Αντίο, κύριε Μάνο Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου αφενός μας έδωσε το αλφαβητάρι, αλλά αφετέρου μας ξεκαθάρισε πως η ζωή θα είναι δίκοπη. Θα έχει ένδοξα Παρίσια, αλλά και φάρμακα στις ντουλάπες, στα μπαούλα και στα σκρίνια. Θα έχει ατέλειωτες εκδρομές, αλλά και στιγμές που θα πρέπει να δώσουμε παράσταση σε άδειο θέατρο. Τα χρόνια μας θα είναι σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία και τα τραγούδια μας θα έχουν παραπονεμένα λόγια. Θα ξεκινήσουμε χωρίς βαλίτσα και παλτό να προλάβουμε το τρένο για την Κατερίνη, αλλά το τρένο ήταν στα όνειρά μας. Βέβαια, στο δρόμο μας θα συναντήσουμε τον Άμλετ της βροχής, τον Άγιο Φεβρουάριο, τους Αργοναύτες, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Σταμάτη Κομνηνότον κουρέα άλλων χρόνων, τους σταθμάρχες, αλλά και τους φίλους μας… Όμως, επειδή πάντα κάτι μένει στα χρόνια της υπομονής, θα προσπαθήσουμε με νύχια και με δόντια να μην είμαστε άλλοι, να τα βάλουμε με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια, με τα ρολόγια και να βρούμε τελικά ποιος τις ζωές μας κυνηγά. Παρ’ όλα αυτά, κάπου θα υπάρχει ένα νησί, κάπου μεταξύ του σπιτιού τη σάλα, κάτω απ’ τη μαρκίζα και στον αγγέλων τα μπουζούκιαΕλεύθεροι και ωραίοι όπως θα είμαστε, θα επιβεβαιώσουμε τον στίχο από έναν από τους μεγαλύτερους σοφούς που είχε αυτός εδώ ο τόπος: τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά.

Χρόνια σαν τριαντάφυλλα

Μια φορά κι έναν κακό καιρό, σε μια παραθαλάσσια επαρχία όλοι οι κάτοικοι ζούσαν γονατιστοί. Δεν είχαν πολλά ενδιαφέροντα, ούτε και πολλές σκοτούρες, το μόνο που πραγματικά τους ένοιαζε ήταν πότε θα πεθάνουν για να γίνουν αγάλματα. Τους ενθουσίαζε τόσο πολύ η ιδέα ενός τριαντάφυλλου που μέσα σε λίγες μέρες ξεραινόταν, που θέλανε να κάνουν το ίδιο και στο σώμα τους. Θέλανε δηλαδή τόσο πολύ να αποξηράνουν τη ψυχή τους. Βέβαια, για να γίνει αυτό, αντί για μέρες έπρεπε να περάσουν χρόνια και μέσα σε αυτά τα χρόνια έπρεπε να αποφεύγουν τη βροχή, το νερό, το γέλιο, την ελπίδα, την αγάπη. Πράγμα δύσκολο για κάποιους, μιας και αγαπάγανε παράφορα το μίσος, τη μισαλλοδοξία, τη βία. Με νομοτέλεια όμως καταφέρανε το στόχο τους. Γίνανε αγάλματα σε πλατείες και μουσειακά είδη σε ψαροταβέρνες. Καταφέρανε να μαρμαρώσουν τα συναισθήματά τους επίγεια, αλλά και επουράνια. Παρ’ όλα αυτά, οι επιγραφές πάνω στις πλάκες δεν έγραφαν τίποτα, ούτε καν τα ονόματά τους…

_

Εμπνευσμένο από το τραγούδι: Χρόνια σαν τριαντάφυλλα 
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης

Τα φάρμακα

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Πρώτη εκτέλεση: Κατερίνα Στανίση & Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Τραγούδι: Τα φάρμακα

Φάρμακα για να περάσει ο πόνος.
Φάρμακα για να σταματήσει ο χρόνος.
Φάρμακα για να μην νιώθεις μόνος.
Φάρμακα για τον πυρετό, τις ναυτίες, τις αλλεργίες, τις συνεδρίες.
Φάρμακα για τις διαγνώσεις, τις προγνώσεις, αλλά και για τις γνώσεις.
Φάρμακα για να περάσεις καλά, φάρμακα για να περάσεις πολύ καλά, φάρμακα για να σε “στείλουν”.
Φάρμακα για τον έρωτα, για τα βράδια τα ξενέρωτα, φάρμακα για τις δεσμεύσεις και για να μη δεσμευτείς.
Φάρμακα για τις γιορτές, τις λύπες, τις χαρές, τους χωρισμούς, τους ενδοιασμούς, τους παροξυσμούς και τους εκνευρισμούς.
Φάρμακα στα συρτάρια, στα ψυγεία, στα ντουλάπια και στα σκρίνια. Φάρμακα στο πάτωμα.
Φάρμακα για τους τόπους, για το πώς, για το γιατί, για το γιατί δεν ήρθε, για το γιατί δεν πήγες.
Φάρμακα για τα όνειρα, για τους εφιάλτες, για αυτά που είπες, για αυτά που δεν είπες.
Φάρμακα για τα πάντα.
Φάρμακα για την επόμενη μέρα.
Φάρμακα για την επόμενη νύχτα.
Φάρμακα για τον επόμενο χρόνο.
Φάρμακα για να ζήσεις, φάρμακα για να μην ζήσεις, φάρμακα για τα πάντα, σου λέω.
Φάρμακα για τα φάρμακα.
Μεγάλα φάρμακα για να γλυκαίνουν τη μικρή ζωή μας.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “Γραμμόφωνο“.

Στα κέρατα του ταύρου

Οι στίχοι από το είκοσι ως και το δυοχιλιάδες
είναι τα δάκρυα αυτών, που ‘γραφαν με ψυχή
ανάρμοστοι πολιτικοί σαν αυστηρές μανάδες
δεν άφηναν το αλφάβητο να μπει μες στη ζωή

Το αίμα έβαψε αργά τα ποιήματα του Παύλου
κι οι συγγενείς τον έδιωξαν να φύγει μακριά
το Rock όμως γεννήθηκε, στα κέρατα του ταύρου
καρφώθηκαν τα ακόντια βαθιά μες την καρδιά

Ο Μάνος μας ξεπέταξε στη φάμπρικα της πείνας
και το μυαλό μας έπηξε μόνο απ’ τη δουλειά
ονείρατα και έρωτες στα δίχτυα της ρουτίνας
όσο γερνάει η θάλασσα, γερνά κι η αρχοντιά

Ποντάρισα τα χρόνια μου μέσα στο πρακτορείο
μα κέρδισε η μοναξιά που ‘ναι τόσο ζεστή
οι λύπες με δικάζουνε σε κάποιο θεωρείο
εκεί που οι στίχοι γράφονται μονάχα σκαλιστοί