Πρωινό ή βραδινό γράψιμο;

Υπάρχει διαφορά στο να γράφουμε το πρωί ή το βράδυ; Αλλάζει η ψυχοσύνθεσή μας με το πόσο φως έχει έξω ο ουρανός;

ΠΡΩΙ
«Πάντα γράφω το πρωί. Το μυαλό, τότε, είναι πιο διαυγές και οι καλύτερες σκέψεις έρχονται μόλις σηκωθώ από το κρεβάτι ή μετά από έναν ευχάριστο περίπατο.» Tolstoy

Δεν μπορώ παρά να μην συμφωνήσω με τον Tolstoy, το πρωί το μυαλό έχει μια πιο διαυγή ματιά, μπορούμε να καταγράψουμε πιο εύκολα και με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σκέψη μας και ίσως τότε να επικρατεί περισσότερο η λογική πάνω στα γραπτά μας. Η επιστήμη πάντως λέει, πως η ιδανική ώρα για γράψιμο, είναι νωρίς το πρωί, ύστερα από έναν περίπατο.

Ακόμα, αν θέλουμε να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στο θέμα, θα πούμε πως το πρωί ξεκινάει ο κόσμος, αρχίζει μία καινούργια μέρα, είναι ακόμα μία ευκαιρία να αποδείξουμε πως αξίζουμε. Έτσι, τα γραπτά μας έχουν μεγαλύτερη αισιοδοξία, μεγαλύτερη ελπίδα, και είναι ίσως πιο χαρούμενα. Τότε, όλες οι αισθήσεις μας είναι πιο ενεργές και ζητάμε από τον εαυτό μας να καταφέρει αυτό που δεν κατάφερε χτες. Να προχωρήσει ακόμα ένα βήμα, είτε στο άρθρο που μας απασχολεί, είτε στο να βρούμε την κατάλληλη πλοκή, είτε να διαμορφώσει κατάλληλα τους χαρακτήρες.

ΒΡΑΔΥ
«Τη νύχτα, όταν ο κόσμος έχει γυρίσει πίσω στις σπηλιές του και οι ονειροπόλοι έχουν μείνει μόνοι τους, ξεδιπλώνονται εμπνεύσεις και δυνατότητες που θα ήταν αδύνατες σε οποιαδήποτε άλλη, λιγότερο ήσυχη ώρα.» HP Lovecraft

Όσον αναφορά το βράδυ, η γραφή μας μεταλλάσσεται σε πιο εσωτερική, σε πιο προσωπική, διεισδύουμε καλύτερα στα μύχια της ψυχής μας, έτσι, καταγράφουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που νιώθουμε, εν αντιθέσει, με το πρωί, που όπως είπαμε, καταγράφουμε καλύτερα αυτό που σκεφτόμαστε. Ίσως, το βράδυ να γινόμαστε και περισσότεροι κυνικοί, πιο ερωτικοί, πιο γενναίοι. Εξάλλου, όπως είπε και ο Lovecraft τότε οι μνήμες έρχονται και κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια μας.

Το βράδυ συνεχίζουμε αυτό που αφήσαμε το πρωί· μετρώντας λάθη που κάναμε την ημέρα, και ίσως να γινόμαστε καλύτεροι. Καλύτεροι ως άνθρωποι, παρά ως γραφιάδες. Το βράδυ περισσότερο ονειροπολούμε, παρά γράφουμε. Ή για να το πούμε καλύτερα ονειροπολούμε γράφοντας. Η κούραση της ημέρας αποδομεί τη λογική, αυτό από μόνο του μας φέρνει πιο κοντά στην πλάνη και στην παράνοια. Γράφουμε χωρίς να σκεφτόμαστε το αύριο, γιατί πολύ απλά μπορεί να έχει πάει τόσο αργά, που να έχει έρθει ήδη το αύριο. Το βράδυ γράφουμε για το τώρα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Τελικά όμως τι είναι καλύτερο; Σίγουρα δεν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο. Αφού γράφουμε όλα πάνε καλά (ή μάλλον). Αν βέβαια πρέπει να απαντήσω σε αυτήν την κλειστή τύπου ερώτηση, θα έλεγα, πως ανάλογα με το τι θέλουμε να γράψουμε. Αν για παράδειγμα θέλουμε να γράψουμε ένα άρθρο ή ένα διήγημα καλυτέρα να επιλέξουμε πρωινή ώρα. Αν όμως θέλουμε να γράψουμε ένα ποίημα ή έναν στίχο καλύτερα να διαλέξουμε τη νύχτα. Αν πάλι θέλουμε να γράψουμε ένα βιβλίο καλύτερα να διαλέξουμε όλες τις ώρες της ημέρας, έτσι ώστε να έχουμε όλες τις εκφάνσεις και τις εκφράσεις της γραφής. Παρ΄ όλα αυτά, όλα καταργούνται με το πως εμείς λειτουργούμε καλύτερα.

Εσείς, αλήθεια, τι προτιμάτε;

Γιώργος Ιατρίδης, Μία από τα ίδια e-book

Η ιδέα έγινε κείμενο, το κείμενο έγινε στήλη και η στήλη e-book.

Το «Μία από τα ίδια» ξεκίνησε σαν μία στήλη στο inner.gr. Από τις 29 Οκτωβρίου μέχρι και τις 4 Νοεμβρίου 2018 δημοσιεύτηκαν ηλεκτρονικά 7 κείμενα. Το κάθε ένα από αυτά εμπεριείχε 24 προτάσεις, όσες δηλαδή και οι ώρες της ημέρας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτυπώνει τη ζωή ενός ανθρώπου που είναι εγκλωβισμένος και αγκιστρωμένος στην καθημερινότητά του. Ουσιαστικά, κάθε ώρα εκτελεί προκαθορισμένες διεργασίες, έπειτα, επαναλαμβάνει τις διεργασίες αυτές επί εβδομαδιαία βάση και κάπως έτσι πιστεύει πως ζει. Το μόνο όμως που γεύεται είναι ένας ατέρμονος κύκλος γεγονότων και καταστάσεων που δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα, κάθε άλλο, τoν γεμίζουν με μια ασφυκτική μοναξιά. Καμία αλλαγή, καμία εναλλαγή, καμία έκπληξη, ούτε καν δυσάρεστη. Άραγε, θα ξεφύγει από τον εαυτό του;

Για να κατεβάσεις το e-book, κάνε κλικ στο εικονίδιο:

Για να το διαβάσεις τώρα, πάτα εδώ.

Μία από τα ίδια, Γιώργος Ιατρίδης – Αθήνα, 2018

Επιμέλεια έκδοσης / Μακέτα εξωφύλλου: Γιώργος Ιατρίδης
Εκδόσεις: inner.gr
Emailinfo@inner.gr

Το έργο “Μία από τα ίδια” διατίθεται υπό την Άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές.

Λίγα λόγα για εμένα:
Γράφω, φωτογραφίζω, αρθρογραφώ, και επίσης μου αρέσει να φτιάχνω κοιτίδες πολιτισμού στο internet. Αυτό τον καιρό γράφω στο blog μου, αλλά και στο inner.

