Μια αδημοσίευτη συνέντευξη

  • Μια λέξη που συνοψίζει το νόημα της ζωής.
    Χαραμάδα.
  • Ένας στίχος τραγουδιού που σου έχει κολλήσει σαν τσίχλα.
    Είμαι η ευχή του μετανάστη
    και του φασίστα ένα tattoo.
    Είμαι το αποκλίνον άστυ
    του έρωτα ένα Χαϊκού.
    “Τα Προς Το Ζην”, Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης
  • Μία φράση από κάποιο βιβλίο που σε έχει στοιχειώσει.
    “…κάπου να σταματήσουμε, να κοιταχτούμε τρυφερά στα μάτια, ν’ ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας, να κλάψουμε για τη ζωή που μας έκλεψαν, ν’ αγκαλιαστούμε, να πούμε λόγια αγάπης, να χαϊδευτούμε και να κάνουμε έρωτα…”
    “Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;”, Χρόνης Μίσσιος
  • Μια ταινία που σε πήρε ο ύπνος.
    Στο “The Theory of Everything”.
  • Μια φουλ αισιόδοξη πρόταση.
    Αγάπη μόνο.
  • Και ο θεός (σου) έφτιαξε την Κυριακή για να…
    Για να δουλεύω από το σπίτι.
  • Το τελευταίο σου εισιτήριο γράφει…
    Το τελευταίο μου εισιτήριο είναι από το Τραμ, ατσαλάκωτο σαν να μην μπήκα πότε μέσα…
  • Τι συνηθίζεις να πετάς από τη ζωή σου;
    Συμπεριφορές.
  • Το πιο τρελό σου όνειρο/μεγαλύτερο απωθημένο;
    Να ζω σε ένα παραθαλάσσιο μέρος με ανθρώπους που αγαπώ.
  • Κάτι που νοσταλγείς από την προ Μνημονίου εποχή;
    Τις περισσότερες ευκαιρίες.
  • Αγαπάς/Σιχαίνεσαι τα social media γιατί…
    Η αλήθεια είναι πως έχω μια σχέση αγάπης-μίσους, γράφω πάρα πολύ συχνά για αυτά με τα χειρότερα λόγια, αλλά κατά βάθος τα συμπαθώ.
  • Θα γύριζες πίσω στην αναλογική εποχή μόνο και μόνο για να…
    Για να παίξω Pokémon με τους φίλους μου και να μας ενώνει ένα καλώδιο, κι όχι ασύρματες συνδέσεις.
  • Μία ματαιόδοξη συνήθειά σου.
    Μου αρέσει πάρα πολύ να κοιτάζω κάθε είδους στατιστικών.
  • Ένα ψέμα που λες συχνά…
    Δεν λέω.
  • Τι είναι έρωτας, τι αγάπη και ποιο το ανάμεσό τους;
    Ο έρωτας είναι ένα καράβι, η αγάπη το νησί και ανάμεσά τους υπάρχει θάλασσα.
  • Το καρτούν που θα ήθελες να έχεις guest starστο πάρτι γενεθλίων σου.
    Θα φώναζα τον Ντόναλντ για να μας κάνει γκριμάτσες και να μας πει τα νέα της Λιμνούπολης.
  • Μια αλητεία που έχεις νοσταλγήσει.
    Να πετάω νεράντζια στις απέναντι πολυκατοικίες.
  • Ένα παρατσούκλι που σου έχουν κολλήσει.
    “Geo”.
  • Μία λέξη της εποχής που έχεις βαρεθεί να ακούς.
    Άδωνης.
  • Μία αθώα βρισιά.
    Χαζός.
  • Τι σε κάνει να σκας στα γέλια;
    Οι φίλοι μου και το “Κουλούρι”.
  • Τι σε θυμώνει;
    Οι Έλληνες οδηγοί.
  • Πώς εκτονώνεις τα νεύρα σου;
    Με κάθε είδους γυμναστική. Τρέξιμο, ποδήλατο, μπάλα.
  • Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
    Λίγο πιο μεγάλος από αυτό που είμαι τώρα.
  • Υπάρχει ζωή μετά τα 70;
    Ο κ. Ασημένιος είναι 75 πάντως.

_

Η παραπάνω συνέντευξη ήταν να δημοσιευτεί τον Γενάρη του 2016 στο woman toc. Για κάποιο λόγο δεν ανέβηκε στο site, οπότε τη δημοσιεύω αυτούσια στο blog 🙂

Σ’ εκδικήθηκα

Τα Χριστούγεννα είναι η κατάλληλη εποχή ή για να ερωτευτείς παράφορα ή για να τα βρεις με τον εαυτό σου. Η Έλενα στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μόνη. Μια μόνη τραγουδίστρια σε ένα συγκρότημα στην Ελλάδα. Ήταν είκοσι έξι χρονών, είχε όμορφα γλυκά μελιά μάτια και καστανά μαλλιά. Αδύνατη, όμως με πιασίματα και ένα διαπεραστικό ύφος που μαγνήτιζε. Οι σπουδές της στην μουσική ήταν αρκετές, αλλά συγκριτικά με την πορεία της θα περίμενε κάποιος κάτι καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, οι «Otherside», όπως λεγόντουσαν, αποτελούνταν από την Έλενα στη φωνή και άλλα τρία μέλη. Το συγκρότημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα pop dance group με αρκετό φανατικό κοινό.

Στις 25 Δεκεμβρίου, σε δύο μέρες δηλαδή, οι Otherside θα συμπλήρωναν πέντε χρόνια στο μουσικό στερέωμα και για αυτό το λόγο θα πραγματοποιούσαν μια επετειακή χριστουγεννιάτικη συναυλία στο Γκάζι. Τα μηνύματα από τους followers ήταν χιλιάδες, οπότε περίμεναν και την ανάλογη ανταπόκριση στα εισιτήρια. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που είχαν στείλει στην Έλενα για να την ρωτήσουν για το live, αλλά εκείνη ως γνήσια star τους αγνοούσε επιδεικτικά. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν τι θα φορέσει τη μέρα της συναυλίας. Ήθελε να φορέσει ό,τι πιο sexy γινόταν. Έτσι κι αλλιώς γυναίκα ήταν και ήθελε να τραβήξει όσο περισσότερα βλέμματα μπορούσε. Ήθελε να διαλέξει τα δύο πιο ασυναγώνιστα φορέματα. Ήθελε να κοιτάζουν μόνο εκείνη.

Όλα αρχίσανε κανονικά στη συναυλία. Ο κόσμος ήταν υπερβολικά πολύς και η θερμοκρασία είχε ανέβει κατακόρυφα. Ένας λόγος ήταν και το φόρεμα της Έλενας… Το πρώτο φόρεμα ήταν ένα κολλητό μαύρο γκρι ολόσωμο κορμάκι που άφηνε σχεδόν όλο το μπούστο ακάλυπτο. Βασικά, ενωνόταν από την μία άκρη στην άλλη με πολύ μικρά χρυσά κορδονάκια. Το φόρεμα το είχε συνδυάσει με ψηλοτάκουνες ανοιχτές κίτρινες γόβες και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα κάτω. Το ολόσωμο αυτό φόρεμα αναδείκνυε τέλεια τους γοφούς της, αλλά και το όμορφο στήθος της που ξεπεταγόταν σαν λαχταριστά λευκά σοκολατένια μελομακάρονα.

Όταν λοιπόν πραγματοποιήθηκε το πρώτο break η Έλενα πήγε στο καμαρίνι της να αλλάξει. Είχε περίπου δέκα λεπτά στη διάθεσή της, άλλαζε όμως γρήγορα, οπότε μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να χαλαρώσει. Έβγαλε με νάζι το φόρεμα –λες και την κοιτούσε κάποιος– και κατευθύνθηκε προς αυτό που θα φόραγε για το τελευταίο πρόγραμμα. Όταν είδε όμως το σώμα της ολόγυμνο στον καθρέφτη –μιας και δε φόραγε καθόλου εσώρουχα κατά τη διάρκεια της συναυλίας– αναστατώθηκε. Κάτι φούντωσε στιγμιαία τόσο που αυτή η φλόγα δεν έσβηνε ούτε με όλο το νερό του Μαραθώνα.

Άρχισε να τρίβεται και να βάζει δάχτυλο στο αιδοίο της, σκεφτόταν το κοινό να την κοιτάζει και εκείνη να βρίσκεται πάνω στην σκηνή, να γεμίζει με ηδονή όλη τη σκηνή και οι άντρες να… Ώσπου άκουσε έναν θόρυβο, κάτι ακούστηκε σαν βήματα, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρη. Αυτό όμως το θεώρησε για καλό, μιας και σε δύο λεπτά έπρεπε να είναι πάνω στη σκηνή και να ερμηνεύει. Έβαλε αυτή τη φορά ένα μικροσκοπικό κόκκινο δαντελωτό εσώρουχο και ύστερα φόρεσε ένα κόκκινο καυτό μίνι που ήταν από γυαλιστερό υλικό και ακόμα κόκκινες γόβες. Ελαφρώς αλαφιασμένη, βγήκε στην σκηνή.

