμία εναλλαγή, καμία έκπληξη, ούτε καν δυσάρεστη. Άραγε, θα ξεφύγει από τον εαυτό του;

Για να κατεβάσεις το e-book, κάνε κλικ στο εικονίδιο:

Για να το διαβάσεις τώρα, πάτα εδώ.

Μία από τα ίδια, Γιώργος Ιατρίδης – Αθήνα, 2018

Επιμέλεια έκδοσης / Μακέτα εξωφύλλου: Γιώργος Ιατρίδης
Εκδόσεις: inner.gr
Emailinfo@inner.gr

Το έργο “Μία από τα ίδια” διατίθεται υπό την Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές.

Λίγα λόγα για εμένα:
Γράφω, φωτογραφίζω, αρθρογραφώ, και επίσης μου αρέσει να φτιάχνω κοιτίδες πολιτισμού στο internet. Αυτό τον καιρό γράφω στο blog μου, αλλά και στο inner.

Μία από τα ίδια, Δευτέρα – Κυριακή

Θα ξυπνήσεις
Θα πεις πάλι Δευτέρα, αλλά θα ξυπνήσεις
Θα σηκωθείς
Θα κοιταχτείς στον καθρέφτη
Θα πεις «μία από τα ίδια»
Θα ετοιμαστείς
Θα πας στη δουλειά
Στο δρόμο θα έχεις ήδη χάσει και τη λίγη ενέργεια
Θα πας στη δουλειά όμως
Θα ανεβάσεις story στο Instagram
Θα δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα φύγεις από τη δουλειά
Στο δρόμο θα σκέφτεσαι τον απογευματινό ύπνο
Θα φας
Θα κοιμηθείς
Θα ξυπνήσεις
Θα φας γλυκό
Θα δεις ποιος είδε το story στο Instagram
Θα ξανά φας γλυκό
Θα ονειρευτείς μία καλύτερη ζωή
Θα κοιταχτείς στον καθρέφτη
Θα πεις «μία από τα ίδια»

_

Αυτή η στήλη θα διαρκέσει για μία εβδομάδα (29/10-4/11). Κάθε μέρα θα δημοσιεύεται και ένα νέο κείμενο στο inner.gr. Το κάθε κείμενο θα περιέχει 24 προτάσεις, όσες και οι ώρες.

Αποσπάσματα, Το φαινόμενο της πεταλούδας

ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας
Νουβέλα, Ιανουάριος 2015
Εκδόσεις: updot.gr | info@updot.gr
ISBN: 978-960-93-6475-1
Σελίδες: 136
Video – editing – φωνή: Γιώργος Ιατρίδης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:
Ο κ. Ασημένιος σκεφτόταν πως η δυσκολία του αυτή στα πόδια, αποτέλεσε το μεγαλύτερο εφόδιο κι όχι εμπόδιο, όπως θα λέγανε πολλοί· για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τη διαδρομή, με φόντο τις γραμμές του Ηλεκτρικού. Τον ωθούσαν τα αρρωστημένα του πόδια με έναν τρόπο ανεξήγητο, κάτι που σε όλα τα ιατρικά βιβλία δεν υπάρχει, ούτε μέσα στα διπλώματα αναφέρεται, ούτε σε καμία χαοτική μελέτη. Η δύναμη της ψυχής δεν μπορεί να μελετηθεί από κανένα σύστημα, από καμία στατιστική, ούτε οι χτύποι της καρδιάς όταν ερωτευόμαστε. Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να τα εξηγήσει όλα αυτά. Καμία, μα καμία διάγνωση. Μόνο το άγγιγμα μπορεί να γιατρέψει το μυαλό.

ΦΟΡΜΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ:
http://updot.gr/2015/01/23/book/

Εναλλακτικά επικοινώνησε στο giorgos.iatridis@gmail.com

Η ανελέητη εξωστρέφεια στα μίντια, αλλά η βαθιά θλίψη μέσα μας

Όσο περισσότερο περνάνε τα χρόνια, τόσο η ανάγκη μας μεγαλώνει για προβολή. Μέχρι, να φτάσουμε σε ένα σημείο και να σιχαθούμε τον εαυτό μας. Αυτό βέβαια αργεί, οπότε ας αναλύσουμε λίγο το κομμάτι της προβολής και της δημοσίευσης. Έχει αναρωτηθεί κανείς γιατί ανεβάζουμε μία φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα; Ποιοι είναι οι λόγοι δηλαδή που μας ωθούν να δημοσιεύσουμε;