Γιατί γράφεις;

–Γιατί γράφεις; (ρώτησε το κορίτσι)
–Γράφω για να πολεμήσω αυτά που δεν μου δίνει η ζωή (απάντησε το αγόρι)
–Αν παίζαμε χαρτοπόλεμο τότε θα νικούσες…
–Ξέρεις, υπάρχουν αρκετά που πιστεύω πως δεν μπορώ να τα λύσω χωρίς το χαρτί
–Μα κοίταξε τους ανθρώπους τριγύρω σου, αυτοί γράφουν;
–Και ποιος σου είπε πως είναι στα καλά τους;
–Ωραία, πες μου τότε κάτι που έχεις λύσει μέσα από τη γραφή
–Με μία πρόταση θα μπορούσα να σου πω, πως έχω έρθει πιο κοντά σε αυτό που λέμε αγάπη
–Δηλαδή…
–Δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι, γύρω μας, όπως είπες κι εσύ, νιώθω πως νηστεύουν την αγάπη, για κάποιο λόγο την κρατάνε τόσο πολύ μέσα τους που κάποια στιγμή σαν ηφαίστειο σκάει και γίνεται πρόβλημα, αρρώστια, καταπίεση και άλλα χίλια δυο
–Όσοι γράφουν είναι ανώτερα όντα δηλαδή; (ρώτησε με υπαινιγμό το κορίτσι)
–Όχι, απλά κυνηγάνε τα όνειρά τους, αυτό ίσως να είναι ένα δείγμα όχι ανωτερότητας, αλλά δημιουργικότητας
–Όλα τα κείμενά σου είναι θλιμμένα όμως
–Ε, όχι κι όλα… (είπε χαμογελώντας το αγόρι)
–Σχεδόν όλα τότε…
–Εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία της λογοτεχνίας, αν ήμουν καλά δε θα έγραφα, γράφω για να θρέψω τις πληγές μου
–Μα τις πληγές αυτές τις ανοίγεις εσύ ο ίδιος
–Τις ανοίγω, αλλά όταν τις κλείνω γίνομαι καλύτερος
–Ξέρεις πόσες φορές ήρθαμε τόσο κοντά και νόμιζα πως θα με φιλήσεις…
–Το κατάλαβα κι εγώ, αλλά εκ των υστέρων
–Οπότε δεν μπορείς να μου μιλάς για αγάπη
–Αν απλά θέλεις ένα φιλί και λίγο sex, τότε ναι, δεν μπορώ να μιλάω για αγάπη

(Τα δύο παιδιά σωπάσανε για λίγο)

–Νύχτωσε (είπε το κορίτσι)
–Ας φύγουμε (αποκρίθηκε το αγόρι)

Το ασανσέρ

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε την ίδια ώρα. Τελικά κατέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «εννιά», εκεί σταματάω για να πάω στη δουλειά.

Κάθε φορά που μπαίνω σε ασανσέρ, σκέφτομαι, πως αυτός εδώ ο χώρος έχει δύο όψεις. Είναι ένα καλό απομονωτήριο, αλλά και το μέρος που μπορείς πολύ εύκολα να γνωρίσεις κόσμο. Αρχικά, είναι ένα ησυχαστήριο γιατί κανείς δε θα σε ενοχλήσει. Οι άνθρωποι στο ασανσέρ ξύνονται, παίζουν με τα μαλλιά τους, με το κινητό τους, κοιτάζονται στον καθρέφτη, αλλά ποτέ δε μιλάνε σε κάποιον άγνωστο – αυτό μοιάζει σαν άγραφη συμφωνία που έχουμε υπογράψει όλοι πριν μπούμε σε έναν ανελκυστήρα. Τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά. Η άλλη όψη βέβαια του ασανσέρ είναι πολύ καλύτερη, μιας, και μυρίζεις τον άλλον, αισθάνεσαι το άγχος του, τον κοιτάς στα μάτια, κι αν τύχει και ξυπνήσεις εσύ καλά, ο άλλος καλά, τα ζώδια σας να είναι σε τροχιά γνωριμιών, τότε, υπάρχει μια πιθανότητα ο ένας από τους δύο να ξεστομίσει ένα «γεια».

Το ασανσέρ είναι ο καλύτερος καθρέφτης της εγκόσμιας ζωής μας. Όπως συμπεριφερόμαστε μέσα σε ένα ασανσέρ έτσι ακριβώς δράμε και στη ζωή. Επιζητάμε δηλαδή με απόγνωση να δούμε τον εαυτό μας μέσα σε καθρέφτες, έπειτα να τον θαυμάσουμε, ύστερα να τον φωτογραφίσουμε και τέλος να δημοσιεύσουμε το είδωλό μας. Όμως, αυτή η διαδικασία υποσυνείδητα, αλλά και συνειδήτα, μας κλείνει ακόμα περισσότερο, για αυτό και τις φορές που βρίσκεται κάποιος δίπλα μας δεν του μιλάμε. Άλλες φορές βέβαια, όταν είμαστε μόνοι στο ασανσέρ θα κοιτάξουμε προς το μέρος των παπουτσιών μας, δείγμα πως δε πιστεύουμε στον εαυτό μας, ενώ όταν περιτριγυριζόμαστε από άλλους θα ψιλώσουμε λίγο για να φαινόμαστε πιο ψηλοί. Άρα, όταν μπαίνουμε σε έναν ασανσέρ εμφανίζουμε ένα ανεξήγητο σύνδρομο διπροσωπίας.

Το ασανσέρ είναι καθρέφτης και της ψυχή μας, με μεγαλύτερη ευκολία θα πατήσουμε το κουμπί «stop» ή το κουμπί με το κουδούνι, παρά το κουμπί για να πάμε σε κάποιον άλλον όροφο από αυτό που δουλεύουμε. Βρε αδελφέ, για να δούμε μια διαφορετική εικόνα, πώς άραγε τα περνάνε στο κάτω πάτωμα ή πώς μοιάζουν οι άνθρωποι στο πάνω επίπεδο. Αυτό φυσικά υποδηλώνει πόσο κουρασμένες είναι οι ζωές μας, πόσο ρουτινιασμένες είναι, αλλά και πόσο ενδιαφερόμαστε για να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Το κουμπί της ταράτσας βέβαια, ούτε κατά διάνοια, η υψοφοβία της καρδιάς μας δεν μας αφήνει να “ψηλώσουμε” λίγο ακόμα. Μία μέρα όμως, έχουμε-δεν έχουμε κόσμο δίπλα μας, κι αν έχουμε τα κότσια βέβαια, μπορούμε να κάνουμε αυτό. Να πατήσουμε με οργή το «stop», να σταματήσουμε την κυκλοφορία και τη ροή της καθημερινότητας και να χαζέψουμε λίγο έξω από το παράθυρο, ίσως, έτσι νιώσουμε λιγάκι ελευθερία, έστω για μια στιγμή.

Πάτησα δυο-τρεις φορές το κουμπί νομίζοντας πως το ασανσέρ θα έρθει πιο γρήγορα. Μάταια, το ασανσέρ έκανε πάλι την ίδια ώρα. Τελικά ανέβηκε και αυτόματα άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του. Επιβιβάστηκα και αμέσως πάτησα το κουμπί «μηδέν», εκεί σταματάω για να πάω στο σπίτι.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην “Εναλλακτική δράση“.

Κατά λάθος

Αν μπορούσαμε να στεγνώσουμε όλα μας τα λάθη σε ένα μόνο φύσημα του ανέμου θα το κάναμε;

Κάποιος μας κάρφωσε να ζήσουμε σε αυτήν τη γη, οπότε τα λάθη μας, αλλά και τα σωστά τα κουβαλάμε στην παλάμη μας. Ύστερα, γνωρίζουμε ανθρώπους κι όσο περισσότερο τους ακουμπάμε, τόσο τους γεμίζουμε με λάθη. Ολόκληρος ο κόσμος αποτελείται από λάθη. Τυπογραφικά, λάθος εκτίμηση του καιρού, λάθη εκ του αποτελέσματος, εκ παραδρομής, εσκεμμένα λάθη. Παρ’ όλα αυτά και τα λάθη είναι σωστά. Είναι ο δρόμος για να κάνουμε λιγότερα λάθη.