Η Έλενα ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά της, ήταν επαγγελματίας. Είχε βέβαια τα ελαττώματα μιας ντίβας, αλλά ήθελε πάντα να ξεχωρίζει, να πρωταγωνιστεί. Καθώς τραγουδούσε δε σκέφτηκε ούτε για ένα δευτερόλεπτο την προσωπική στιγμή που είχε στο καμαρίνι της, έμεινε απόλυτα αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε. Τα τραγούδια της πέρα από την ερμηνεία, απαιτούσαν και σκηνική παρουσία, οπότε χρειαζόταν να είναι πολύ συγκεντρωμένη. Όμως, για να είναι συγκεντρωμένη σε αυτό που κάνει, ήταν και πολύ αγχωμένη. Δεν έβγαινε, δεν πέρναγε πολλές ώρες με τους φίλους της, κατά συνέπεια δεν διασκέδαζε. Όλο αυτό της δημιουργούσε ένα στρες, αλλά δεν είχε και χρόνο για να κάνει κάτι άλλο. Ούτε λίγο για να περάσει καλά… Μόνη της ή με κάποιον άλλον…

Καθώς η συναυλία έφτανε προς το τέλος, παρατήρησε στον κόσμο έναν άντρα να την κοιτάει επίμονα, υπερβολικά επίμονα λες και ήθελε να της πει κάτι. Εκείνη ανταπέδιδε στο βλέμμα του άγνωστου και κάθε φορά που τέλειωνε ένα τραγούδι κοίταζε προς τα εκεί. Από ότι κατάλαβε, ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με μαύρα μαλλιά και μούσι, είχε ωραίο ντύσιμο και το βλέμμα του ήταν αποφασισμένο για όλα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα, οπότε δεν έκανε κάποιο νεύμα ή κάποιο σημάδι αποδοχής. Αφού τελείωσε η συναυλία η Έλενα κατευθύνθηκε προς το καμαρίνι της. Η σειρά του προγράμματος τώρα ήταν να αλλάξει, να έρθουν οι fan της για selfie και αυτόγραφα και πιο μετά να δειπνήσει κάπου με τα παιδιά από το συγκρότημα. Κάπου εκεί όταν πήγε να βγάλει το κόκκινο μίνι σκέφτηκε τον άντρα που την κοίταζε. Από ότι παρατήρησε έφυγε ένα τραγούδι πριν τελειώσει η συναυλία, όχι όμως για έξω…

Τα λαμπάκια από το καμαρίνι φώτιζαν την Έλενα καθώς ξεκούμπωνε τα παπούτσια της, εκείνη την στιγμή όμως μπήκε ο άντρας μέσα στο καμαρίνι. Ήταν σαν να χίμηξε κάποιο άγριο ζώο προς το θήραμα του. Εκείνος κλείδωσε την πόρτα βιαστικά και λίγο άτσαλα και της είπε «γεια σου». Σοκαρισμένη η Έλενα, ανταπέδωσε με «γεια σου». «Δεν ήθελα να σε τρομάξω, ήθελα απλά να σε δω», είπε ο άγνωστος άντρας. Εντωμεταξύ η Έλενα ήταν σχεδόν γυμνή, γυμνή από τη μέση και πάνω και σχεδόν γυμνή από τη μέση και κάτω μιας και φόραγε μόνο το κόκκινο εσώρουχο της. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο και η Έλενα άφησε το βλέμμα της ελεύθερο να κινηθεί στον άντρα. Η αλήθεια είναι πως της πήρε παραπάνω χρόνο από ότι περίμενε, μιας και ήταν αρκετά ψηλός, είχε βέβαια και ωραία χαρακτηριστικά, της άρεσαν πολύ τα μάτια του. Εδώ παίνευσε λίγο τον εαυτό της μιας και διέκρινε από πολύ μακριά και στο σκοτάδι πως ο άντρας είναι ωραίος. Της άρεσε ο άντρας, αρκετά, αλλά επειδή ήταν γυναίκα έπρεπε να το παίξει λίγο δύσκολη, –έστω και αν φόραγε ένα εσώρουχο– αυτό της ήρθε πρώτο στο μυαλό. Έτσι ψέλλισε, «απαγορεύεται να είσαι εδώ».

Ο άντρας όμως ήξερε και πως απαγορεύεται, και πως ήταν Χριστούγεννα, και πως έχουμε και ένα πάθος παραπάνω τέτοιες μέρες. Έπεσε σχεδόν στα γόνατα και άρχισε να την χαϊδεύει στο αριστερό πόδι. Μετά να τη μυρίζει με το στόμα, και να την φυλάει με τη μύτη. Το σώμα της Έλενας έμοιαζε ταυτόχρονα με βελούδο, αλλά και με λευκή σάρκα που ήθελε να κατασπαράξει. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί ο άντρας –έτσι κι αλλιώς είχε πιει ήδη τέσσερα ποτά– ξεκούμπωσε με θράσος το παντελόνι του. Την γύρισε πλευρά, την έβαλε στα τέσσερα και παραμέρισε ελάχιστα το εσώρουχό της. Άρχισε να τη γαμάει, να τη γαμάει πολύ δυνατά. Εκείνη δεν έφερνε κάποιο δισταγμό. Έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να της ρίχνει στα οπίσθια. Εκείνη ανταποκρινόταν και ενέδιδε στα χτυπήματά του. Ύστερα, την σήκωσε με το ένα χέρι και με το άλλο πέταξε όλα τα καλλυντικά της πάνω στην τουαλέτα της. Την έστησε εκεί και άρχισε να τη γαμάει, παράλληλα της κράταγε ελαφριά το λαιμό με τη ζώνη του. Όσο βίαια της φερόταν ο άντρας τόσο πιο πολύ ενέδιδε η Έλενα. Πάντα ήθελε έστω και για μία φορά να τη βιάσουν. Η όλη πράξη κράτησε δέκα λεπτά. Ο άντρας άφησε το δικό του “αυτόγραφο” στην Έλενα, αλλά και στις φωτογραφίες της που ήταν πάνω από τον καθρέφτη. Αμέσως μετά της άφησε ένα χαρτάκι και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Την επόμενη των Χριστουγέννων, η Έλενα ξύπνησε με τόσο όμορφη διάθεση που ήθελε να φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα ενώ στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου να μαγειρεύει… Αντί αυτού έφτιαξε καφέ και αναλογίστηκε αυτά που συμβήκανε χτες, όχι στο πως παίξανε σαν μπάντα, αλλά στο πως έπαιξε εκείνη με τον άγνωστο άντρα. Ήταν το καλύτερο που είχε κάνει ποτέ. Μακράν το καλύτερο, τα συνδύαζε όλα. Ξαφνικό, ερωτικό, απολαυστικό, παθιασμένο, ωραίος βιασμός, σε χώρο που δε φανταζόταν ποτέ να γίνει, και άλλα πολλά… Τώρα ήταν η ώρα να πάει προς την τσάντα της και να ανοίξει το χαρτάκι που πέταξε ο άντρας. Δεν το είχε ανοίξει τόση ώρα μιας και έλεγε πως θα ήταν το τηλέφωνό του… Ο άντρας όμως πρωτοτύπησε και σε αυτό, το χαρτάκι ήταν κενό. Δεν είχε τίποτα μα τίποτα σημειωμένο. Η Έλενα έπαθε σοκ, δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά και ούτε τι έπρεπε να κάνει.

Αφού ήπιε αρκετούς καφέδες, αλλά ακόμα δεν είχε βρει λύση στο πρόβλημά της αποφάσισε να κάτσει αναπαυτικά στον καναπέ της. Με μόνη πια παρέα τα έτοιμα μελομακάρονα, τις έτοιμες δίπλες, αλλά και το κινητό της. Όσο έτρωγε τα χριστουγεννιάτικα εδέσματα και χάζευε στο Instagram είδε τυχαία το άγνωστο άντρα. Βασικά το πρώτο που αντίκρυσε ήταν ένα εικονίδιο που του έμοιαζε, αμέσως πάτησε και τελικά ήταν αυτός. Της είχε στείλει δεκάδες μηνύματα που γράφανε να συναντηθούν, αλλά εκείνη δεν τα είχε δει καθόλου. Ξανά έπαθε σοκ, αλλά τώρα ανακουφίστηκε ελάχιστα, μιας και τώρα είχε κάποια στοιχεία για αυτόν. Αμέσως του έστειλε μήνυμα, αλλά το μήνυμα δεν παραδόθηκε ποτέ. Άρχισε να αγχώνεται. Δοκίμασε λίγο πιο μετά, όμως πάλι δεν έγινε κάτι. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Ήταν τότε σαν να εξάντλησε τα αποθέματα της για την εύρεσή του.

Για τις επόμενες τέσσερις μέρες η Έλενα ακολουθούσε ένα ίδιο μοτίβο, έβλεπε τηλεόραση, κοιμόταν, έπαιζε με το κινητό της. Ο άντρας πάλι δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής, ούτε και είχε ανεβάσει κάποια φωτογραφία. Στην πραγματικότητα είχε κλείσει το κινητό του από τη στιγμή που έκλεισε με δύναμη την πόρτα στο καμαρίνι της Έλενας. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να πάρει μια μορφή εκδίκησης. Δεν του άρεσε καθόλου που της έστελνε μηνύματα και δεν του απαντούσε. Προτιμούσε να του πει όχι, παρά να αδιαφορεί. Μερικές ώρες όμως πριν αλλάξει ο χρόνος, άνοιξε το κινητό του και αμέσως αντίκρισε αυτό που περίμενε, ειδοποιήσεις από την Έλενα. Ήξερε, πως τόσο καιρό μόνη στο σπίτι θα διάβασε σίγουρα τα παλιότερα μηνύματά της και έτσι θα έβλεπε και τα δικά του μηνύματα. Ο άντρας δεν έχασε χρόνο, την ρώτησε απλά τι κάνει και πού μένει.

Ο άντρας έφτασε στο σπίτι της Έλενας λίγο πριν την αλλαγή του νέου έτους, μιλήσανε με τα βλέμματα και κάτσανε στο εορταστικό τραπέζι που το είχε κάνει εξολοκλήρου εκείνη! Φάγανε κάτι ελαφρύ, ήπιαν μερικές γουλιές σαμπάνια και ύστερα μεταφέρθηκαν στην κρεβατοκάμαρα. Οι σκηνές που ακολούθησαν δύσκολα μπορούν να περιγραφούν με λόγια, το μόνο σίγουρο είναι πως ήταν πολύ καλύτερο σε σχέση με το καμαρίνι, και με περισσότερες φορές. Ο άντρας μοίραζε “αυτόγραφα” σε όλο το σώμα της Έλενας και εκείνη με τη σειρά της γέμιζε με ηδονή το κρεβάτι. Ο νέος χρόνος του βρήκε αγκαλιά. Αυτή τη φορά ο άντρας δεν έφυγε.