Πρώτον, όταν ανεβάζουμε μία φωτογραφία νιώθουμε την ανάγκη να εκφραστούμε. Είτε για να το δει όσος περισσότερος κόσμος, είτε για να το δει ένα άτομο συγκεκριμένα. Σίγουρα, τίποτα από αυτά δεν είναι κατακριτέα, αλλά στην πρώτη περίπτωση όπου θέλουμε να έχουμε όσον το δυνατόν μεγάλη απήχηση, “πουλάμε” τον εαυτό μας. Είτε στην περιγραφή, είτε ως περιεχόμενο, είτε ως γυμνό περιεχόμενο. Στην δεύτερη περίπτωση, που η δημοσίευση, κυρίως, αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, έχει να κάνει με τη θλίψη που έχουμε μέσα μας. Όσο μακριά κι αν είναι ο άλλος, καμία δημοσίευση και ποτέ, δεν ήταν αρκετή για να μας ενώσει. Οπότε, προτιμότερο είναι να πάμε σε αυτόν που σκεφτόμαστε και να του τα πούμε κατ’ ευθείαν κι από κοντά ή στο κάτω κάτω, να του δείξουμε το περιεχόμενο που θα ανεβάζαμε για εκείνον…

Δεύτερον, όταν ανεβάζουμε μία φωτογραφία και εν συνεχεία δεχόμαστε like, αποδεδειγμένα, νιώθουμε χαρά. Νιώθουμε πως έχουμε πέραση, δύναμη, ο λόγος μας μετράει, αλλά και το θέαμα που προβάλαμε έχει ουσία. Η κάθε μας ανάρτηση σχετίζεται με την ντοπαμίνη. Όταν ένας άνθρωπος μας πατάει «like» και ειδικότερα οι άνθρωποι που θέλουμε να μας πατήσουνε «like», τότε εκκρίνεται στον εγκέφαλό μας λίγη δόση ντοπαμίνης. Όλο αυτό βέβαια έγκειται στον απαράμιλλο ενθουσιασμό που έχουμε δείξει τα τελευταία χρόνια στα social media, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις έχει γίνει μάστιγα και εθισμός. Άρα, αντί να νιώθουμε διονυσιασμό με άλλα συναισθήματα στη ζωή, την “ακούμε” με ένα μάτσο like.

Τρίτον, τα social media μας έφεραν πολύ κοντά τις ζωές των star του Hollywood, στους εγχώριους καλλιτέχνες και εν γένει με ότι είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε από το γυαλί της τηλεόρασης. Με τα κοινωνικά δίκτυα μπορούμε να συνομιλήσουμε και μαζί τους. Αυτή η αμεσότητα όμως εγκυμονεί κινδύνους, πλέον, με τον καλλιτέχνη που πρώτα θαυμάζαμε, τώρα θέλουμε να αντιγράψουμε τη ζωή του, να γίνουμε κι εμείς ίδιοι, ολόιδιοι με εκείνον. Σκεφτείτε λίγο την Εξερεύνηση του Instagram και τις πληροφορίες που δεχόμαστε εν ριπή μιας στιγμής και πίσω ένα φόντο μιας τραμπάλας. Σταδιακά ανεβαίνουν οι επιρροές και αυτά που επιζητάμε, αλλά από την άλλη όσο γίνεται αυτό κατεβαίνει η προθυμία μας, αλλά και η δίψα μας για ζωή. Το λοιπόν, κάθε φορά που πάμε να ανεβάσουμε μια φωτογραφία, αφενός προσπαθούμε να αντιγράψουμε κάτι ξενικό, αλλά και αφετέρου μια δημοσίευση δε μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που θέλουμε, ίσα ίσα που μας πηγαίνει και πίσω.

Τέταρτον, η αμεσότητα έγινε ευκολία. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω μας ξέβρασε σε ένα σημείο να θέλουμε να γίνουμε πλούσιοι από τα κοινωνικά δίκτυα και φυσικά να μεγαλώσουμε τους αριθμούς των follower και των φίλων μας, με κάθε τίμημα. Ακόμα και με την ίδια μας τη ζωή. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που έκαναν κάτι επικίνδυνο ρισκάροντας τη ζωή τους για λίγη δόξα και μερικούς συνδρομητές. Οπότε ναι, κάθε φορά που θέλουμε να δημοσιεύσουμε κάτι έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας πως θα μας πλησιάσει κάποιος χορηγός, πως θα βγάλουμε χρήματα, πως τα στατιστικά μας θα μεγαλώσουν. Τώρα, φέρτε στο νου σας πάλι την τραμπάλα. Όσο περισσότερο γουστάρουμε τα κοινωνικά δίκτυα, τόσο λιγότερο γουστάρουμε τη ζωή. Αναπόφευκτα συμβαίνει αυτό. Δεν μας νοιάζει να ζήσουμε τη στιγμή, αλλά να την καταγράψουμε.