Η ζωή μας γλυκαίνει όταν κάνουμε λάθη, αρκεί να έχουμε τα κότσια να τα παραδεχόμαστε. Πόσα “λάθη επί λαθών” έγιναν η αφορμή για κάτι καλύτερο; Πόσα από αυτά τα “κατά λάθος” έγιναν όμορφες σχέσεις;

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ.

Η Αλίκη στη χώρα των σωμάτων

Όταν πραγματοποιείς σχέδια για το μέλλον, κάποιος άλλος γελάει με το παρόν σου.

Η Αλίκη δούλευε ως πωλήτρια σε ένα συνοικιακό μαγαζί με αντρικά ρούχα στην Αθήνα. Ήταν 32 χρονών, καστανή, με καστανά μάτια και με ωραία πιασίματα. Το μαγαζί αποτελούταν από μία υπεύθυνη και τρεις άλλες πωλήτριες. Η υπεύθυνη ήταν μια γεροντοκόρη με ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά, που σε λίγο καιρό θα έβγαινε σε σύνταξη. Οι άλλες τρεις πωλήτριες ήταν συμπαθητικές κοπελίτσες, αλλά με αδιάφορα χαρακτηριστικά. Εκείνη ήταν η πιο όμορφη, αλλά και η καλύτερη πωλήτρια του μαγαζιού· οπότε, πολλές φορές, η ξανθιά υπεύθυνη την άφηνε να διοικεί και μόνη της. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί ότι υπήρχαν ώρες της ημέρας που βαριόταν. Τις ώρες αυτές σκεφτόταν διάφορα, άλλες φορές στιγμές που την είχαν κάνει ευτυχισμένη, κι άλλες φορές πόσο ωραίο θα ήταν να είναι δικό της ο χώρος.

Συνήθως όταν ένας άνθρωπος είναι πολύ καλός σε κάτι, κάπου αλλού έχει αδυναμία. Η αδυναμία λοιπόν της Αλίκης ήταν, οι άντρες. Και επίσης δούλευε στο κατάλληλο μέρος, για να τονωθεί η συγκεκριμένη αδυναμία της. Κάθε φορά λοιπόν, που έβγαινε από τα δοκιμαστήρια ένας ωραίος άντρας, πήγαινε και άνοιγε την κουρτίνα, τάχα για να φαίνεται πως δεν το χρησιμοποιεί κανείς, αλλά στην πραγματικότητα, πήγαινε για να αναπνεύσει αντρικά αρώματα. Δούλευε στη θέση αυτή τους τελευταίους δέκα μήνες, οπότε ήταν η πρώτη της φορά που θα δούλευε Χριστούγεννα… και επίσης ήταν τα μοναδικά Χριστούγεννα που δεν είχε κάποιον να την αγκαλιάσει…

Το ημερολόγιο έδειχνε 29 Δεκέμβριου, και το ρολόι 20:30. Η Αλίκη ήταν μόνη της στο κατάστημα, λίγη ώρα απέμενε έτσι ώστε να τελειώσει η βάρδιά της. Καθώς χάζευε στο facebook της φίλες της να ανεβάζουν τα αγόρια τους και συμμαθήτριες της να φοράνε καυτά φορέματα, το ραδιοφωνάκι έπαιζε ένα Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, εκείνη την στιγμή άρχισε να φαντάζεται πράγματα, βρώμικα πράγματα. Ότι καθόταν στο σαλόνι της με ένα ποτήρι κρασί, και εκεί που βλέπει τηλεόραση, ήρθε κάποιος να την κλέψει… Όμως εκείνη καταφέρνει να τον δέσει… και αρχίζει να τρίβεται πάνω του…  Και λίγο πιο μετά να κάνουν άλλα πράγματα… Αναστέναξε.

Ξάφνου όμως μπήκε μέσα στο μαγαζί ένας άντρας, που ίσως να θύμιζε τον κλέφτη του ονείρου της… αλλά αυτός ήταν πιο, πιο, πιο…

-Γεια σου
-Γεια..
-Θα ήθελα να δοκιμάσω ένα κουστούμι.
-Από εδώ..

Η Αλίκη δάγκωσε το κάτω χείλος της, “έκοψε” τον άντρα από πάνω μέχρι κάτω, και έπιασε στα χέρια της μια μεζούρα. Εκείνος ήταν ψηλός, με ωραίο σώμα, κοντά μαλλιά, ωραία μάτια, και ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπο που τον έκανε ακόμα πιο όμορφο. Αφού λοιπόν διαλέξανε ένα κουστούμι, του έδειξε το δρόμο προς το δοκιμαστήριο. Εκείνος το δοκίμασε, κι αν ήταν μία φορά ωραίος με αυτά που φόραγε πριν, τώρα ήταν απλά υπέροχος! Βγήκε έξω με ύφος και της είπε «πώς είμαι;» Εκείνη δεν μίλησε, απλά έσκυψε στα γόνατα, πήρε τη μεζούρα, και άρχισε να του μετράει τους πόντους από το καβάλο μέχρι τα παπούτσια, και μετά του μέτραγε τη μέση, και για να σιγουρευτεί ξανά το ίδιο. Κάτι άρχισε να εξέχει όμως στο καβάλο…

Το πρώτο πράγμα που έκανε η Αλίκη ήταν να τον χαϊδέψει. Η αλήθεια είναι, πως ακόμη και η ίδια δεν παραξενεύτηκε καθόλου με την κίνησή της αυτή, ίσα ίσα της ήρθε αβίαστα. Της φάνηκε όλο αυτό πολύ αυθόρμητο, σαν να ήθελε να το κάνει από καιρό, και τώρα απλά να συνέβαινε. Πιο ύστερα, εκείνος της είπε, «ήρθε η ώρα να μετρήσεις και αυτό», τότε εκείνη με μια απλή και καθημερινή κίνηση ξεκούμπωσε τη ζώνη του, κατέβασε το μποξεράκι του, και μέτρησε το σκληρό πέος του.

-Το περίμενες;
-Ήταν πέρα από αυτό που φανταζόμουνα…

Η Αλίκη ήταν ένας συνδυασμός συνεσταλμένου, αλλά και αυθόρμητου κοριτσιού. Πότε χρησιμοποιούσε το ένα και πότε το άλλο, ήταν η άμυνά της για να “προχωράει” στη ζωή. Είχε κάνει τέσσερις σοβαρές σχέσεις, αλλά ακόμα κανείς δεν της είχε κάνει το μεγάλο κλικ. Δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνθρωπο που δεν θα μπορούσε να του ξεπληρώσει το καλό που της έκανε, σε όλους τους προηγούμενους μπορούσε…

Και κατ’ ευθείαν εκείνος, με το δεξί του χέρι, έπιασε το πίσω μέρος του κεφαλιού της.. και με το αριστερό το πέος του, και της το έβαλε στο στόμα. Εκείνη άφησε τη μεζούρα τυλιγμένη γύρω από το λαιμό της, και τώρα άρχισε να τον γλύφει. Αφού το έβαλε για δυο λεπτά στο στόμα της, ο άντρας την σήκωσε και άρχισε να την γδύνει. Η Αλίκη φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα μέχρι τον αστράγαλο, όπου αναδείκνυε τις καμπύλες της. Εκείνος της έβγαλε το ρούχο και της άφησε μόνο τα εσώρουχα – για κάποιο παράξενο λόγο ήξερε πως κάτι θα συμβεί σήμερα, και είχε βάλει ένα από τα αγαπημένα της σετ εσωρούχων. Ύστερα, από μόνη της, ξανά έπεσε στα γόνατα και του πήρε πίπα για άλλα τέσσερα λεπτά – δείγμα πως τον ήθελε πολύ. Συγχρόνως κοίταζε τον εαυτό της στους καθρέφτες του μαγαζιού. Σιγά σιγά έβγαλε το σουτιέν της και κατευθύνθηκε, μπροστά σε έναν ολόσωμο καθρέφτη. Στήθηκε. Τον ήθελε τόσο πολύ.