10 τρόποι για να εξελίξεις τη γραφή σου

Σήμερα θα πούμε μερικούς τρόπους-τεχνικές για να γίνεις καλύτερος γραφιάς. Οι τρόποι που εμφανίζονται πάνω πάνω στη λίστα είναι ομολογουμένως πιο εύκολοι και πιο απλοί, έναντι των τελευταίων. Τους έχω αριθμήσει έτσι ώστε ο επόμενος να έχει μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας από τον προηγούμενο.

1. Να διαβάζεις βιβλία

Ο πιο εύκολος τρόπος για να διεισδύσεις στο χώρο του βιβλίου και παράλληλα της γραφής είναι να διαβάζεις βιβλία. Θα κερδίσεις αναρίθμητα καλά, μεταξύ άλλων, να μην κάνεις ορθογραφικά, να έχεις σωστή σύνταξη, να παρατηρείς τη ροή του γραπτού λόγου, ακόμα και να εμπνέεσαι. Είναι πάρα πολλά τα θετικά που κερδίζεις ανοίγοντας ένα βιβλίο, προσοχή όμως, δεν χρειάζεται να διαβάσεις και πάρα πολλά, γιατί μετά υπάρχει κίνδυνος να μπλοκάρεις την έμπνευσή σου.

2. Να μη φοβάσαι να λερώσεις την άσπρη κόλλα

Μια συχνή δικαιολογία όσων δεν καταφέρνουν να γράψουν κάτι, είναι πως φοβούνται να λερώσουν την άσπρη κόλλα. Μήπως θεωρούν πως θα πληγωθεί το χαρτί αν γράψουν κάτι που δεν είναι καλό; Μα αν δε το γράψουν δεν θα βγει τίποτα! Καλό λοιπόν είναι, ό,τι κι αν ιδέα σου κατέβει στο κεφάλι, αρχικά να τη γράψεις και έπειτα να μη τη σβήσεις ποτέ. Ύστερα, με δεδομένο αυτήν τη μικρή ιδέα να στύψεις το μυαλό σου και να γράψεις μέχρι όπου σε πάει. Να θυμάσαι, το χαρτί θέλει παρέα και η παρέα του είναι οι λέξεις.

3. Να παίρνεις μέρος σε διαγωνισμούς

Αρκετά συχνά site-blog δημιουργούν εγχειρήματα που ο κάθε ένας από εμάς, μπορεί να στείλει το δικό του κείμενο. Με τη διαδικασία αυτή επιτυγχάνεις, να γράψεις για μια θεματική που δεν έχεις βάλει εσύ στον εαυτό σου, αλλά κάποιος άλλος. Οπότε, δοκιμάζεσαι σε κάτι ξένο. Ακόμα, βάζεις deadline, κοινώς προθεσμία στο γραπτό σου. Είναι πολύ σημαντικό να διαχειρίζεσαι σωστά τον χρόνο. Όταν καταφέρεις να ολοκληρώσεις ένα κείμενο πριν τη λήξη της προθεσμίας, αρχικά σε κατατάσσει επαγγελματία, δεύτερον σε βοηθάει να γράψεις περισσότερα κείμενα.

4. Να γράφεις σε κάποιο blog/site

Υπάρχουν πολλά site, αμέτρητα θα έλεγα, όπου μπορείς να ξεκινήσεις να γράφεις. Μπαίνοντας σε μια ομάδα, αφενός γνωρίζεις κόσμο, αφετέρου παίρνεις στοιχεία από άλλους συντάκτες που έχετε περίπου ίδια ενδιαφέροντα. Η αλληλεπίδραση αυτή σου αποφέρει νέες εμπειρίες, αλλά και προβολή, άρα, μεγαλώνει ο κύκλος σου. Στην αρχή μπορείς να το κάνεις δωρεάν και αποκτώντας τα απαραίτητα στοιχεία να επιδιώξεις κάτι καλύτερο. Αν δε βρεις κάποια διαδικτιακή στέγη, μπορείς να δημιουργήσεις το δικό σου blog.

5. Να γράφεις κάθε μέρα

Να ακολουθείς πρόγραμμα στη γραφή σου. Να γράφεις σχεδόν την ίδια ώρα κάθε μέρα και να αφήνεις εκκρεμότητες για την επόμενη. Έτσι, θα μπει το μυαλό σου σε μια διαδικασία να σκέφτεται για το επόμενο γραπτό, αλλά και να προγραμματίζει παράλληλα. Όμως, μην κρατάς πολλά πράγματα στο συρτάρι, να γράφεις και να δημοσιεύεις. Αν κρατάς πολλά πράγματα, αυτά σε αφήνουν πίσω. Οι καλύτεροι συγγραφείς παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα γράφανε/γράφουν καθημερινά!

6. Να δουλεύεις ξανά παλιότερα κείμενά σου

Οι τρόποι και οι τεχνικές όσο μεγαλώνει η λίστα δυσκολεύουν. Για τους περισσότερους μια δύσκολη τεχνική για να βελτιώσουν τη γραφή τους, είναι, να εργάζονται στα παλιότερα κείμενά τους. Για παράδειγμα, όταν έχεις γράψει ένα κείμενο πριν τρεις μήνες και το ξανά πιάσεις από την αρχή, μπορείς σαν τεχνική να κρατήσεις μόνο τα καλά σημεία και να γράψεις κάτι νέο. Με την τεχνική αυτή μπορείς να ανά-γεννήσεις τέλεια κείμενα!

7. Να ξεκινήσεις σήμερα να γράψεις ένα βιβλίο

Αν δεν έχεις γράψει κάποιο να ξεκινήσεις και αν έχεις γράψει ήδη να αρχίσεις ένα νέο. Βρες μια καλή θεματολογία και εξέλιξέ το, μπορεί να μη σε οδηγήσει πουθενά, αλλά χρειάζεται να πάρεις αυτόν το δρόμο για να κερδίσεις κάτι άλλο μετέπειτα. Η συγγραφή ενός βιβλίου προϋποθέτει –σχεδόν– όλους τους προηγούμενους τρόπος. Οπότε, αν θες να εξελιχθείς πραγματικά, είναι μια καλή δοκιμασία.

8. Μην δηλώνεις συγγραφέας

Ένα από τα χειρότερά μου είναι να βλέπω ανθρώπους να δηλώνουν είτε προφορικά, είτε στα social media, είτε να έχουν φτιάξει δικά τους καρτελάκια και να δηλώνουν συγγραφείς. Αυτό από μόνο του σε υποβαθμίζει, μιας και αν σε κάτι είσαι πολύ καλός δε θες να το βγάζεις προς τα έξω. Λογικά, σε αυτές τις περιπτώσεις προσπαθούν να μας πείσουν πως είναι κάτι σημαντικό, για να δηλώνουν συγγραφείς. Ρίξε τον εγωισμό σου στα τάρταρα, ακόμα και αν γράφεις πολύ και για πολλά χρόνια μη δηλώνεις συγγραφέας, άσε να σε κρίνουν οι άλλοι για το τι είσαι.

9. Να έχεις τις αποτυχίες για παράσημα

Όλα τα άκυρα που θα λάβεις από site, από εκδοτικούς, από συμμετοχές σε διαγωνισμούς, από φίλους σου, να τα κρατήσεις και να προσπαθήσεις περισσότερο. Ο δρόμος της λογοτεχνίας δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά με αγκάθια. Μάζεψε τις αποτυχίες, “φόρεσέ” τες και μην σταματάς να προσπαθείς μέχρι να τα καταφέρεις! Δεν είναι ουτοπικό αυτό που λέω, είναι απόλυτα ρεαλιστικό• για να πειστείς όμως πρέπει να το δοκιμάσεις. Κάθε εμπόδιο όχι μόνο για καλό, αλλά για το καλύτερο!

10. Να κυνηγάς το άφταστο

Βάλε τους πιο δύσκολους στόχους, ονειρέψου, βγες στο δρόμο, ζήσε, γράψε, γεύσου με τη γλώσσα όλα αυτά που θα “γευόσουν” με τα χέρια. Μάζεψε δηλαδή εμπειρίες. Κυνήγα αυτό που δεν μπορεί να γίνει. Πολλοί κάνουν αυτό το λάθος, νομίζουν πως καθισμένοι στο γραφείο τους με τις ώρες θα γράψουν το καλύτερο βιβλίο. Το καλύτερο βιβλίο το γράφεις όμως έξω, στο μυαλό σου, ύστερα πηγαίνεις σπίτι και απλά το αποτυπώνεις.

Δεν είμαι ειδικός, έχω κάνει πολύ λίγα πράγματα στη λογοτεχνία, αλλά η ανάγκη μου για έκφραση είναι πολύ πιο δυνατή από την απειρία μου στη λογοτεχνία, έτσι, με οδήγησε να γράψω αυτό.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην “Εναλλακτική δράση“.

Το ασανσέρ

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε την ίδια ώρα. Τελικά κατέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «εννιά», εκεί σταματάω για να πάω στη δουλειά.

Κάθε φορά που μπαίνω σε ασανσέρ, σκέφτομαι, πως αυτός εδώ ο χώρος έχει δύο όψεις. Είναι ένα καλό απομονωτήριο, αλλά και το μέρος που μπορείς πολύ εύκολα να γνωρίσεις κόσμο. Αρχικά, είναι ένα ησυχαστήριο γιατί κανείς δε θα σε ενοχλήσει. Οι άνθρωποι στο ασανσέρ ξύνονται, παίζουν με τα μαλλιά τους, με το κινητό τους, κοιτάζονται στον καθρέφτη, αλλά ποτέ δε μιλάνε σε κάποιον άγνωστο – αυτό μοιάζει σαν άγραφη συμφωνία που έχουμε υπογράψει όλοι πριν μπούμε σε έναν ανελκυστήρα. Τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά. Η άλλη όψη βέβαια του ασανσέρ είναι πολύ καλύτερη, μιας, και μυρίζεις τον άλλον, αισθάνεσαι το άγχος του, τον κοιτάς στα μάτια, κι αν τύχει και ξυπνήσεις εσύ καλά, ο άλλος καλά, τα ζώδια σας να είναι σε τροχιά γνωριμιών, τότε, υπάρχει μια πιθανότητα ο ένας από τους δύο να ξεστομίσει ένα «γεια».