Μείνετε συντονισμένοι, στο επόμενο κείμενο θα γράφουμε και για τους τρόπους απεξάρτησης… Εδώ που φτάσαμε, μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο “Η Πόλη Ζει
photo: Banksy

Γιατί γράφεις;

–Γιατί γράφεις; (ρώτησε το κορίτσι)
–Γράφω για να πολεμήσω αυτά που δεν μου δίνει η ζωή (απάντησε το αγόρι)
–Αν παίζαμε χαρτοπόλεμο τότε θα νικούσες…
–Ξέρεις, υπάρχουν αρκετά που πιστεύω πως δεν μπορώ να τα λύσω χωρίς το χαρτί
–Μα κοίταξε τους ανθρώπους τριγύρω σου, αυτοί γράφουν;
–Και ποιος σου είπε πως είναι στα καλά τους;
–Ωραία, πες μου τότε κάτι που έχεις λύσει μέσα από τη γραφή
–Με μία πρόταση θα μπορούσα να σου πω, πως έχω έρθει πιο κοντά σε αυτό που λέμε αγάπη
–Δηλαδή…
–Δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι, γύρω μας, όπως είπες κι εσύ, νιώθω πως νηστεύουν την αγάπη, για κάποιο λόγο την κρατάνε τόσο πολύ μέσα τους που κάποια στιγμή σαν ηφαίστειο σκάει και γίνεται πρόβλημα, αρρώστια, καταπίεση και άλλα χίλια δυο
–Όσοι γράφουν είναι ανώτερα όντα δηλαδή; (ρώτησε με υπαινιγμό το κορίτσι)
–Όχι, απλά κυνηγάνε τα όνειρά τους, αυτό ίσως να είναι ένα δείγμα όχι ανωτερότητας, αλλά δημιουργικότητας
–Όλα τα κείμενά σου είναι θλιμμένα όμως
–Ε, όχι κι όλα… (είπε χαμογελώντας το αγόρι)
–Σχεδόν όλα τότε…
–Εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία της λογοτεχνίας, αν ήμουν καλά δε θα έγραφα, γράφω για να θρέψω τις πληγές μου
–Μα τις πληγές αυτές τις ανοίγεις εσύ ο ίδιος
–Τις ανοίγω, αλλά όταν τις κλείνω γίνομαι καλύτερος
–Ξέρεις πόσες φορές ήρθαμε τόσο κοντά και νόμιζα πως θα με φιλήσεις…
–Το κατάλαβα κι εγώ, αλλά εκ των υστέρων
–Οπότε δεν μπορείς να μου μιλάς για αγάπη
–Αν απλά θέλεις ένα φιλί και λίγο sex, τότε ναι, δεν μπορώ να μιλάω για αγάπη

(Τα δύο παιδιά σωπάσανε για λίγο)

–Νύχτωσε (είπε το κορίτσι)
–Ας φύγουμε (αποκρίθηκε το αγόρι)

Ηλεκτρικός Θησέας

Στίχοι: Δημήτρης Βάρος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φωτίου & Παύλος Σιδηρόπουλος

Στο παρόν τραγούδι καταλυτική ήταν η βοήθεια του φίλου Φραγκίσκου Βασιλείου.

Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που ‘χει μαραθεί.

…Ο Θησέας ξεκίνησε με το “καράβι” από την Αθήνα προς την Κρήτη για να βρει και να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Ο Μινώταυρος σκότωνε κάθε εννιά χρόνια, εφτά νέους Αθηναίους και εφτά νέες Αθηναίες, σύμφωνα με μια ποινή που είχε ορίσει ο βασιλιάς Μίνωας. Πριν το ταξίδι ο Θησέας κι ο πατέρας του, ο Αιγέας, συμφώνησαν πως αν καταφέρει και γυρίσει ζωντανός, το καράβι θα έχει άσπρα πανιά. Σε αντίθετη περίπτωση θα έχει μαύρα. Στον παραπάνω στίχο, το πενήντα, σηματοδοτεί τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, στον οποίο νίκησαν οι δυνάμεις που μέχρι σήμερα έχουν την εξουσία. Το καράβι δεν φάνηκε ακόμα, διότι ο Θησέας δεν έχει σκοτώσει τον Μινώταυρο που μας εξουσιάζει. Τα χρόνια περνούν, αλλά, πολλοί περιμένουν αυτό το καράβι με τα άσπρα πανιά κι ας “έχει μαραθεί η ανθοδέσμη”.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