Εκείνος έβγαλε τα παπούτσια του, το παντελόνι του και τα πάνω ρούχα, και πήγε προς το μέρος της. Η Αλίκη κατέβασε λίγο το στριγκάκι της και κρατήθηκε από τον καθρέφτη. Τώρα αυτός έπεσε στα γόνατα, και άρχισε να της φυλάει το κωλαράκι, το αιδοίο και μετά να της βάζει δάχτυλο, και πιο μετά δάχτυλα, αυτά έγιναν σε κυκλική συχνότητα, και ταυτόχρονα τον έπαιζε. Μετά σηκώθηκε όρθιος, και της τον έβαλε. Εκείνη κοιταζόταν μία στον καθρέφτη και μία κοίταζε τα μάτια του άγνωστου άντρα – που ακόμα δεν ήξερε πώς τον λένε ή ποιος είναι. Ένιωθε πολύ ωραία, μιας και εξελισσόταν ένα από τα καλύτερα sex που είχε κάνει. Εκείνος δεν μίλαγε, απλά απολάμβανε το αναπάντεχο πήδημα μαζί της. Αυτή η σχεδόν όρθια στάση κράτησε για περίπου εφτά λεπτά! Η Αλίκη φυσικά αναστέναζε από ευτυχία και ηδονή, στιγμιαία σκέφτηκε πως το μαγαζί δεν ήταν κλειδωμένο, και εκείνη υποτίθεται πως δούλευε τώρα.. αυτό την καύλωσε ακόμα πιο πολύ.

Αμέσως μετά ο άντρας την έστησε σ’ ένα μικρό τραπεζάκι, αφού είχε πετάξει μερικά ρούχα κάτω. Εκείνη ανάσκελα και εκείνος από πάνω της. Κρατιόταν τώρα από το αριστερό πόδι της και ξανά άρχισε το “σφυροκόπημα”. Παράλληλα της έβαζε το δάχτυλό του μέσα στο στόμα της. Εκείνη για να το κάνει ακόμη καλύτερο, έτριβε την κλειτορίδα της, τον κοίταζε επίμονα, και επίσης ανάσαινε το αντρικό του άρωμα, αλλά και τη μυρωδιά της σάρκας. Μετά από λίγο πήγε από κάτω της και άρχισε να την γλύφει. Περιμετρικά όλο το αιδοίο της, γλείψιμο και ένα ελαφρύ ρούφηγμα, δεν το έκανε πολύ, γιατί ήθελε να συνεχίσει να της τον βάζει ανελέητα. Κάποια στιγμή, η Αλίκη άκουγε στα αυτιά της χαρμόσυνα καμπανάκια, στην αρχή νόμιζε πως αντιχούσαν επείδη πέρναγε τέλεια, αλλά τελικά ήταν άλλο ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι… Κάπου εκεί ο άντρας πήγε να φιλήσει την Αλίκη για πρώτη φορά. Εκείνη φυσικά ανταποκρίθηκε, αλλά σίγουρα περίμενε καλύτερο φιλί.

Μετά από λίγο πήρε τη μεζούρα, έριξε στο πλάι τη γυναίκα και της έδεσε σφιχτά τα πόδια, επίσης η μεζούρα κατέληγε μέσα στο στοματάκι της… Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σκέφτηκε ο άντρας κάτι. Πως το ξυρισμένο αιδοίο της Αλίκης –αυτή η πανέμορφη θέα– ήταν ότι καλύτερο για τη γεμάτη άγχος μέρα που είχε. Μετά από λίγο ξανά άρχισε κανονικά να της τον βάζει, και με μεγαλύτερος πάθος τώρα. Εκείνη την στιγμή της έδωσε και δύο δυνατές σφαλιάρες στο κωλαράκι της – αυτό μπορεί να θεωρηθεί δείγμα οικειότητας, αλλά και ότι είχε πανέμορφα οπίσθια. Αφού λοιπόν απολαύσανε την στάση αυτή, της έλυσε τα πόδια από την κίτρινη μεζούρα.

Εκείνη σηκώθηκε, χωρίς να της πει κάτι εκείνος, και άρχισε να του γλύφει τις “χριστουγεννιάτικες” μπάλες. Μετά του είπε να κάτσει στο πάτωμα, ανάσκελα, και πάλι του έγλυφε το πέος, από πάνω μέχρι κάτω. Και ύστερα σαν “69”. Μετά από δευτερόλεπτα έπεσε στους αστραγάλους, αφού τον έγλυψε για ακόμα λίγο, μετακίνησε το σώμα της λίγο πιο κάτω και έβαλε μέσα της το δώρο που της έκανε ο Άγιος Βασίλης – τον πούτσο του άγνωστου άντρα. Αφού λοιπόν για πέντε λεπτά το είχε μέσα της, σκεφτόταν πως τα Χριστούγεννα είναι η πιο ωραία εποχή. Γιατί έχουν πολλές εναλλαγές και πολλές εκπλήξεις! Ένιωθε τόσο ζωντανή και σέξι εκείνη την ώρα, όπου μόνη της πήρε την πρωτοβουλία και τον σταμάτησε, τον σήκωσε και άρχισε να του γλύφει το “κεφαλάκι” του. Αφού περάσανε λίγα λεπτά, –για να δείξει ο άντρας ότι κάνει κουμάντο– την έπιασε από τα μαλλιά και τώρα την είχε απέναντί του. Όρθιο ιεραποστολικό μπορεί να θεωρηθεί η στάση που κάνανε, όχι για πολύ, γιατί ο άντρας ήθελε να τελειώσει. Την κατέβασε κάτω και τελείωσε μέσα στο στοματάκι της. Στο όλο καύλα στοματάκι της.

Ύστερα από όλο αυτό, προέκυψε μια αμήχανη στιγμή· για να “σπάσει τον πάγο” η Αλίκη, ρώτησε.

-Τελικά πώς σε λένε;
-Βασίλη.
-Εμένα Αλίκη.
-Το ξέρω.
-Από πού;

Εκείνος δεν απάντησε, και πάλι δημιουργήθηκε αμήχανη στιγμή. Η Αλίκη χάιδεψε ελαφρά τον άντρα στην πλάτη και τον ξανά ρώτησε με αφέλεια, αλλά και με δόση χιούμορ.

-Τελικά θα το πάρεις το κουστούμι;
-Αλίκη, εγώ είμαι ο καινούργιος σου υπεύθυνος…

Εκείνη έμεινε με ανοιχτό το στόμα, ντράπηκε όσο δεν έχει ντραπεί ποτέ στη ζωή της, και ύστερα του ζήτησε χίλια συγνώμη, αλλά και πάλι ήθελε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί.

Ο Βασίλης σχεδόν αγνόησε τα λόγια της Αλίκης και δοκίμασε να μιλήσει αυτός πρώτος. Της είπε πως αν είναι τόσο υπάκουη στη δουλειά, όπως και στο sex, θα τα περάσουν τέλεια! Της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και της πρότεινε να του κάνει το τραπέζι την Πρωτοχρονιά.

Το 2017 τους βρήκε αγκαλιασμένους, η Αλίκη φόραγε ένα σέξι κόκκινο μίνι φόρεμα και ο Βασίλης το νέο του κουστούμι!