Το ασανσέρ είναι ο καλύτερος καθρέφτης της εγκόσμιας ζωής μας. Όπως συμπεριφερόμαστε μέσα σε ένα ασανσέρ έτσι ακριβώς δράμε και στη ζωή. Επιζητάμε δηλαδή με απόγνωση να δούμε τον εαυτό μας μέσα σε καθρέφτες, έπειτα να τον θαυμάσουμε, ύστερα να τον φωτογραφίσουμε και τέλος να δημοσιεύσουμε το είδωλό μας. Όμως, αυτή η διαδικασία υποσυνείδητα, αλλά και συνειδήτα, μας κλείνει ακόμα περισσότερο, για αυτό και τις φορές που βρίσκεται κάποιος δίπλα μας δεν του μιλάμε. Άλλες φορές βέβαια, όταν είμαστε μόνοι στο ασανσέρ θα κοιτάξουμε προς το μέρος των παπουτσιών μας, δείγμα πως δε πιστεύουμε στον εαυτό μας, ενώ όταν περιτριγυριζόμαστε από άλλους θα ψιλώσουμε λίγο για να φαινόμαστε πιο ψηλοί. Άρα, όταν μπαίνουμε σε έναν ασανσέρ εμφανίζουμε ένα ανεξήγητο σύνδρομο διπροσωπίας.

Το ασανσέρ είναι καθρέφτης και της ψυχή μας, με μεγαλύτερη ευκολία θα πατήσουμε το κουμπί «stop» ή το κουμπί με το κουδούνι, παρά το κουμπί για να πάμε σε κάποιον άλλον όροφο από αυτό που δουλεύουμε. Βρε αδελφέ, για να δούμε μια διαφορετική εικόνα, πώς άραγε τα περνάνε στο κάτω πάτωμα ή πώς μοιάζουν οι άνθρωποι στο πάνω επίπεδο. Αυτό φυσικά υποδηλώνει πόσο κουρασμένες είναι οι ζωές μας, πόσο ρουτινιασμένες είναι, αλλά και πόσο ενδιαφερόμαστε για να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Το κουμπί της ταράτσας βέβαια, ούτε κατά διάνοια, η υψοφοβία της καρδιάς μας δεν μας αφήνει να “ψηλώσουμε” λίγο ακόμα. Μία μέρα όμως, έχουμε-δεν έχουμε κόσμο δίπλα μας, κι αν έχουμε τα κότσια βέβαια, μπορούμε να κάνουμε αυτό. Να πατήσουμε με οργή το «stop», να σταματήσουμε την κυκλοφορία και τη ροή της καθημερινότητας και να χαζέψουμε λίγο έξω από το παράθυρο, ίσως, έτσι νιώσουμε λιγάκι ελευθερία, έστω για μια στιγμή.

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε πάλι την ίδια ώρα. Τελικά ανέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «μηδέν», εκεί σταματάω για να πάω στο σπίτι.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην “Εναλλακτική δράση“.

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα

Μια φορά κι έναν κακό καιρό, σε μια παραθαλάσσια επαρχία όλοι οι κάτοικοι ζούσαν γονατιστοί. Δεν είχαν πολλά ενδιαφέροντα, ούτε και πολλές σκοτούρες, το μόνο που πραγματικά τους ένοιαζε ήταν πότε θα πεθάνουν για να γίνουν αγάλματα. Τους ενθουσίαζε τόσο πολύ η ιδέα ενός τριαντάφυλλου που μέσα σε λίγες μέρες ξεραινόταν, που θέλανε να κάνουν το ίδιο και στο σώμα τους. Θέλανε δηλαδή τόσο πολύ να αποξηράνουν τη ψυχή τους. Βέβαια, για να γίνει αυτό, αντί για μέρες έπρεπε να περάσουν χρόνια και μέσα σε αυτά τα χρόνια έπρεπε να αποφεύγουν τη βροχή, το νερό, το γέλιο, την ελπίδα, την αγάπη. Πράγμα δύσκολο για κάποιους, μιας και αγαπάγανε παράφορα το μίσος, τη μισαλλοδοξία, τη βία. Με νομοτέλεια όμως καταφέρανε το στόχο τους. Γίνανε αγάλματα σε πλατείες και μουσειακά είδη σε ψαροταβέρνες. Καταφέρανε να μαρμαρώσουν τα συναισθήματά τους επίγεια, αλλά και επουράνια. Παρ’ όλα αυτά, οι επιγραφές πάνω στις πλάκες δεν έγραφαν τίποτα, ούτε καν τα ονόματά τους…

_

Εμπνευσμένο από το τραγούδι: Χρόνια σαν τριαντάφυλλα 
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης

Απολογισμός: Δημιουργώντας 3 λογοτεχνικά project

Πριν λίγες μέρες έκλεισε ένας πολύ μεγάλος κύκλος από μια σειρά από ανοιχτά λογοτεχνικά project.

“25th hour” project – “25η ώρα”, μια ιστορία κάθε μέρα

Αρχείο | Πληροφορίες | Συγγραφείς

Ήταν μέσα Μαΐου όταν μου κατέβηκε μια ιδέα σχεδόν από το πουθενά να δημιουργήσω ένα ανοιχτό λογοτεχνικό εγχείρημα που θα λέγεται “25η ώρα”. Οι προδιαγραφές φάνταζαν δύσκολες μιας και στο πλάνο του μυαλό μου είχα βάλει, πως κάθε μέρα για έναν ολόκληρο χρόνο θα αναρτάται και μια συμμετοχή από διαφορετικό συγγραφέα. Έτσι κι έγινε, 15 Μαΐου 2014 δημοσιεύεται το πρώτο κείμενο με τίτλο “25η ώρα”, για να ακολουθήσουν άλλα 364! Η συγκεκριμένη ιδέα όχι μόνο πέτυχε, αλλά υπήρχαν αρκετά κείμενα που δυστυχώς έμειναν έξω. Η τόση μεγάλη απήχηση μας έκανε να δημιουργήσουμε και το αντίστοιχο e-book.

 

Γραμμόφωνο – Η μουσική εμπνέει τη λογοτεχνία

Αρχείο | Πληροφορίες | Συγγραφείς

Μετέπειτα ήρθε το δικό μου αγαπημένο project που ήταν το “Γραμμόφωνο”. Από παιδί μου άρεσε ο στίχος. Κατηφόριζα τα καλοκαίρια από το εξοχικό προς την παραλία και σκεφτόμουν στίχους, αλλά και ποιος έχει γράψει το κάθε ένα. Σφύριζα τα λόγια και ένιωθα τον παλμό των δημιουργών. Η γενική αφορμή ήταν αυτή, η ειδική αφορμή ήταν ένα τραγούδι που τους στίχους του συγκεκριμένου κομματιού, τους είχα γράψει με μπογιά στο παλιό μου σπίτι. Στα τεχνικά χαρακτηριστικά το project αυτό διήρκησε για 1.5 χρόνο μαζεύοντας 295 συμμετοχές! Ελληνικά και ξένα κομμάτια “μπλεχτήκανε” και δημιουργήσανε μια κολεκτίβα λογοτεχνίας. Τον έμμετρο λόγο καταφέραμε και τον κάναμε πεζό, βασιζόμενοι αλλά και σεβόμενοι στην πρώτη ύλη.

 

Ανεμολόγιο – Κάθε τόπος, μια ιστορία

Αρχείο | Πληροφορίες | Συγγραφείς

Τέλος, η τριλογία των project τελειώνει με το “Ανεμολόγιο” που μέσα σε 6 μήνες δημοσιεύτηκαν 56 συμμετοχές από 56 διαφορετικούς συγγραφείς. Στο τελευταίο εγχείρημα γράψαμε για τόπους. Για τόπους που είχαμε πάει ή ακόμα και για τόπους που θα θέλαμε να έχουμε πάει. Οι συγγραφείς που πήρανε μέρος είχαν -και έχουν- πολύ μεγάλη φαντασία και τον τόπο αυτόν, τον μετέφρασαν κι αλλιώς. Γράψανε για ανθρώπους. Μιας και οι άνθρωποι είναι προορισμός. Ίσως ο καλύτερος προορισμός. Ίσως το καλύτερο ταξίδι είναι να ταξιδέψεις στις όχθες, αλλά και μύχια ενός ανθρώπου. Και αν θέλαμε να να συνδέσουμε όλα τα project μαζί, θα λέγαμε αυτό εδώ το στιχάκι: «Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ, η νύχτα εσύ το όνειρο της μέρας…».

 

Με μια απλή πρόσθεση, τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν, αλλά και που θα βρίσκονται για πολύ καιρό on line στις συγκεκριμένες διαδικτυακές βιβλιοθήκες είναι 716!

 

Εν κατακλείδι, όλο αυτό το ταξίδι της ανοιχτής λογοτεχνίας, αλλά και της λογοτεχνίας γενικότερα σε καμία περίπτωση δεν τελειώνει εδώ! Αφενός υπάρχει το Inner, όπου δημιουργήθηκε για αυτόν ακριβώς το λόγο, για να χωρέσει όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν τα project, αλλά και αφετέρου, αυτές τις μέρες τελειώνω το δεύτερο βιβλίο μου. Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά είναι μια μικρή αρχή, μια απαρχή για πολλά όμορφα πράγματα!

Μεγάλο μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους πήραν μέρος.