…Η Αριάδνη ήταν η κόρη του Μίνωα που ερωτεύτηκε τον Θησέα. Ήταν αυτή που τον βοήθησε καταλυτικά για να βγει από το λαβύρινθο του Μινώταυρου. Ο μίτος της Αριάδνης ήταν το κάτι παραπάνω για να μπορέσει ο Θησέας να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Ο “Ηλεκτρικός Θησέας”, είναι ο σύγχρονος Θησέας. Είναι ο σύγχρονος ήρωας της καθημερινότητας ή ο λαός που παλεύει για να σκοτώσει τον «Μινώταυρο», αυτόν δηλαδή που τον καταπιέζει και ευθύνεται για τα δεινά και τις αδικίες που έχει προκαλέσει στη κοινωνία. Ωστόσο σύμφωνα με τον στίχο, αυτός βρίσκεται παγιδευμένος μέσα σε “πηγάδι”, θέλοντας να μας πει ότι ο «Ηλεκτρικός Θησέας» είναι σε αδράνεια κι εγκλωβισμένος. Με την “Αριάδνη” παρομοιάζεται «αυτός» που μπορεί να βοηθήσει το λαό, ώστε να βγει από το “πηγάδι”. Ωστόσο «αυτός» δεν υπάρχει ή καλύτερα δεν ακούγεται γι αυτό κι “έχει μουγκαθεί”.

Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
…Στίχος απλός και κατανοητός, δυστυχώς πολύ επίκαιρος και διαχρονικός. Όπως λέει, όμως, κι ένα άλλο τραγούδι «Τίποτα δεν πάει χαμένο, στη χαμένη σου ζωή».
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή.
…Ξεκάθαρος στίχος κι εδώ. Τα αδιέξοδα προβλήματα μπορεί να οδηγήσουν στα ναρκωτικά
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
…Αυτός ο στίχος μπορεί να έχει δύο έννοιες. Η πρώτη, είναι αυτό που αντικειμενικά συμβαίνει όσον αφορά τα “διόδια” και την “εθνική”. Όμως, αν το συνδέσουμε με τον παραπάνω στίχο τα «διόδια» μπορεί να είναι τα χρήματα για την αγορά ναρκωτικών, και η «εθνική» ο άσχημος κι επικίνδυνος δρόμος που οδηγούν.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

…Η επανάληψη είναι η μητέρα της μαθήσεως

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
…Ο στίχος-ερώτηση στοχεύει κατευθείαν τον ακροατή. Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι ίσως να είμαστε κι εμείς «ισοβίτες». Σίγουρα δεν το θέλουμε κι αισθανόμαστε κάποια ντροπή αν είμαστε κι εμείς ένας απ’ αυτούς που “αλαφιάζουν δίχως να πληρώνονται”. Θα προσπαθήσουμε να βγούμε από το στόχαστρο του στιχουργού γιατί δεν το αντέχει η συνείδησή μας. Εάν αυτό συμβεί, τότε το τραγούδι πετυχαίνει το σκοπό του, απελευθερώνοντας έτσι, την τεράστια δύναμη της τέχνης.
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;

…Από τους πιο δυνατούς στίχους του τραγουδιού. Στο πνεύμα του προηγούμενου. Στοχοποιεί αυτούς που ενώ βρίζουν τα βράδια όσους βρίσκονται ψηλά και τους καταδειναστεύουν, την ύστατη ώρα π.χ. μιας απεργίας, σκύβουν το κεφάλι. Δυστυχώς ο στίχος αναφέρεται στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
…Στοχοποιεί αυτούς που έχουν μάθει να ζουν με τη λογική της ανάθεσης των προβλημάτων τους, σε άλλους. Εδώ πάλι αναφέρεται στην πλειοψηφία του λαού, γι αυτό κι ο στιχουργός επιμένει ότι ο ηλεκτρικός Θησέας βρίσκεται σε πηγάδι.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ξανά μέχρι να το κατανοήσουμε.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά.
…Ολόκληρη η στροφή απευθύνεται πάλι στον ακροατή. Του εξηγεί αρχικά ότι τα “όνειρα” που του τάξανε έχουν “ναυαγήσει”. Τα “κεφάλια” αυτών που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση “γέμισαν σκουριά” θέλοντας να δείξει στον ακροατή το παλιό και γερασμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα που ζούμε.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά.