Η πολυκατοικία

Έχετε δοκιμάσει ποτέ, πόσο αναπαυτικά είναι τα σκαλιά μιας ξένης πολυκατοικίας; Μιας πολυκατοικίας με μεγάλο κήπο, τραπέζι, κόκκινες τριανταφυλλιές και που είναι λίγο πιο δίπλα από εκεί μου μένετε;

Ο Χρήστος γνώρισε την Άννα σε ένα μαγαζί ανταλλαγής ρούχων. Είχανε πάει και οι δύο για τον ίδιο σκοπό, για να αλλάξουν μερικά ρούχα που δεν τα είχαν ανάγκη πια. Ακόμα, τις τελευταίες μέρες δεν τους περίσσευαν λεφτά, για να αγοράσουν κάτι καινούριο, οπότε έπρεπε να βρουν άλλες λύσεις στη ζωή τους. Ο Χρήστος πήγαινε για πρώτη φορά σε ένα τέτοιου είδους μαγαζί και έτσι δεν είχε πάρει μαζί του πολλά ρούχα, μόνο ένα παντελόνι. Το συγκεκριμένο παντελόνι του το είχαν κάνει δώρο πέρσι στα γενέθλιά του, όταν έκλεισε τα 23. Η Άννα πάλι, ήταν με δύο φίλες της και από τα ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους, φαινόντουσαν ότι είχαν ξαναεπισκεφτεί το συγκεκριμένο μαγαζί• είχανε κουβαλήσει μια ντουλάπα η κάθε μία…
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πήγε προς το μέρος της και της είπε:
―Αυτή εδώ η μπλούζα θα σου πήγαινε!
―Λες; Του είπε δίνοντας του ένα χαμόγελο…
Πράγματι, την δοκίμασε και ήταν πολύ καλή πάνω της. Δεν είπαν πολλά στο μαγαζί, αντάλλαξαν μόνο ονόματα και αριθμούς.

Το πρώτο ραντεβού τους διέφερε από τα συνηθισμένα. Εξάλλου ο Χρήστος απεχθανόταν το λογικό, πάντα του άρεσε το αντισυμβατικό, το ελεύθερο. Δεν επέλεξε να την βγάλει σε κάποιο ακριβό εστιατόριο, ούτε σε κάποιο μαγαζί της παραλιακής για να την εντυπωσιάσει, θα μπορούσε βέβαια, με πολλές οικονομίες, αλλά δεν ήθελε, δεν ήταν φτιαγμένος για «ένδοξα Παρίσια*». Στα μηνύματα που της έστειλε της είπε: «πες μου που μένεις και μην ντυθείς πολύ καλά». Ποιο αγόρι όμως λέει σε μία κοπέλα, να μη βάλει ωραία ρούχα, ειδικά στο πρώτο ραντεβού; Η Άννα δέχτηκε, αφού ένα από τα τελευταία της μότο, ήταν να δοκιμάσει καινούρια πράγματα και καταστάσεις… Ταιριάζανε τα χνώτα τους μέχρι στιγμής. Ώρα συνάντησης είχαν ορίσει τις 6 το απόγευμα. Έτσι ο ήλιος έδυε αρκετά αργά, αφού βρισκόμασταν στα μέσα του Αυγούστου• κανένα όμως από τα δύο παιδιά δεν είχε φύγει για διακοπές. Ο Χρήστος έμενε στον Νέο Κόσμο και η Άννα στο Παλαιό Φάληρο. Μια διαδρομή που ο Χρήστος την έκανε 15’ με το ποδήλατό του. Δεν έτρεξε και πολύ, δεν ήθελε να ιδρώσει. Κλείδωσε το χωρίς φρένα ποδήλατό του μερικά στενά μακριά από το σπίτι της, και αυτό επειδή ήθελε να περιπλανηθεί λίγο στη γειτονιά της. Φτάνοντας στο σπίτι της, της έκανε μια αναπάντητη και εκείνη μετά από 5’ κατέβηκε.

Η Άννα είχε ντυθεί απλά, είχε ακούσει τον Χρήστο. Φόραγε ένα τζιν σορτσάκι και την “καινούρια” μπλούζα που είχε ανταλλάξει – την μπλούζα που της είχε διαλέξει εκείνος. Έδειχνε πιο όμορφη τώρα, από ότι στο μαγαζί, έστω κι αν δεν είχε βάλει τα καλά της ρούχα. Είχε αφήσει ελεύθερα τα ξανθά μακριά μαλλιά της και τα καστανά μάτια της έλαμπαν, δεν τα σκέπαζαν το αϊλάινερ και η μάσκαρα.
―Γεια!
―Γεια σου!
―Πού πάμε; Ρώτησε η Άννα με περιέργεια.
―Από εδώ, έγνεψε ο Χρήστος.
Περπατάγανε αργά, πολλές φορές σταματάγανε για να δώσουν έμφαση στα λόγια τους και κοιταζόντουσαν στα μάτια. Ήταν πραγματικά σαν να μην τους ένοιαζε τίποτα άλλο εκείνη την στιγμή, από το πως θα εντυπωσιάσουν τον διπλανό τους με αυτά που είχαν κάνει στο παρελθόν. Είχαν ξεχάσει για λίγο τα προβλήματα της καθημερινότητάς. Περπατάγανε με την απόλυτη ηρεμία και ελευθερία, εξάλλου όλη η ζωή ανοιγόταν μπροστά τους, με τα καλά και τα άσχημα.

Ύστερα από λίγο περπάτημα, ο Χρήστος είδε μια ωραία πολυκατοικία.
―Έλα να μπούμε μέσα.
―Πού; Εδώ; Αφού είναι ξένη η πολυκατοικία!
―Και τι σημασία έχει;
Η πολυκατοικία απ’ έξω έλεγε Ερατούς 39. Η Άννα δεν είχε δει ποτέ αυτήν την πολυκατοικία ή μάλλον δεν την είχε προσέξει ποτέ, παρ’ όλου που ερχόταν συνέχεια από αυτόν το δρόμο με τ’ αμάξι, για να πάει στην σχολή της. Άνοιξαν δειλά δειλά την μικρή καγκελένια πόρτα, και μαζί με αυτήν, άνοιξε διάπλατα ένας επίγειος παράδεισος. Η πολυκατοικία δεν ήταν σύγχρονη, δεν είχε στην αυλή της σιντριβάνια και πισίνες, κάθε άλλο, ήταν ένα παλιό κτίσμα που απλά είχε έναν ωραίο και μεγάλο κήπο. Μπήκανε μέσα με μια περίεργη αίσθηση, μια αίσθηση γλυκιάς αγωνίας για κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά. Ο Χρήστος πήγε κατ’ ευθείαν στις τριανταφυλλιές, όπου δεν έμοιαζαν απόλυτα ανθισμένες… παρ’ όλα αυτά, τις έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, και της το πρόσφερε με ένα χαμόγελο.
―Μυρίζει υπέροχα, είπε η Άννα.
Ύστερα, μπήκαν πιο μέσα. Είδαν ένα πράσινο μεταλλικό τραπέζι και προχώρησαν προς τα εκεί. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι άρχισαν να μιλάνε για τη ζωή… Για τις έγνοιές τους, για την αλλήθωρη γενιά τους, και γενικά τι τους χαλάει στο σήμερα.

Συζητήσανε για τον εγωισμό, για την απάθεια, που μαστίζει ολοένα την κοινωνία. Για την μοναξιά που έχει γίνει μόδα, αλλά και για την κρίση που παθαίνουν οι άνθρωποι όταν αντιληφτούν πως είναι ερωτευμένοι… Μίλησαν κι για άλλα, πέρα από τα άγχη τους και τις ανησυχίες τους. Όρισαν τις λέξεις ουρανός, δέντρο, μπαλόνι, γειτονιά… Μίλησαν για τα αγαπημένα τους τραγούδια, για τα αγαπημένα τους χρώματα… αλλά και για τις διακοπές που θα ήθελαν να πάνε και δεν πήγαν. Μέσα από τον διάλογο ξεχάσανε την αγκιστρωμένη συσκευή που έχουν πάνω τους και που λέγεται ρολόι. Μετά από λίγο σηκώθηκαν, δεν τους ικανοποιούσε το τραπέζι, θέλανε να κάτσουν κάπου που θα είναι πιο κοντά ο ένας στον άλλον.