_

Αν θες να μοιραστείς μαζί μου μία ιδέα ή αν έχεις κάτι ολοκληρωμένο σαν εγχείρημα ή ακόμα και μία σκέψη για όλα αυτά, θα χαρώ να μου στείλεις – giorgos.iatridis@gmail.com

Η τιμή της αγάπης

Στίχοι: Τώνια Μαρκετάκη
Μουσική:
Ελένη Καραΐνδρου
Πρώτη εκτέλεση:
Δήμητρα Γαλάνη

Τιμή δεν έχει η αγάπη,
…πώς θα μπορούσε;
τιμή δεν έχει κι η ζωή.
…πώς θα μπορούσε επίσης;!
Ποιος την πουλά, ποιος αγοράζει,
…μα κάτι θέλει να πει η στιχουργός, κάτι θα έχει στο μυαλό της
ποιος τήνε βγάζει στο σφυρί;
…εμένα μου έρχονται πολλά παραδείγματα και ένα εξ αυτών είναι η πορνεία

Τιμή δεν έχει η αγάπη,
τιμή δεν έχει κι η ζωή.
…αξίες που θα έπρεπε να είναι δοσμένες απλόχερα στις ζωές μας, σε λίγο καιρό θα καταντήσουμε να τις αγοράζουμε από τα super market, με barcode και ΦΠΑ
Όποιος την έχει τήνε δίνει
με μια ματιά, μ’ ένα φιλί.

…τόσο απλά, με ένα βλέμμα ή με ένα αθώο φιλί

Αν έχεις λίγη αγάπη, δώσ’ μου
να μου γλυκάνεις τη ζωή.

…στους καιρούς που βασιλεύει η μισαλλοδοξία, η απογοήτευση και η μιζέρια, που βλέπεις παντού πρόσωπα θλιμμένα, καλό θα ήταν, αν μας έχει απομείνει αγάπη, ή τέλος πάντων έστω κάτι που να θυμίζει αγάπη, να τη δίνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τιμή δεν έχει η αγάπη,
τιμή δεν έχει κι η τιμή.

…και εδώ ο κορυφαίος στίχος όλων, η κλιμάκωση, το αποκορύφωμα
…για ‘μένα αυτός ο στίχος έχει ανεκτίμητη αξία, για κάποιους βέβαια, όλα αγοράζονται και όλα πωλούνται

Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν λένε δέκα φορές το ρεφρέν.
Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν ακούστηκαν ποτέ στα ραδιόφωνα.
Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν χρησιμοποιούν δύσκολες λέξεις και έννοιες για να προκαλέσουν, που δε θυμίζουν ποιήματα, γιατί πολύ απλά είναι τραγούδια!
Αγαπήστε τα τραγούδια που σας φέρνουν εικόνες, που σας κάνουν να κλαίτε και που σας κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Αγαπήστε τα τραγούδια που τα λόγια, θα μπορούσε να τα έχει γράψει και ένα μικρό παιδί!

Το παρών τραγούδι ακούγεται στους τίτλους του τέλους της ομώνυμης ταινίας. Μια ταινία που μπορεί κάποιος να την δει μέσα από το YouTube. Επίσης, υπάρχουν 3-4 διαφορετικές εκτελέσεις, εγώ το αγάπησα από τη μικρή Μιρέλα Πάχου.

_

Το άρθρο γράφτηκε 15.07.2013 για λογαριασμό του “Ορφέα”.

Το μηχάνημα

Το λιμάνι της Νισύρου έμοιαζε με νεκρή ζώνη, η δυστυχία είχε πνίξει το νησί ολοκληρωτικά.

Οι τουρίστες είχαν πάψει να έρχονται εδώ και κάμποσα χρόνια, οι μόνοι επισκέπτες ήταν μερικά γλαροπούλια, όπου κι αυτά ζούσαν σε ένα λήθαργο. Τα καφενεία όλα κλειστά και τα σπίτια ερμητικά κλεισμένα. Οι δρόμοι είχαν γίνει αφόρητα αποκρουστικοί και μονότονοι και όλα αυτά στα μέσα του καλοκαιριού. Ενός καλοκαιριού του 2027.

Οι κάτοικοι ήταν σαν να είχαν παραιτηθεί από τη ζωή. Είχαν κάνει το σώμα τους ένα ναυάγιο από όνειρα και επιθυμίες. Πια οι αισθήσεις τους είχαν σκουριάσει. Γινόντουσαν ολοένα τέρατα με παχιές αντιλήψεις, παχιές κοιλιές και παχιά λόγια. Τα παιδιά του νησιού δυστυχώς δεν είχαν ξεφύγει από τον κλοιό· βγαίνανε ραντεβού και δεν αγγιζόντουσαν, δεν αγκαλιαζόντουσαν, κατά συνέπεια δεν φιλιόντουσαν, σχεδόν δε μίλαγαν, τα πάντα γινόντουσαν ηλεκτρονικά. Γελούσαν μέσα από ηχογραφημένα μηνύματα, χαϊδευόντουσαν μέσα από οθόνες και κάνανε έρωτα μέσα από διαδικτυακές κάμερες. Ο ήλιος πάντως ανέτειλε και έδυε κανονικά.

Αρκετά μακριά από την κατοικημένη περιοχή, στο βουνό πάνω, ζούσε ο δήμαρχος. Ήταν 88 χρονών, τον λέγανε Σωκράτη, και ήταν πολύ πλούσιος, ουσιαστικά αυτός εξουσίαζε το νησί. Διατελούσε χρέη δημάρχου για έβδομη συνεχόμενη χρονιά και οι κάτοικοι τον λάτρευαν, έστω κι αν τους έκανε κακό! Είχε στη δούλεψή του πάνω από είκοσι άτομα, τα οποία ήταν οι προσωπικοί του προγραμματιστές… Ο γέρο-Σωκράτης, το μόνο που έκανε όλη μέρα, ήταν να διαβάζει ξένες εφημερίδες και να πίνει cappuccino· εμπνεόταν από τα ξένα πρότυπα για το πως θα γίνει πιο πλούσιος. Η μανία του όμως ήταν οι εφευρέσεις! Ήθελε να φτιάχνει συσκευές που όλοι οι κάτοικοι ανεξαιρέτως θα έχουν κι από μία.

Η καινούρια του εφεύρεση ήταν κάτι το επαναστατικό για τον τόπο, η ιδέα βέβαια προερχόταν από την Αμερική. Είχε κυκλοφορήσει πρώτα στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά εξαπλωνόταν και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Ζήτησε από τους προγραμματιστές του δηλαδή, να φτιάξουν ένα μηχάνημα, όπου θα εισάγει αισθήματα, και στην έξοδο θα βγάζει χρήματα. Σε πρώτο στάδιο, η ιδέα του αυτή, δεν θα του απέφερε κανένα κέρδος. Παρά μόνο κάποια ψευτοαισθήματα που θα είχαν να του δώσουν οι κάτοικοι. Ο γέρος όμως, ήξερε καλά, πως οι άνθρωποι είναι άπληστοι, και δεν βλέπουν τίποτα παραπάνω από την επιφάνεια. Και πως θα δίνανε και το τελευταίο τους γέλιο και δάκρυ για να πλουτίσουν λίγο περισσότερο. Ύστερα, έχοντας μια κοινωνία με μηδέν αισθήματα, θα ήταν εύκολο να την κάνει ό,τι θέλει. Οι άνθρωποι τότε θα έμοιαζαν με πιόνια στην ασπρόμαυρη σκακιέρα του. Ήδη, έφερναν σε υπνωτισμένα όντα.

14986246786_dfae0b8358_k

Έτσι και έγινε, τοποθέτησε το μηχάνημα στη κεντρική πλατεία του νησιού και περίμενε τα αποτελέσματα. Ο τρόπος εισαγωγής των αισθημάτων ήταν απλός. Βάζανε το αριστερό τους χέρι σε μία θύρα και εκείνη διάβαζε με τη βοήθεια ενός βιομετρικού συστήματος τη ψυχή του ανθρώπου. Οι πρώτοι Νισύριοι που το δοκίμασαν ήταν άνδρες και έμειναν απόλυτα ικανοποιημένοι, βέβαια, δεν είδαν καμιά διαφορά στο χαρακτήρα τους, ούτε οι γυναίκες τους πρόσεξαν κάτι. Χαρίζανε αισθήματα και συναισθήματα απλόχερα στο μηχάνημα, χωρίς να τους νοιάζει το αύριο. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και μετά από λίγες ώρες σχηματίστηκαν ουρές χιλιομέτρων. Από εκεί που κανείς τους δεν έβγαινε από το σπίτι, τώρα όλοι οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί στη πλατεία, λες και ήταν του Αγίου Νικήτα, του πολιούχου του νησιού.

Λίγες μέρες μετά την χρήση του μηχανήματος οι άνθρωποι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Πούλαγαν τότε την ευτυχία και γινόντουσαν ακόμα πιο πλούσιοι! Τώρα οι συνήθειες τους αλλάξανε, έβρισκαν χαρά μόνο στον καταναλωτικό οργασμό. Αγοράζανε ως επί το πλείστον, ακριβά αντικείμενα. Αντικείμενα που δεν είχαν καμία αισθητική και καμία χρηστική αξία, για παράδειγμα, σκιάχτρα ντυμένα με πέρλες ή ψεύτικα λουλούδια από κεχριμπάρι. Επέλεγαν κυρίως να διακοσμούν τον κήπο τους, γιατί όπως λέγανε, τους άρεσε περισσότερο το φαίνεσθαι από το είναι. Η ηδονή τους πλέον δεν ήταν πως θα κάνουν έρωτα, -έτσι και αλλιώς τώρα δεν ερεθιζόντουσαν- αλλά πως θα γίνουν πλουσιότεροι από το γείτονά τους.