…Προσπαθεί καθαρά να αφυπνίσει συνειδήσεις. Τα “σουπερ μάρκετ” αντιπροσωπεύουν τη λογική της υπερκατανάλωσης που μας έχουν επιβάλλει μέσω της διαφήμισης. Είναι ο λόγος που για τον στιχουργό “τελείωσε η ελπίδα” ή το γράφει μόνο και μόνο για να προβληματίσει και να ξυπνήσει την εργατική τάξη που “κοκάλωσε στη σκαλωσιά;”.
Πού πήγαν οι τρακόσιοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
…Επίκληση στο συναίσθημα. Δεν θα μπορούσε να λείπει, από ένα έντονα πολιτικό τραγούδι. Προσπαθεί να πιάσει τον ακροατή στο φιλότιμο.
Προσπαθεί να τον πείσει για την αναγκαιότητα του αγώνα και της πάλης, για να αλλάξει αυτός ο κόσμος, ώστε τα “παιδιά” να ζήσουν σ’ ένα καλύτερο μέλλον.

Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.
…Απαντάει στην ερώτηση του με ερώτηση. Ο “ηλεκτρικός Θησέας” βρίσκεται σε πηγάδι… με λίγα λόγια ο λαός σήμερα δεν αντιδρά. Σίγουρα ο ακροατής δεν το θέλει αυτό. Θέλει τουλάχιστον να πει στα παιδιά του ότι αντέδρασε. Εάν συμβεί αυτό, ο στιχουργός έχει πετύχει το σκοπό του.

Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,

…Γενικά το τραγούδι, την εποχή που γράφτηκε, αναφέρεται στην προσωρινή ήττα του εργατικού κινήματος που ακόμα και σήμερα είναι πολύ πίσω από τις ανάγκες της εποχής. Ο παραπάνω στίχος ίσως αναφέρεται στα μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας που ανέκαθεν ήταν πιο συντηρητικά.
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.

…Η “γυάλα”, εμένα προσωπικά, μου θυμίζει φυλακή.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί;
…Κάποιοι ψάχνουν τη χαμένη πατρίδα την ώρα που η “Πανδώρα” σκορπίζει στην ανθρωπότητα όλα τα δεινά και τις ασθένειες που ήταν κρυμμένες μέσα στο “κουτί”.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
…Εδώ έχουμε αλλαγή ρήματος. Η “Αριάδνη” πλέον “έχει μπερδευτεί”.

Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή
…Η μακροχρόνια εναλλαγή αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση κι ο τρόπος που «ψάρευαν» ψήφους οδήγησε τον στιχουργό να βγάλει το παραπάνω συμπέρασμα.
Για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή.

…Με αυτόν τον στίχο θέλει να δείξει την απογοήτευση όλων όσων πίστεψαν στην αλλαγή και εξαπατήθηκαν, διότι περίμεναν πως μια κυβέρνηση, χωρίς αυτοί να αγωνιστούν και να κάνουν θυσίες, θα τους έλυνε τα προβλήματα.
Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί

…Ίσως ο πιο ταξικός στίχος του τραγουδιού. Στοχεύει κατευθείαν την αστική εξουσία, την άρχουσα τάξη, τους βιομήχανους. Μας λέει ξεκάθαρα ότι αυτοί και μόνο αυτοί ευθύνονται για τα προβλήματα του λαού και της κοινωνίας.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.

…Εδώ πάλι έχουμε αλλαγή ρήματος. Η “Αριάδνη” τώρα “έχει τρελαθεί”, δείτε πόσο εύστοχα χρησιμοποιεί ο στιχουργός τα ρήματα. Πρώτα γίνεται μουγκή, μετά μπερδεύετε και μετά τρελαίνεται, φυσική ροή των πραγμάτων δηλαδή, τοποθετημένη στο τραγούδι.

Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα νέα ψάχνεις για δουλειά.

…Η οικονομική πληγή είναι μεγάλη γι αυτό οπωσδήποτε πρέπει να βρεις δουλειά.
Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά.

…Απογοήτευση και θλίψη για όσα σου συμβαίνουν.
Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά.

…Όλες τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα που κέρδισε η εργατική τάξη με τους αγώνες και τις θυσίες της, έρχονται σήμερα και με έναν νόμο, τις παίρνουν πίσω.
τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
…Τα “καταφύγια” κατά την γνώμη μου είναι τα πανεπιστήμια γιατί εκεί υπάρχει άσυλο κι εκεί υπάρχει και η νέα γενιά, η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, που της ετοιμάζουν ένα άσχημο μέλλον.

Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό
…Ο στίχος εδώ είναι μια άλλη εκδοχή του προηγούμενου στίχου «ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια…».
Κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ.
…Τηλεόραση: ειδήσεις, σίριαλ, φθηνό ροκ. Πλύση εγκεφάλου με λίγα λόγια, “τσίχλα ροκ” είναι όλα εκείνα τα γνωστά συγκροτήματα όπου οι τραγουδιστές τους βγαίνουν στα πρωινά και στα μεσημεριανά και τραγουδάνε…
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό;
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;

…Πολλοί δυνατοί στίχοι κι επίκαιροι.

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.

…Απευθυνόμενος στον ακροατή του λέει -με πολύ ωραία λόγια- να προσπαθήσει να χαλαρώσει, να σκεφτεί μόνος κάποια πράγματα, να προβληματιστεί για να απαντήσει στο παρακάτω δίλημμα.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς
πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.

…Ή θα μείνεις μόνος σου στην κρίση ή θα βγεις στο δρόμο του αγώνα, να παλέψεις, να ενώσεις κι εσύ τη φωνή σου με τους χιλιάδες, εκατομμύρια σαν κι εσένα, επίσης, τον καλύτερο στίχο μας το φύλαξε για το τέλος! Ένα σύνθημα που θα έπρεπε να ακούγεται από τα ηχεία αυτού του τόπου.

_

Το άρθρο γράφτηκε 10.07.2014 για λογαριασμό του “Ορφέα”.

Τo ξενοδοχείο η «Ελλάς»

Ένα ξενοδοχείο είναι η ζωή –μας– και μάλιστα από τα πιο φτηνά. Παρ΄ όλα αυτά, για όσο μένουμε εδώ θα πρέπει να είμαστε εντάξει με εμάς, με τους γείτονες, αλλά και με αυτούς που μας το νοικιάζουν. Ναι, μας νοικιάζουν τη ζωή και τα όνειρα, από εκεί και έπειτα είναι δικό μας πρόβλημα αν θα ζούμε μια ζωή στο νοίκι ή θα αγοράσουμε κάτι δικό μας ή θα χτίσουμε ένα αυθαίρετο πάνω στα βράχια.

Στο ξενοδοχείο επικρατεί μια δυσανεξία, μια δυστοπία, μια αναφυλαξία· πάντα κάτι συμβαίνει και κλέβει το χαμόγελο των κατοίκων. Στις φρουτιέρες τα φρούτα είναι πλαστικά και η θέα που φαίνεται στα παράθυρα είναι ζωγραφισμένη. Δέντρα και λουλούδια δεν υπάρχουν γιατί καήκαν όλα. Το ξενοδοχείο βρέχεται από θάλασσα μόνο στο χάρτη, γιατί στην πραγματικότητα βρέχεται από εγωισμό και μισαλλοδοξία. Τα δωμάτια δεν τα βλέπει ούτε καν ο ήλιος –όπως λένε–, δεν εισβάλει ούτε κάποιο μισερό φως.

Στους διαδρόμους των δωματίων θα βρεις πεταμένα χάπια για την κατάθλιψη, φάρμακα για τους γονείς που τα παιδιά τους φύγανε για έξω και βελόνες για να φουσκώσουμε τα βυζιά μας με ορμόνες. Βέβαια, σπάνια θα συναντήσεις κάποιον να διασχίζει το διάδρομο, όλοι οι ένοικοι παραμένουν αγκιστρωμένοι και κλεισμένοι στα δωμάτια τους, στα κελιά τους, στα σπίτια που δουλέψανε δυόμιση ζωές για να τα αποκτήσουν. Ακόμα, κανείς δεν ξέρει τον απέναντι, σαν να έχουν κάνει όλοι μια συμφωνία με όλους να μην μιλάνε, κατά συνέπεια να μην γελάνε, και κατά συνέπεια να μην ερωτεύονται.

Τρυπώνοντας στα δωμάτια θα αντικρύσεις μια λιγοστή αγάπη που έχει μετουσιωθεί σε έπιπλα, σε συσκευές και σε ακριβά εδέσματα. Θα αντικρύσεις ανθρώπους χωμένους σε ηλεκτρονικές συσκευές, καθάρματα να μηχανορραφούν για το πώς θα κάνουν κακό στο διπλανό τους και μπασμένους μες στα πλυντήρια να πλένουν τη δυστυχία τους, αλλά η δυστυχία τους να μην βγαίνει από το δέρμα τους γιατί είναι βαλμένη κατάσαρκα. Μακάρι στα συρτάρια να βρισκόντουσαν βιβλία, αλλά τα συρτάρια είναι κενά όπως και εκείνοι. Στην πραγματικότητα αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν με κομοδίνα.