Κάθισαν σε κάτι σκαλάκια που βρισκόντουσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας, μπορεί να μην ήταν τόσο αναπαυτικά σαν τις καρέκλες, αλλά τώρα αισθανόντουσαν δίπλα! Παρ’ όλα αυτά, βολεύτηκαν σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι, σαν να ήταν οι μόνοι ένοικοι σε αυτόν τον κόσμο! Ο Χρήστος της έπιασε το χέρι, εκείνη έδειχνε να ανταποκρίνεται. Πιασμένοι και οι δύο, ένιωσαν τη δύναμη, αλλά και την αδυναμία που έχει ένα σώμα… Γελάγανε, γελάγανε όσο πιο δυνατά μπορούσαν, σαν να ήταν η τελευταία φορά που θα γελάσουν! Πια, είχανε διώξει όλο το άγχος του πρώτου ραντεβού, αλλά και την αγωνία της άγνωστης τοποθεσίας. Κανείς δεν τους έβλεπε, κάνεις δεν τους άκουγε. Κανείς δεν τους παρακολουθούσε από την κλειδαρότρυπα. Ή σχεδόν κανείς, αφού πίσω από το μέρος που καθόντουσαν υπήρχε το γκαράζ, και κάποιος έπλενε το αυτοκίνητό του. Ήταν ο κηπουρός της πολυκατοικίας, το κατάλαβαν από τα ρούχα που φόραγε, αλλά αντί να ποτίζει τις τριανταφυλλιές, πότιζε τ’ αμάξι του… Φιληθήκανε. Τότε, το μόνο που ακουγόταν, σε αυτό τον μικρό δρόμο του Φαλήρου, ήταν οι χτύποι της καρδιάς τους, που χτυπούσαν δυνατά και χωρίς κάποιο ρυθμό. Σταματήσανε. Ο Χρήστος έβλεπε όχι με την άκρη, αλλά με το πιο γεμάτο βλέμμα, τα ελάχιστα απροκάλυπτα σημεία που άφηνε η μικρή Άννα να φανούν. Μπήκε μέσα στο σώμα της με τα μάτια. Ξαναγελάσανε. Μύρισε τα μαλλιά της, χάθηκε μες τη ζωή από το άρωμά της. Μια ελαφριά παράνοια, αλλά και ένας πόθος ηδονής αγκάλιασαν τις πέντε του αισθήσεις.

Η Άννα πήγε να ξαναφιλήσει τον Χρήστο, μα εκείνος την σταμάτησε απότομα. «Σήκω», της είπε, και την έπιασε από το χέρι. Πήγαν και στάθηκαν ακριβώς στο χαλάκι της πολυκατοικίας, μπροστά από το θυροτηλέφωνο. Ο Χρήστος άρχισε να πατά με μανία ένα-ένα τα κουδούνια, όλα, χωρίς καμία εξαίρεση, από πάνω μέχρι κάτω, και αυτά από τους οφθαλμίατρους και τους παθολόγους… «Τι κάνεις;;;», τον ρώτησε απορημένη. Της Άννας αυτή η κίνηση της θύμισε τότε που λέγανε τα κάλαντα, και για να κερδίσουν χρόνο πάταγαν όλα τα ονόματα, μέχρι να τους ανοίξει κάποιος και να μπουν μέσα. Μείνανε έτσι αγκαλιασμένοι και περιμένανε τις πρώτες αντιδράσεις. Άργησαν να απαντήσουν, και έτσι ο Χρήστος ανακάλυπτε ολοένα το σώμα του κοριτσιού… Ακούστηκε το πρώτο «ναι;», τότε ο Χρήστος χάιδεψε την Άννα πίσω στο λαιμό. Ακούστηκε το πρώτο «παρακαλώ;», τότε την φίλησε στο μάγουλο. Ακούστηκε το πρώτο «ποιος είναι;», τότε ο Χρήστος δάγκωσε ελαφριά τα χείλη της. Ακούστηκε το πρώτο «ορίστε;», τότε ένωσε την γλώσσα του, με την δικιά της. Ακούστηκε το πρώτο «δουλειά δεν έχετε εσείς;», τότε ο Χρήστος κράτησε σφιχτά την Άννα από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο, μακριά από τον κήπο. Βέβαια, οι φωνές από το θυροτηλέφωνο δεν σταμάτησαν, -ακόμα κι αν δεν έβλεπαν κανέναν στην οθόνη- συνέχισαν κάποιοι να φωνάζουν και με μεγαλύτερη ένταση και να λένε: «δρόμο απ’ εδώ παλιόπαιδα!».

Έτρεξαν ακόμα λίγο μέχρι που λαχάνιασαν. Έμειναν ακίνητοι για ώρα. Κοιταχτήκανε στα μάτια. Αγκαλιαστήκανε. Συμφωνήσανε και οι δύο, πως θα συναντιούνται σε πολυκατοικίες και θα χτυπάνε τα κουδούνια μέχρι να κουραστούν. Μέχρι να πονέσουν τα χείλη τους από τα φιλιά. Μέχρι να εμφανιστεί κάποιος και να τους πει: «δώσατε χρώμα στην μέρα μου», έστω κι αν η οθόνη είναι πάντα ασπρόμαυρη…

_

*Στίχος από τον “Άμλετ της Σελήνης”, του Μάνου Ελευθερίου
Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε Νοέμβρη του 2013

Συνέντευξη: Ηλεκτρονικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος: «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Κρίσης», Γνωρίστε τους Βραβευθέντες!
Βιβλίο: https://itunes.apple.com/us/book/o-erotas-sta-chronia-tes-krises/id1057211797?mt=11

Λείπει πάλι ο θεός

Στίχοι: Νίκη Παπαθεοχάρη
Μουσική: Γιώργος Σαμπάνης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Μαζωνάκης
Τραγούδι: Λείπει πάλι ο θεός

Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τυχαία δύο βλέμματα. Ανάμεσα σε τρία εκατομμύρια πληθυσμό που έχει η Αθήνα, συναντήθηκαν “τυχαία”… Το αγόρι έμοιαζε με ένα χωράφι που έχει πολύ καιρό να ανθήσει. Το κορίτσι έμοιαζε με βροχή, ή για να τα λέμε όλα, με καταιγίδα… Η απόσταση των δύο ένας ουρανός. Αυτό χρονικά μπορεί να μετρηθεί είτε σαν δευτερόλεπτα, είτε σαν αιωνιότητα. Η απόσταση των δύο όμως για να ερωτευτούν, μια γαμημένη επιμονή παραπάνω. Η επιμονή ήρθε ακαριαία από το αγόρι, βλέπετε η καταιγίδα του κοριτσιού ήταν τόσο γλυκιά, που ακόμα και γυμνός θα καθόταν να βραχεί στις σταγόνες της. Οι παλμοί χτυπούσαν γρήγορα, ποτέ ξανά δεν το είχε πάθει. Όσο αγχωτικό ήταν, τόσο ωραία αισθανόταν, μιας και τα βλέφαρα της κοπέλας ήταν τόσο καλοσχηματισμένα, που ποτέ να μην του έλεγε την απάντηση, πάλι θα είχε κερδίσει κάτι. Αλλά ποια ήταν η ερώτηση; Ο ουρανός είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, και το έδαφος του αγοριού ήταν έτοιμο να ανθίσει. Η ερώτηση ήταν αν θα ήθελε το κορίτσι να βγει με το αγόρι. Εκείνη έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της, χάζεψε λίγο στο κινητό της, και μετά ακούμπησε το αγόρι στο πρόσωπο. Ο ουρανός άλλαξε ρότα, και οι στάλες σταμάτησαν. Τα βλέφαρά της κοπέλας καρφώθηκαν στο μυαλό του αγοριού, σαν μία από τις πιο όμορφες θέες που είχε συναντήσει ποτέ. Οι δρόμοι τους χώρισαν. Ακόμα και οι περαστικοί χάθηκαν. Μια καρδιά να σου φυτέψω δεν μπορώ, είπε το αγόρι….