Ύστερα από αυτήν τη μικρή οικονομική επανάσταση, οι άνθρωποι κλείστηκαν ξανά στα σπίτια τους, αβοήθητοι πλέον και χωρίς αισθήματα και ιδέες, ψάχνανε να βρουν λύση στην κατάθλιψή τους. Κάτι που θα τους έβγαζε από την μεγάλη συμφορά. Η λύση ήρθε από την ηλεκτρονική εφημερίδα, που είχαν οι κάτοικοι για να ενημερώνονται για τα νέα του νησιού. Ο γέρο-μεγιστάνας είχε κοινοποιήσει μια είδηση. Είχε ενεργοποιήσει έναν αντιστροφέα στο μηχάνημα. Πλέον οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κάνουν το ανάποδο, να εισάγουν δηλαδή χρήματα, για να αποκτήσουν μερικά αισθήματα. Η τιμή της αγοράς όμως ήταν τριπλάσια από αυτής της πώλησης, που υπήρχε πριν λίγο καιρό!

Πρώτες που δοκίμασαν την νέα έκδοση του μηχανήματος ήταν γυναίκες. Στην αρχή ρίξανε μερικά μόνο κέρματα για να πάρουν αγάπη. Το μηχάνημα έβγαλε ένα μήνυμα πως δε δέχεται κέρματα, και τους τα πέταξε πίσω. Για να αποκτήσουν λίγη αγάπη χρειάστηκε να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Επίσης, στο μηχάνημα είχαν ενεργοποιηθεί και κάποιες νέες επιλογές. Πρώτον, η λίστα με τα διάφορα αισθήματα, δεύτερον η υποδοχή πιστωτικής κάρτας, και τρίτον, μια θυρίδα όπου δεχόταν αντικείμενα. Το όλο θέαμα έμοιαζε με αυτόματο ενεχυροδανειστήριο, άλλη μια καινοτομία του δημάρχου!

20790928899_a7a6ea260e_k

Οι κάτοικοι του νησιού δειλά δειλά ξεπουλούσαν το ένα αντικείμενο μετά το άλλο. Στο τέλος έμειναν πάμφτωχοι και με πενιχρά συναισθήματα. Με τις ελάχιστες ιδέες που τους είχαν απομείνει, ανέτρεξαν σε παλιά βιβλία. Ίσως εκεί να έβρισκαν την τέρψη… Πράγματι, τους χαρίστηκε απλόχερα και δωρεάν η αγάπη και η γνώση. Ένα πρωινό όμως, εντελώς τυχαία, η βιβλιοθήκη του νησιού πήρε φωτιά και έτσι η διέξοδος που είχαν βρει με τα βιβλία, σταμάτησε. Πλέον οι κάτοικοι ήταν έρμαια στα χέρια του δημάρχου.

Ο αέρας φυσούσε δυνατά, τα κύματα της θάλασσας τράνταζαν τις βάρκες που ήταν αραγμένες στο Μανδράκι, διψούσαν για ταξίδι, αλλά κάνεις δε τολμούσε να φύγει για άλλο μέρος. Το νησί τη νύχτα, αλλά και τη μέρα έμοιαζε με νεκροταφείο, σπάνια έβλεπες κάποιον να περπατάει. Η Νίσυρος, αλλά και τα τριγύρω νησιά, είχαν παραδοθεί στους δημάρχους τους. Η ανημποριά των ανθρώπων πλέον δεν μπορούσε να περιγραφτεί. Παρ’ όλα αυτά, μια πάχνη αγάπης έπεφτε στα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα των σπιτιών.

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Ανεμολόγιο“.
Photos: patsnik

Η πολυκατοικία

Έχετε δοκιμάσει ποτέ, πόσο αναπαυτικά είναι τα σκαλιά μιας ξένης πολυκατοικίας; Μιας πολυκατοικίας με μεγάλο κήπο, τραπέζι, κόκκινες τριανταφυλλιές και που είναι λίγο πιο δίπλα από εκεί μου μένετε;

Ο Χρήστος γνώρισε την Άννα σε ένα μαγαζί ανταλλαγής ρούχων. Είχανε πάει και οι δύο για τον ίδιο σκοπό, για να αλλάξουν μερικά ρούχα που δεν τα είχαν ανάγκη πια. Ακόμα, τις τελευταίες μέρες δεν τους περίσσευαν λεφτά, για να αγοράσουν κάτι καινούριο, οπότε έπρεπε να βρουν άλλες λύσεις στη ζωή τους. Ο Χρήστος πήγαινε για πρώτη φορά σε ένα τέτοιου είδους μαγαζί και έτσι δεν είχε πάρει μαζί του πολλά ρούχα, μόνο ένα παντελόνι. Το συγκεκριμένο παντελόνι του το είχαν κάνει δώρο πέρσι στα γενέθλιά του, όταν έκλεισε τα 23. Η Άννα πάλι, ήταν με δύο φίλες της και από τα ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους, φαινόντουσαν ότι είχαν ξαναεπισκεφτεί το συγκεκριμένο μαγαζί• είχανε κουβαλήσει μια ντουλάπα η κάθε μία…
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πήγε προς το μέρος της και της είπε:
―Αυτή εδώ η μπλούζα θα σου πήγαινε!
―Λες; Του είπε δίνοντας του ένα χαμόγελο…
Πράγματι, την δοκίμασε και ήταν πολύ καλή πάνω της. Δεν είπαν πολλά στο μαγαζί, αντάλλαξαν μόνο ονόματα και αριθμούς.

Το πρώτο ραντεβού τους διέφερε από τα συνηθισμένα. Εξάλλου ο Χρήστος απεχθανόταν το λογικό, πάντα του άρεσε το αντισυμβατικό, το ελεύθερο. Δεν επέλεξε να την βγάλει σε κάποιο ακριβό εστιατόριο, ούτε σε κάποιο μαγαζί της παραλιακής για να την εντυπωσιάσει, θα μπορούσε βέβαια, με πολλές οικονομίες, αλλά δεν ήθελε, δεν ήταν φτιαγμένος για «ένδοξα Παρίσια*». Στα μηνύματα που της έστειλε της είπε: «πες μου που μένεις και μην ντυθείς πολύ καλά». Ποιο αγόρι όμως λέει σε μία κοπέλα, να μη βάλει ωραία ρούχα, ειδικά στο πρώτο ραντεβού; Η Άννα δέχτηκε, αφού ένα από τα τελευταία της μότο, ήταν να δοκιμάσει καινούρια πράγματα και καταστάσεις… Ταιριάζανε τα χνώτα τους μέχρι στιγμής. Ώρα συνάντησης είχαν ορίσει τις 6 το απόγευμα. Έτσι ο ήλιος έδυε αρκετά αργά, αφού βρισκόμασταν στα μέσα του Αυγούστου• κανένα όμως από τα δύο παιδιά δεν είχε φύγει για διακοπές. Ο Χρήστος έμενε στον Νέο Κόσμο και η Άννα στο Παλαιό Φάληρο. Μια διαδρομή που ο Χρήστος την έκανε 15’ με το ποδήλατό του. Δεν έτρεξε και πολύ, δεν ήθελε να ιδρώσει. Κλείδωσε το χωρίς φρένα ποδήλατό του μερικά στενά μακριά από το σπίτι της, και αυτό επειδή ήθελε να περιπλανηθεί λίγο στη γειτονιά της. Φτάνοντας στο σπίτι της, της έκανε μια αναπάντητη και εκείνη μετά από 5’ κατέβηκε.

Η Άννα είχε ντυθεί απλά, είχε ακούσει τον Χρήστο. Φόραγε ένα τζιν σορτσάκι και την “καινούρια” μπλούζα που είχε ανταλλάξει – την μπλούζα που της είχε διαλέξει εκείνος. Έδειχνε πιο όμορφη τώρα, από ότι στο μαγαζί, έστω κι αν δεν είχε βάλει τα καλά της ρούχα. Είχε αφήσει ελεύθερα τα ξανθά μακριά μαλλιά της και τα καστανά μάτια της έλαμπαν, δεν τα σκέπαζαν το αϊλάινερ και η μάσκαρα.
―Γεια!
―Γεια σου!
―Πού πάμε; Ρώτησε η Άννα με περιέργεια.
―Από εδώ, έγνεψε ο Χρήστος.
Περπατάγανε αργά, πολλές φορές σταματάγανε για να δώσουν έμφαση στα λόγια τους και κοιταζόντουσαν στα μάτια. Ήταν πραγματικά σαν να μην τους ένοιαζε τίποτα άλλο εκείνη την στιγμή, από το πως θα εντυπωσιάσουν τον διπλανό τους με αυτά που είχαν κάνει στο παρελθόν. Είχαν ξεχάσει για λίγο τα προβλήματα της καθημερινότητάς. Περπατάγανε με την απόλυτη ηρεμία και ελευθερία, εξάλλου όλη η ζωή ανοιγόταν μπροστά τους, με τα καλά και τα άσχημα.

Ύστερα από λίγο περπάτημα, ο Χρήστος είδε μια ωραία πολυκατοικία.
―Έλα να μπούμε μέσα.
―Πού; Εδώ; Αφού είναι ξένη η πολυκατοικία!
―Και τι σημασία έχει;
Η πολυκατοικία απ’ έξω έλεγε Ερατούς 39. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ αυτήν την πολυκατοικία ή μάλλον δεν την είχε προσέξει ποτέ, παρ’ όλου που ερχόταν συνέχεια από αυτόν το δρόμο με τ’ αμάξι, για να πάει στην σχολή της. Άνοιξαν δειλά δειλά την μικρή καγκελένια πόρτα, και μαζί με αυτήν, άνοιξε διάπλατα ένας επίγειος παράδεισος. Η πολυκατοικία δεν ήταν σύγχρονη, δεν είχε στην αυλή της σιντριβάνια και πισίνες, κάθε άλλο, ήταν ένα παλιό κτίσμα που απλά είχε έναν ωραίο και μεγάλο κήπο. Μπήκανε μέσα με μια περίεργη αίσθηση, μια αίσθηση γλυκιάς αγωνίας για κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά. Ο Χρήστος πήγε κατ’ ευθείαν στις τριανταφυλλιές, όπου δεν έμοιαζαν απόλυτα ανθισμένες… παρ’ όλα αυτά, τις έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, και της το πρόσφερε με ένα χαμόγελο.
―Μυρίζει υπέροχα, είπε η Άννα.
Ύστερα, μπήκαν πιο μέσα. Είδαν ένα πράσινο μεταλλικό τραπέζι και προχώρησαν προς τα εκεί. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι άρχισαν να μιλάνε για τη ζωή… Για τις έγνοιές τους, για την αλλήθωρη γενιά τους, και γενικά τι τους χαλάει στο σήμερα.