Το πρόβλημα βέβαια έγκειται στα κουφώματα, στα μπετά, στα μύχια του ξενοδοχείου. Και ανάθεμα αν κάποιος ξέρει τη λύση. Τουλάχιστον μάθαμε ποιοι δεν την γνωρίζουν. Τώρα, η λάμπα από το δωμάτιο στριφογυρνάει από τη μοναξιά, από τις αναθυμιάσεις, αλλά και από τις μνήμες. Μόνο κάποιοι πλασιέ περνάνε ανά στιγμές και αυτοί αφήνουν κάτι φυλλάδια στα γερμανικά… Λίγο πιο μακριά από τα δωμάτια υπάρχει μία λιμνούλα, κάπου εκεί στα λιμνάζοντα νερά υπάρχουν μερικοί ζωντανοί οργανισμοί, ίσως αυτοί οι μικροοργανισμοί να είναι τα μόνα εναπομείναντα ζωντανά κύτταρα ολόκληρου του ξενοδοχείου.

_

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής

Ο δεκάλογος της σημερινής γενιάς

Παρακάτω γράφω δέκα διαφορετικές αγωνίες, πεποιθήσεις, αντιλήψεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Λίγο ο εαυτό μας, λίγο τα social media, λίγο η πολιτική κατάσταση, λίγο ο καιρός που είναι μουντός δεν μας αφήνουν να ζήσουμε στο έπακρο. Αντ’ αυτού, προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να στενέψουμε τη ζωή μας.