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Τα φάρμακα

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Πρώτη εκτέλεση: Κατερίνα Στανίση & Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Τραγούδι: Τα φάρμακα

Φάρμακα για να περάσει ο πόνος.
Φάρμακα για να σταματήσει ο χρόνος.
Φάρμακα για να μην νιώθεις μόνος.
Φάρμακα για τον πυρετό, τις ναυτίες, τις αλλεργίες, τις συνεδρίες.
Φάρμακα για τις διαγνώσεις, τις προγνώσεις, αλλά και για τις γνώσεις.
Φάρμακα για να περάσεις καλά, φάρμακα για να περάσεις πολύ καλά, φάρμακα για να σε “στείλουν”.
Φάρμακα για τον έρωτα, για τα βράδια τα ξενέρωτα, φάρμακα για τις δεσμεύσεις και για να μη δεσμευτείς.
Φάρμακα για τις γιορτές, τις λύπες, τις χαρές, τους χωρισμούς, τους ενδοιασμούς, τους παροξυσμούς και τους εκνευρισμούς.
Φάρμακα στα συρτάρια, στα ψυγεία, στα ντουλάπια και στα σκρίνια. Φάρμακα στο πάτωμα.
Φάρμακα για τους τόπους, για το πώς, για το γιατί, για το γιατί δεν ήρθε, για το γιατί δεν πήγες.
Φάρμακα για τα όνειρα, για τους εφιάλτες, για αυτά που είπες, για αυτά που δεν είπες.
Φάρμακα για τα πάντα.
Φάρμακα για την επόμενη μέρα.
Φάρμακα για την επόμενη νύχτα.
Φάρμακα για τον επόμενο χρόνο.
Φάρμακα για να ζήσεις, φάρμακα για να μην ζήσεις, φάρμακα για τα πάντα, σου λέω.
Φάρμακα για τα φάρμακα.
Μεγάλα φάρμακα για να γλυκαίνουν τη μικρή ζωή μας.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Τέσσερα λεπτά

Η ζωή μοιάζει με ένα σκουλικιασμένο πράσινο μήλο. Τα πάντα γύρω μας σαπίζουν, χαλάνε, ασχημαίνουν, εμείς ασχημαίνουμε. Γύρω μας επικρατεί θλίψη για το άγνωστο· αντί να βασιλεύει η χαρά, η χαρά για αυτό που δε ξέρουμε πως θα έρθει.

Κάναμε έκτρωση σε όλες τις ελπίδες μας, αλλά παρ’ όλα αυτά, γεννήθηκαν φόβοι. Ύστερα, πήραμε τους φόβους και τους κάναμε ανάγκες. Τις ανάγκες τις δέσαμε σφικτά κόμπο και τις φορέσαμε για μενταγιόν, να φωτίζουν εμάς και τους γύρω μας. Τελικά, πλαγιάσαμε μόνοι σε διπλό κρεβάτι. Ονειρευτήκαμε καλύτερο αύριο, αλλά ξυπνήσαμε με τσίμπλες από σπέρματα στα μάτια.

Τα εκθρέψαμε τα σκουλήκια, ναι, τους βγάλαμε όνομα, γλυκό να φάνε, και τώρα πια είναι δύσκολο να ζήσουμε χωρίς αυτά. Τώρα γαργαλάνε τα σώματά μας κι εμείς γελάμε από ευχαρίστηση. Κλεισμένα και φυλακισμένα στα εσωτερικά τοιχώματα, καρτεράνε καινούριες μέρες.

Εμείς είμαστε τα σκουλήκια· που βάζουμε κάτω το κεφάλι και προχωράμε. Βάζουμε κάτω τους αγκώνες και προχωράμε, περιμένοντας να δούμε δύση από το χώμα. Περιμένοντας να βρούμε μια όμορφη γαμημένη στιγμή να πιαστούμε.

Καμιά ζωή δεν μπορεί να είναι καλύτερη από αυτή που υπάρχει τώρα. Πόσο θα ήθελα να πάω μαζί σου σινεμά. Κι ας μη κράταγε το έργο μιάμιση ώρα. Ας κράταγε μονάχα τέσσερα λεπτά.

_

Η πρώτη δημοσίευση έγινε εδώ.

Πόση ζωή χωράει σε τέσσερα λεπτά; Μόνο τέσσερα λεπτά για να αγαπήσεις. Νά ζήσεις. Να ερωτευτείς. Να κυνηγήσεις τα όνειρα σου, ή να κρυφτείς από τους εφιάλτες σου. Τέσσερα λεπτά από τη ζωή, ή τη φαντασία σου. Σκέψου, γράψε, μοιράσου. Μόνο τέσσερα λεπτά είναι δικά σου. Τέσσερα λεπτά, για  αυτά που έζησες, αλλά και για όλα εκείνα  που περιμένεις να ζήσεις.’Η που δεν εύχεσαι να ζήσεις.

“25th hour” project

“25th hourproject  365 συμμετοχές

Το “25th hour” project ήταν ένα λογοτεχνικό εγχείρημα που διήρκησε για έναν ολόκληρο χρόνο. Η διάθεση του project αυτού ήταν να ανεβαίνει κάθε μία μέρα και ένα κείμενο από διαφορετικό συγγραφέα. Υπήρχε μόνο μία βασική προϋπόθεση, πως ο τίτλος θα είναι ίδιος για όλους: “25η ώρα”. Γράφτηκαν δηλαδή 365 κείμενα για μια “έννοια” που ουσιαστικά δεν υπάρχει! Από τις 15 Μαΐου 2014 που ανέβηκε το πρώτο κείμενο, μέχρι και τις 14 Μαΐου 2015 που ανέβηκε το τελευταίο, αναρτήθηκαν αδιαλείπτως συμμετοχές στο ειδικά διαμορφωμένο blog.

Ιδέα – επιμέλεια έκδοσης:
Γιώργος Ιατρίδης

Εκδόσεις:
updot.gr
ISBN: 978-960-93-7626-6

Το e-book διανέμεται δωρεάν με άδεια Creative Commons:
by-nc-10

 

Κατεβάστε δωρεάν το e-book:
1457292199_pdfs

 

 

Διαβάστε on line το e-book:

Έγραψαν για το e-book:

Λένγκω

Στίχοι: Γιάννης Μαρκόπουλος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Τραγούδι: Ελλάδα (Λένγκω)

Κάπου στους πρόποδες του Ολύμπου υπάρχει ένα πολύ μικρό χωριουδάκι που λέγεται Λένγκω. Το χωριό αυτό πέρα από το ιδιαίτερο όνομα, έχει και κάτι άλλο ακόμα πιο ιδιαίτερο, στο χωριό αυτό ζούνε πάντα εκατό άτομα. Δηλαδή, αν πεθάνει κάποιος, αντικαθίσταται αυτόματα με κάποιον άλλον. Άρα, ο πληθυσμός του χωριού ό,τι και να γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, είναι πάντα εκατό άτομα. Οι ηλικίες των κατοίκων είναι από 18 μέχρι 68, πενήντα γυναίκες και πενήντα άντρες.