Συζητήσανε για τον εγωισμό, για την απάθεια, που μαστίζει ολοένα την κοινωνία. Για την μοναξιά που έχει γίνει μόδα, αλλά και για την κρίση που παθαίνουν οι άνθρωποι όταν αντιληφτούν πως είναι ερωτευμένοι… Μίλησαν κι για άλλα, πέρα από τα άγχη τους και τις ανησυχίες τους. Όρισαν τις λέξεις ουρανός, δέντρο, μπαλόνι, γειτονιά… Μίλησαν για τα αγαπημένα τους τραγούδια, για τα αγαπημένα τους χρώματα… αλλά και για τις διακοπές που θα ήθελαν να πάνε και δεν πήγαν. Μέσα από τον διάλογο ξεχάσανε την αγκιστρωμένη συσκευή που έχουν πάνω τους και που λέγεται ρολόι. Μετά από λίγο σηκώθηκαν, δεν τους ικανοποιούσε το τραπέζι, θέλανε να κάτσουν κάπου που θα είναι πιο κοντά ο ένας στον άλλον.

Κάθισαν σε κάτι σκαλάκια που βρισκόντουσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας, μπορεί να μην ήταν τόσο αναπαυτικά σαν τις καρέκλες, αλλά τώρα αισθανόντουσαν δίπλα! Παρ’ όλα αυτά, βολεύτηκαν σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι, σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι σε αυτόν τον κόσμο! Ο Χρήστος της έπιασε το χέρι, εκείνη έδειχνε να ανταποκρίνεται. Πιασμένοι και οι δύο, ένιωσαν τη δύναμη, αλλά και την αδυναμία που έχει ένα σώμα… Γελάγανε, γελάγανε όσο πιο δυνατά μπορούσαν, σαν να ήταν η τελευταία φορά που θα γελάσουν! Πια, είχανε διώξει όλο το άγχος του πρώτου ραντεβού, αλλά και την αγωνία της άγνωστης τοποθεσίας. Κανείς δεν τους έβλεπε, κάνεις δεν τους άκουγε. Κανείς δεν τους παρακολουθούσε από την κλειδαρότρυπα. Ή σχεδόν κανείς, αφού πίσω από το μέρος που καθόντουσαν υπήρχε το γκαράζ, και κάποιος έπλενε το αυτοκίνητό του. Ήταν ο κηπουρός της πολυκατοικίας, το κατάλαβαν από τα ρούχα που φόραγε, αλλά αντί να ποτίζει τις τριανταφυλλιές, πότιζε τ’ αμάξι του… Φιληθήκανε. Τότε, το μόνο που ακουγόταν, σε αυτό τον μικρό δρόμο του Φαλήρου, ήταν οι χτύποι της καρδιάς τους, που χτυπούσαν δυνατά και χωρίς κάποιο ρυθμό. Σταματήσανε. Ο Χρήστος έβλεπε όχι με την άκρη, αλλά με το πιο γεμάτο βλέμμα, τα ελάχιστα απροκάλυπτα σημεία που άφηνε η μικρή Άννα να φανούν. Μπήκε μέσα στο σώμα της με τα μάτια. Ξαναγελάσανε. Μύρισε τα μαλλιά της, χάθηκε μες τη ζωή από το άρωμά της. Μια ελαφριά παράνοια, αλλά και ένας πόθος ηδονής αγκάλιασαν τις πέντε του αισθήσεις.

Η Άννα πήγε να ξαναφιλήσει τον Χρήστο, μα εκείνος την σταμάτησε απότομα. «Σήκω», της είπε, και την έπιασε από το χέρι. Πήγαν και στάθηκαν ακριβώς στο χαλάκι της πολυκατοικίας, μπροστά από το θυροτηλέφωνο. Ο Χρήστος άρχισε να πατά με μανία ένα-ένα τα κουδούνια, όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, από πάνω μέχρι κάτω, και αυτά από τους οφθαλμίατρους και τους παθολόγους… «Τι κάνεις;;;», τον ρώτησε απορημένη. Της Άννας αυτή η κίνηση της θύμισε τότε που λέγανε τα κάλαντα, και για να κερδίσουν χρόνο πάταγαν όλα τα ονόματα, μέχρι να τους ανοίξει κάποιος και να μπουν μέσα. Μείνανε έτσι αγκαλιασμένοι και περιμένανε τις πρώτες αντιδράσεις. Άργησαν να απαντήσουν, και έτσι ο Χρήστος ανακάλυπτε ολοένα το σώμα του κοριτσιού… Ακούστηκε το πρώτο «ναι;», τότε ο Χρήστος χάιδεψε την Άννα πίσω στο λαιμό. Ακούστηκε το πρώτο «παρακαλώ;», τότε την φίλησε στο μάγουλο. Ακούστηκε το πρώτο «ποιος είναι;», τότε ο Χρήστος δάγκωσε ελαφριά τα χείλη της. Ακούστηκε το πρώτο «ορίστε;», τότε ένωσε την γλώσσα του, με την δικιά της. Ακούστηκε το πρώτο «δουλειά δεν έχετε εσείς;», τότε ο Χρήστος κράτησε σφιχτά την Άννα από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο, μακριά από τον κήπο. Βέβαια, οι φωνές από το θυροτηλέφωνο δεν σταμάτησαν, -ακόμα κι αν δεν έβλεπαν κανέναν στην οθόνη- συνέχισαν κάποιοι να φωνάζουν και με μεγαλύτερη ένταση και να λένε: «δρόμο απ’ εδώ παλιόπαιδα!».

Έτρεξαν ακόμα λίγο μέχρι που λαχάνιασαν. Έμειναν ακίνητοι για ώρα. Κοιταχτήκανε στα μάτια. Αγκαλιαστήκανε. Συμφωνήσανε και οι δύο, πως θα συναντιούνται σε πολυκατοικίες και θα χτυπάνε τα κουδούνια μέχρι να κουραστούν. Μέχρι να πονέσουν τα χείλη τους από τα φιλιά. Μέχρι να εμφανιστεί κάποιος και να τους πει: «δώσατε χρώμα στην μέρα μου», έστω κι αν η οθόνη είναι πάντα ασπρόμαυρη…

_

*Στίχος από τον “Άμλετ της Σελήνης”, του Μάνου Ελευθερίου
Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε Νοέμβρη του 2013

Συνέντευξη: Ηλεκτρονικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος: «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Κρίσης», Γνωρίστε τους Βραβευθέντες!
Βιβλίο: https://itunes.apple.com/us/book/o-erotas-sta-chronia-tes-krises/id1057211797?mt=11

Το νησί

Κάποιος μου ζήτησε εκατόν είκοσι λέξεις για να σε περιγράψω.
Στην αρχή σκέφτηκα πως είναι πάρα πολύ λίγες. Μετά σκέφτηκα πως είναι πάρα πολλές. Ύστερα σκέφτηκα να σε περιγράψω με ένα τραγούδι, ύστερα με μία ταινία, ύστερα με ένα ποίημα. Στα αλήθεια, δεν κατέληξα πουθενά…

Λένε, πως οι άνθρωποι είναι μακρινά ταξίδια. Βέβαια, κάνεις ποτέ δεν μίλησε, αν το ταξίδι το πραγματοποιείς τη στιγμή που γνωρίζεις τον άνθρωπο ή είναι η απόσταση που χρειάζεται να διασχίσεις μέχρι να τον γνωρίσεις. Όπως και να έχει, ο έρωτας είναι ένα καράβι, η αγάπη το νησί και ανάμεσά τους υπάρχει θάλασσα. Εγώ είμαι από τους τυχερούς, τα δάχτυλά μου, έστω και για λίγο βράχηκαν.

Μου μείναμε εκατόν είκοσι λέξεις για να σε περιγράψω.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “120 λέξεις” project.

Λείπει πάλι ο θεός

Στίχοι: Νίκη Παπαθεοχάρη
Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Μαζωνάκης
Τραγούδι: Λείπει πάλι ο θεός

Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τυχαία δύο βλέμματα. Ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια πληθυσμό που έχει η Αθήνα, συναντήθηκαν “τυχαία”… Το αγόρι έμοιαζε με ένα χωράφι που έχει πολύ καιρό να ανθήσει. Το κορίτσι έμοιαζε με βροχή, ή για να τα λέμε όλα, με καταιγίδα… Η απόσταση των δύο ένας ουρανός. Αυτό χρονικά μπορεί να μετρηθεί είτε σαν δευτερόλεπτα, είτε σαν αιωνιότητα. Η απόσταση των δύο όμως για να ερωτευτούν, μια γαμημένη επιμονή παραπάνω. Η επιμονή ήρθε ακαριαία από το αγόρι, βλέπετε η καταιγίδα του κοριτσιού ήταν τόσο γλυκιά, που ακόμα και γυμνός θα καθόταν να βραχεί στις σταγόνες της. Οι παλμοί χτυπούσαν γρήγορα, ποτέ ξανά δεν το είχε πάθει. Όσο αγχωτικό ήταν, τόσο ωραία αισθανόταν, μιας και τα βλέφαρα της κοπέλας ήταν τόσο καλοσχηματισμένα, που ποτέ να μην του έλεγε την απάντηση, πάλι θα είχε κερδίσει κάτι. Αλλά ποια ήταν η ερώτηση; Ο ουρανός είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, και το έδαφος του αγοριού ήταν έτοιμο να ανθίσει. Η ερώτηση ήταν αν θα ήθελε το κορίτσι να βγει με το αγόρι. Εκείνη έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της, χάζεψε λίγο στο κινητό της, και μετά ακούμπησε το αγόρι στο πρόσωπο. Ο ουρανός άλλαξε ρότα, και οι στάλες σταμάτησαν. Τα βλέφαρά της κοπέλας καρφώθηκαν στο μυαλό του αγοριού, σαν μία από τις πιο όμορφες θέες που είχε συναντήσει ποτέ. Οι δρόμοι τους χώρισαν. Ακόμα και οι περαστικοί χάθηκαν. Μια καρδιά να σου φυτέψω δεν μπορώ, είπε το αγόρι….