  1. Μέσα στην καρδιά μας φυτρώνει βία πολιτική, πολιτιστική, γεωγραφική, μίσος για τον συνάνθρωπο, γενικώς δεν κοιτάζουμε πως θα αγκαλιαστούμε, αλλά με την πρώτη ευκαιρία να τσακωθούμε. Όλο αυτό όμως ξεκινάει από την έλλειψη επικοινωνίας, συμπεριφερόμαστε σαν άνθρωποι των σπηλαίων όταν κάποιος προσπαθήσει να μας βοηθήσει, και επίσης δεν έχουμε μάθει να ακούμε τον ακροατή μας. Συνεπώς, αυτό που δεχόμαστε, αυτό παράγουμε.
  1. Μία άλλη βασική μας αγωνία, είναι πως φοβόμαστε μήπως ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας, μας σβήσει από το Facebook. Είναι τραγικό να ζούμε με αυτό το άγχος, αλλά οι σχέσεις σήμερα είναι τόσο πλαστικοποιημένες που μας απασχολεί και αυτό. Ακόμα, δεν είναι μόνο η ενέργεια ότι τρέμουμε αν θα μας σβήσει ο φίλος μας από κάποιο social media, αλλά και το αποτέλεσμα, δηλαδή, είναι ακόμα πιο τραγικό ότι θα πέσουμε σε κατάθλιψη αν μας διαγράψει.
  1. Έχουμε σταματήσει να μιλάμε. Είμαστε τόσο κλεισμένοι και τόσο αμίλητοι εμείς οι άνθρωποι στον εαυτό μας που ακόμα και η θάλασσα φοβάται τη σιωπή μας, ακόμα και το κινητό που έχουμε στο αθόρυβο βγάζει έναν ήχο, μια δόνηση, κάτι τέλος πάντων. Υπεύθυνοι παράγοντες, πέραν φυσικά από τον εαυτό μας, είναι: η έξαρση της τεχνολογίας, το άγχος, η ανασφάλεια, η κρίση και άλλοι πολλοί λόγοι.
  1. Νιώθουμε πως είμαστε πολύ μακριά από τα reality που δείχνει η τηλεόραση, αλλά το δυστύχημα είναι πως εμείς οι ίδιοι είμαστε reality. Η ζωή μας κυλάει πιο αργά από τους παίχτες που παίρνουν μέρος, γιατί φυσικά εμείς την αφήνουμε, και επίσης είμαστε πιο καλωδιωμένοι από αυτούς. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε το θράσος και τους σχολιάζουμε. Είναι φυσικά πιο εύκολο και πιο ανώδυνο να σχολιάζουμε τους άλλους παρά τη δικιά μας καμπούρα τέλεια πλάτη.
  1. Μας έχουν κουρδίσει για να μας νοιάζει το φαίνεσθαι, παρά το είναι. Ολόκληρη η κοινωνία είναι καλουπωμένη σε αυτή τη φράση. Από τα σπάργανα μέχρι και το μεγάλο σήμερα. Είναι τραγικό να μας νοιάζει περισσότερο η εικόνα που προβάλλουμε προς τα έξω, παρά ο εσωτερικός μας εαυτός. Βέβαια, αυτό συμφέρει πάρα πολύ τους πλαστικούς χειρούργους! Καθοριστικός παράγοντας και με μεγάλη διαφορά από όλα τα άλλα, η τηλεόραση!
  1. Τα social media και ο βωμός της αριθμολογίας! Μας αρέσουν τα social όχι γιατί καταφέρνουμε να επικοινωνούμε με άλλους ή επειδή φέρνουν την πληροφορία πιο κοντά, αλλά επειδή μας αρέσει να παρακολουθούμε τους αριθμούς μας να μεγαλώνουν και να αυξάνονται. Είναι σαν να “ψηλώνουμε” κι εμείς όταν φτάνουμε τους 1000 followers στο Instagram ή τους 5000 στο Facebook. Ακόμα, μας αρέσουν τα κοινωνικά δίκτυα γιατί εκεί ζούμε μια δεύτερη ζωή, είναι σαν να βιώνουμε μια δεύτερη ενηλικίωση!
  1. Δεν έχουμε καταλάβει πως μία τρίχα από τα μαλλιά της/του έχει ανεκτίμητη αξία, γιατί ποτέ δεν χαϊδέψαμε τον δίπλα μας πραγματικά. Θεωρώ, πως αν το είχαμε κάνει, δεν θα είχαμε τόσα άγχη, τόσες φοβίες και τόσες αναστολές. Ένα φιλί με πάθος, όχι απλά ένα χαζό φιλί, ένα φιλί με δίψα και έρωτα στον άνθρωπο που κάθεται δίπλα μας είναι μια κορυφαία πράξη, μια πράξη που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη. Άλλες φορές όμως φιλιόμαστε και ταυτόχρονα βάφουμε τα νύχια μας, παίζουμε στο tablet, μιλάμε στο κινητό…
  1. Τα status μας είναι τα τατουάζ που δεν τολμήσαμε να χαράξουμε, οι κραυγές που δεν τολμήσαμε ποτέ να βγάλουμε, αλλά και τα τραγούδια που δεν τραγουδήσαμε και δε χορέψαμε ποτέ στο δρόμο – ενώ τόσο πολύ θα θέλαμε να κάνουμε. Μέσα στο δεκάλογο συναντάμε ξανά και ξανά τα κοινωνικά δίκτυα, γιατί η αλήθεια είναι πως μας έχουν απορροφήσει τη καθημερινότητα. Προφανώς και τα social media έχουν καλές πλευρές, αλλά αυτές τις παραγκωνίζουμε.
  1. Μας αρέσει να γαμάμε αυτό που αγαπάμε. Μεγαλώνοντας τείνουμε με γραμμική ακρίβεια στις ιδιότητες του σκορπιού. Μπορούμε δηλαδή να πονέσουμε τον εαυτό μας –μέχρι και να τον σκοτώσουμε– σκορπίζοντας ό,τι καλό είχαμε φτιάξει με κόπο και με κούραση. Σαν πεφταστέρια μοιάζουμε σε μια ανέφελη μέρα. Καθοριστικός παράγοντας βέβαια για αυτό, όλοι οι προηγούμενοι παράγοντες.
  1. Περιμένουμε με τρομακτική αγωνία –κυριολεκτικά– τη ζωή που ονειρευόμαστε να λάβει σάρκα και οστά, αλλά δεν κουνάμε ρούπι από τα συνηθισμένα και τα προκαθορισμένα που κάνουμε κάθε μέρα. Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε τα πάντα, ό,τι κι αν σκεφτούμε να το κάνουμε πράξη, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο. Από την πιο μικρή ιδέα μέχρι τη μεγαλύτερη έξαρση ονείρου! Παρ’ όλα αυτά, νιώθω πως περιμένουμε από το υπερπέραν κάποιο e-mail, με θέμα: «Follow Your Dreams», να κλικάρουμε στο σύνδεσμο επιβεβαίωσης και να μας μεταφέρει εύκολα και γρήγορα σε έναν άλλον κόσμο.

Κάποιες φορές τα έχεις όλα Γιώργο, ξέρεις ανά πάσα στιγμή να διαχωρίσεις το καλό από το κακό, να επιλέξεις ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, αλλά είτε διαλέγεις το λάθος, είτε δεν διαλέγεις τίποτα, είτε διαλέγουν άλλοι για εσένα. Πώς θα γίνουν καλύτερα τα πράγματα λοιπόν;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην “Εναλλακτική δράση“.