Στη Λένγκω γίνονται όλες οι μετρήσεις, οι δημοσκοπήσεις, τα δημοψηφίσματα κι οι αναλύσεις που γίνονται στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, το μικρό αυτό χωριό, λειτουργεί σαν ένα μεγάλο εργαστήριο. Υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργεία της τάξης και της ηθικής είναι μερικοί επιστήμονες, μερικοί επενδυτές, αλλά και πολιτικοί… Φυσικά, όλοι οι δρόμοι στο χωριό, αλλά και τα εσωτερικά των σπιτιών βιντεοσκοπούνται· οι άνθρωποι κυκλοφορούν με χορηγούς πάνω στα ρούχα τους, κάποιοι ακόμα, έχουν κάνει και τατουάζ το brand που διαφημίζουν. Επίσης, όλοι οι κάτοικοι στα δωμάτιά τους έχουν μηχανάκια της AGB, συνδρομητική τηλεόραση, κινητά τελευταίας τεχνολογίας, κι ότι λογιών gadget υπάρχει.

Η ακριβή τοποθεσία του χωριού δεν μπορεί να οριστεί, μιας και οι επιστήμονες που μελετάνε τη Λένγκω, έχουν απενεργοποιήσει το στίγμα του GPS, αλλά και όλες τις άλλες χαρτογραφήσεις. Ακόμα, οι κάτοικοι δεν μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο χωριό, μιας και η νομοθεσία που υπάρχει στη Λένγκω δεν το επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται δηλαδή να βγει, αλλά και να μπει κάποιος από τα σύνορα του χωριού. Οι κάτοικοι της Λένγκω ζούνε πλουσιοπάροχα, έχοντας ό,τι εγκόσμιο καλό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά έγκλειστοι και αποξενωμένοι σε μια κοινότητα που για να εξακολουθήσουν να ζουν, πρέπει να κάνουν συνεχώς μετρήσεις.

Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι του χωριού συμπεριφέρονται κανονικά και απόλυτα φυσιολογικά, δεν αγγίζονται, δε χαϊδεύονται, κατά συνέπεια δεν ερωτεύονται. Δεν έχουν ανάγκη να αγαπηθούν, το μόνο που τους νοιάζει είναι να κάνουν όσα πιο πολλά τεστ, με σκοπό να πάρουν όσο πιο πολλά χρήματα. Βέβαια, ούτε τα λεφτά έχουν ανάγκη, μιας και τα λεφτά που παίρνουν δεν μπορούν να τα καταναλώσουν πουθενά· το χωριό είναι έτσι δομημένο, ώστε να μην μπορεί κανείς, να κάνει καμία αγορά. Το φαγητό, τα ρούχα, τα υλικά αγαθά, τους παρέχονται μέσω από έναν ειδικό σωλήνα, που συνδέει το control room, με το κάθε σπίτι.

Ενώ όλα πήγαιναν “καλά”, κάποιοι στιγμή, ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα του χωριού, πως θα έρθουν κάποιοι επενδυτές για να μελετήσουν τη γη. Φυσικά οι κάτοικοι θορυβήθηκαν και ανησυχήσαν πάρα πολύ, μιας και οτιδήποτε που διέφερε από τη ρουτίνα τους, δεν του άρεσε. Τελικά, οι επενδυτές πήγαν στο control room του χωριού, είδαν μερικά πλάνα, ζωντανά και μαγνητοσκοπημένα και αποφάσισαν πως θέλουν να πάρουν την πλατεία του χωριού, να την αγοράσουν. Η απόφασή τους είχε πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά ό,τι τους άρεσε το αγοράζαν, αφαιρώντας ότι καλή κληρονομία υπήρχε σε αυτόν τον τόπο.

Οι κάτοικοι σκέφτηκαν για μια στιγμή να επαναστατήσουν, αλλά κρατώντας στο ένα χέρι το iPhone και στο άλλο σούσι, διέγραψαν οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Η καθημερινότητα τους, ήταν να περνάνε κλεισμένοι και καταδικασμένοι στο δωμάτιό τους, μη περιμένοντας τίποτα από αυτή τη ζωή, φυλακισμένοι στην κατάθλιψή τους, που πια κύλαγε και στις φλέβες τους… Δεν μπορούσαν να δουν τον ήλιο, τον ουρανό, τα σύννεφα, να ακούσουν μουσική, να κάνουν έρωτα… και κάπως έτσι η ζωή για αυτούς συνεχιζόταν, χωρίς την παραμικρή ικμάδα χαράς. Ώσπου, το χωριό αυτό άδειασε από αξιοθέατα, ρημάχτηκαν οι όμορφες θέες και καταπατήθηκαν όλα, μα όλα τα λουλούδια, δεν απέμεινε τίποτα, παρά μόνο υπολογιστές και τσιπάκια. Οι επενδυτές είτε για γούστο, είτε γιατί τους άρεσε η τοποθεσία, αγόρασαν και το ελάχιστο όμορφο τετραγωνικό που διέθετε η Λένγκω.

Σε μια ανύποπτη στιγμή, με ένα κουμπί, κάποιοι ανώτεροι, έκλεισαν τα φώτα από το χωριό, και άφησαν στο έλεος τους ανθρώπους. Μέσα στο σκοτάδι που είχε απλωθεί στη Λένγκω, οι εκατό κάτοικοι βρήκαν ευκαιρία και συγκεντρώθηκαν έξω από μια γειτονιά. Έστω κι αν δεν μπορούσαν να δουν ο ένας τον άλλον, τώρα αισθανόντουσαν τα μάτια που είχαν απέναντί τους… Ξαφνικά, συνειδητοποίησαν, πως δεν έχουν τίποτα· ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε iPhone, ούτε τίποτα… Μείνανε πάμφτωχοι από υλικά αγαθά, αλλά και από αισθήματα. Στη συγκέντρωσή τους, συμφωνήσαν όλοι, πως μόνο η αγάπη αρκεί. Μόνο το να κάνεις σε αυτήν τη γαμημένη ζωή, κάποιον να χτυπάει η καρδιά του για εσένα, αρκεί. Χωρίς να εξαρτάσαι από τα χρήματα. Ήξεραν καλύτερα και από την αλφάβητο, πως το να δίνεις είναι πιο σημαντικό από το να παίρνεις, και πως δεν μπορείς να ζήσεις, αν δεν έχει όνειρα.

Τώρα βέβαια, όλες οι σκέψεις τους πέφταν στο κενό, μιας και είχαν κλειδωθεί –εθελούσια– σε έναν τόπο που δεν ήξεραν στα αλήθεια που βρίσκεται, αλλά και πώς μπορούν να διαφύγουν. Μέρα με τη μέρα, πέθαιναν και περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς φυσικά να έρχεται κανείς, ούτε καν για βοήθεια. Στο τέλος, έμεινε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Προσπάθησαν να ανέβουν στο πιο ψηλό σημείου του χωριού, μήπως και μπορέσουν να δουν τον ουρανό, αλλά οι επιστήμονες είχαν καλύψει τον ουρανό με μια στρώση μοκέτας. Μείναν εκεί πιασμένοι χεράκι χεράκι· αφυδατωμένοι, νηστικοί και κουρασμένοι, ενώ κάποιοι άλλοι παρά δίπλα τους, τρώγαν με χρυσά κουτάλια. Ξάπλωσαν αγκαλιά στην κρύα γη, για κάποιο λόγο και οι δύο ήταν χαρούμενοι. Είχαν όλα όσα ήθελαν να έχουν…

_

Το διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο”.