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Ο συγγραφέας των λογοτεχνικών projects

Συναντήσαμε τον Γιώργο Ιατρίδη, τον συγγραφέα που συνδημιούργησε το Inner, ένα πρωτότυπο site που συνδυάζει το blogging με τη δικτύωση

Ο Γιώργος Ιατρίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ηλεκτρονικής του ΤΕΙ Πειραιά. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παλαιό Φάληρο, ένα μέρος που όπως λέει ο ίδιος τον έχει σημαδέψει. Μένει κάπου κοντά στη θάλασσα, αλλά το μόνο θαλάσσιο σπορ που κάνει, είναι «να καταγράφει την αρμύρα της σε στίχους». Ασχολείται με τα περισσότερα είδη λογοτεχνίας και ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία.

Ξεκίνησε την πορεία του στη λογοτεχνία γράφοντας στίχους, μετά άρχισε να δημοσιεύει σε free press, έπειτα να γράφει διηγήματα και να αρθρογραφεί στο ίντερνετ. Η συνέχεια δόθηκε με τα λογοτεχνικά πρότζεκτ στο διαδίκτυο και τον Ιανουάριο του 2015 ήρθε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Το φαινόμενο της πεταλούδας».

Στην προσπάθειά του να ενώσει όλες του τις ιδιότητες μαζί, συνδημιούργησε το Inner, ένα πρωτότυπο site που συνδυάζει το blogging με τη δικτύωση. Του αρέσει υπερβολικά να κάνει ποδήλατο, να διαβάζει, να παρακολουθεί τις νέες τάσεις των κοινωνικών δικτύων, να μελετάει κάθε τι έχει να κάνει με το παραδοσιακό στοιχείο, αλλά και να… τρώει μακαρόνια. Τέλος, αυτόν τον καιρό γράφει το νέο βιβλίο του.

Τι ακριβώς ήταν το πρότζεκτ “25th hour”, και πώς προέκυψε το e-book;
Το πρότζεκτ “25th hour” ήταν ένα λογοτεχνικό εγχείρημα που διήρκησε έναν ολόκληρο χρόνο. Συγκεκριμένα, η διάθεση του πρότζεκτ ήταν να ανεβαίνει κάθε μία μέρα και ένα κείμενο από διαφορετικό συγγραφέα. Υπήρχε μόνο μία βασική προϋπόθεση, πως ο τίτλος θα είναι ίδιος για όλους: «25η ώρα». Γράφτηκαν δηλαδή 365 κείμενα για μια «έννοια» που ουσιαστικά δεν υπάρχει!

Από τις 15 Μαΐου 2014, που ανέβηκε το πρώτο κείμενο, μέχρι και τις 14 Μαΐου 2015, που ανέβηκε το τελευταίο, αναρτήθηκαν αδιαλείπτως συμμετοχές στο ειδικά διαμορφωμένο blog. Η τόσο μεγάλη απήχηση, αλλά και η επιρροή που είχε στον κόσμο, με οδήγησε στο να βγάλω το e-book· με όλες φυσικά τις συμμετοχές που δημοσιεύτηκαν. Το e-book εννοείται πως διανέμεται ελεύθερα και δωρεάν.

Θέλω να μας πεις τι πραγματεύεται, την αφορμή, αλλά και τον τελικό σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε το δεύτερο σου πρότζεκτ, το «Γραμμόφωνο».
Το «Γραμμόφωνο» είναι ένα ανοιχτό λογοτεχνικό πρότζεκτ, όπου εδώ η μουσική εμπνέει τη λογοτεχνία! Μπορεί δηλαδή κάποιος να κλέψει τίτλους από τραγούδια και να συνθέσει με λέξεις το δικό του κείμενο. Το συγκεκριμένο πρότζεκτ τρέχει από 1η Ιουλίου 2015 και μέχρι στιγμής έχουν συγκεντρωθεί πάνω από 250 κείμενα εμπνευσμένα από τους στίχους, αλλά και τις παρτιτούρες τραγουδιών. Επίσης να πω πως αυτό το πρότζεκτ είναι εν εξελίξει, τρέχει δηλαδή κανονικά. Δεν έχω ορίσει κάποιο κλείσιμο. Μακάρι να υπάρχουν κι άλλες συμμετοχές και να κρατήσει και για άλλο τόσο.

Η αφορμή ήταν ένα διήγημα που είχα γράψει, εμπνευσμένος από ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι. Το σκέφτηκα λίγο παραπάνω και είπα πως αυτό δυνητικά μπορεί να γίνει η αρχή για ένα μεγάλο πρότζεκτ. Έτσι κι έγινε. Ο τελικός σκοπός του είναι, πρώτον, ο οποιοσδήποτε να μπορεί να εκφραστεί, αλλά και να δημιουργήσει. Δεύτερον, ενέχει τον χαρακτήρα της δικτύωσης, μια και όλα τα άτομα που συμμετέχουν έχουν έναν κοινό παρονομαστή, που είναι η αγάπη τους για τη λογοτεχνία. Τρίτον, συντάσσεται κατά αυτό τον τρόπο μια on-line βιβλιοθήκη, η δημιουργία που είπαμε πιο πριν μετατρέπεται τώρα σε κοινό αγαθό, και έτσι το έργο είναι εύκολα προσβάσιμο σε όλους!

Πιστεύεις ότι οι νέοι συγγραφείς σήμερα έχουν αρκετές ευκαιρίες στην έκδοση των βιβλίων;
Τα πράγματα στην Ελλάδα στον χώρο του βιβλίου δεν πηγαίνουν τόσο καλά. Για να βγάλει ένας πρωτοεμφανιζόμενος βιβλίο χρειάζεται συνήθως ή να πληρώσει αδρά τον εκδοτικό ή να τον έχει ξάδελφο. Γι’ αυτό και υπάρχουν άλλοι τρόποι έκδοσης, η αυτοέκδοση και το e-book. Βέβαια, για εμένα, ούτε αρχίζει, αλλά ούτε και τελειώνει η ζωή αν κάποιος νέος συγγραφέας έχει δίπλα στο όνομά του έναν καλό εκδοτικό οίκο. Η λογοτεχνία είναι μια συνεχόμενη πάλη, όπου κάθε μέρα πρέπει να ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Εν ολίγοις, δεν πρέπει να στεκόμαστε σε κανέναν εκδοτικό, τις ευκαιρίες τις γεννάμε εμείς, αν κάτι είναι καλό και αξίζει, θα βρει τον δρόμο του.

Πες μου δυο λόγια για το πρώτο σου βιβλίο, αλλά και πώς εμπνεύστηκες τον τίτλο του.
«Το φαινόμενο της πεταλούδας» κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2015 και επίσης αποτελεί αυτοέκδοση. Όσο για τη θεματολογία, ένας 70χρονος, ο κ. Ασημένιος, ξεκινάει από την Κηφισιά με τελικό σκοπό να φτάσει στον Πειραιά. Ακολουθεί δηλαδή στωικά τις γραμμές του Ηλεκτρικού. Κάθε σταθμός και ένα δίδαγμα, κάθε στάση και ένα συμβάν. Επίσης, στο ταξίδι αυτό τον ακολουθεί μια πεταλούδα. Αληθινά γεγονότα, μπλεγμένα με μυθοπλασία, σε παίρνουν από το χέρι και σε ταξιδεύουν από το ένα άκρο της Αθήνας μέχρι το άλλο. Όσο για τον τίτλο, δεν έχει να κάνει με την ομώνυμη ταινία, αλλά ουσιαστικά σχετίζεται με τον φυσικό νόμο, όπου απειροελάχιστες μεταβολές στην καθημερινότητα, μπορούν να μας αποφέρουν τεράστιες αλλαγές σε βάθος χρόνου.

Θα ήθελα να μου γράψεις μια φράση για το σήμερα που ζούμε.
Ευτυχώς που υπάρχουν τα “like” κι οι άνθρωποι μπορούν να δείχνουν τη συμπάθειά τους στον άλλον.

Αγαπημένοι συγγραφείς – ένας Έλληνας και ένα ξένος;
Μακράν Νίκος Καζαντζάκης και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Θα μας πεις τέσσερα βιβλία που πρέπει να διαβάσουμε στις διακοπές;
Νίκος Καζαντζάκης, Ο Βραχόκηπος
John Green, Αναζητώντας την Αλάσκα
Στέργια Κάββαλου, Φαμιλιάλ
Γιάννης Φαρσάρης, Φόβος κανένας

Μια επιθυμία σου, ένα όνειρο, αλλά και τι δεν θα έκανες ποτέ για τη δόξα.
Μια επιθυμία μου είναι να δώσω στίχους στον Γιάννη Χαρούλη.
Ένα όνειρό μου είναι να ζω για τη λογοτεχνία, αλλά να βιοπορίζομαι από το ίντερνετ.
Δεν θα ξεπουλιόμουνα -όπως πολλοί- στα κοινωνικά δίκτυα, για να μαζέψω μερικούς ακόλουθους και μερικές καρδούλες παραπάνω.

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στο Πρώτο Θέμα.
Κείμενο / Φωτογραφίες: Στέφανος Καστρινάκης