Μία νουβέλα αμφίδρομης μαθητείας, του Δημήτρη Αθηνάκη

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Πάντοτε χρειάζεται ένα μεγάλο μπαμ για να ξεκινήσει μία καινούργια ζωή. Στην περίπτωσή μας, στην περίπτωση του κ. Ασημένιου δηλαδή, ήταν η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Το έξυπνο αυτό εύρημα του Γιώργου Ιατρίδη σε βάζει ευθύς εξαρχής στο παιχνίδι του πρώτου έντυπου κειμένου του, της νουβέλας με τον αινιγματικό τίτλο Το φαινόμενο της πεταλούδας. Σιγά τον αινιγματικό, θα πει κανείς, κι ίσως να μην έχει άδικο. Το φαινόμενο της πεταλούδας, ως φυσικό περιστατικό, είναι ένας άλλο τρόπος να δηλωθεί η ενηλικίωση ― βίαιη ή μη.

Η ενηλικίωση του κ. Ασημένιου ήρθε στα εβδομήντα του. Άργησε λιγάκι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ο πολιτισμός, αλλά ήρθε. Ο κ. Ασημένιος είναι ο ήρωας του βιβλίου. Και είναι ένας πραγματικός ήρωας. Ξέρετε πόσο κόπο θέλει να βγεις από δεκαετίες στασιμότητας και να αναζητήσεις ό,τι έχεις χάσει στο μεταξύ; Μπορεί βέβαια και να μη θέλει πολύ κόπο, γιατί οι πυρηνικές εκρήξεις που γίνονται στον μέσα κόσμο σου, έστω και στα εβδομήντα σου, είναι ανυπολόγιστες ― όπως και η δύναμη που σε σπρώχνει να ενηλικιωθείς.

Έχω διάφορες ενστάσεις απέναντι στον εαυτό μου για τη χρήση του όρου «ενηλικίωση». Είναι κάτι σαν αναπόδραστη αντίφαση να χρεώνουμε στα παιδιά την αθωότητα και την ξεγνοιασιά, και τελικά να θεωρούμε τους «μεγάλους» τους κουλ τύπους που θα κατακτήσουν τον κόσμο ― σαν να ηρωοποιούμε τη διαγραφή της αθωότητας. Επίσης, και με την αθωότητα έχω πρόβλημα ως προς τη χρήση της αλλά και τις χρήσεις της, αλλά, αν συνεχίσω έτσι, θα ξημερώσουμε.

To fainomeno tis petaloudasΟ κ. Ασημένιος λοιπόν. Και η ρευματοειδής αρθρίτιδά του. Που τον έκλεισε σ’ ένα νοσοκομείο για μία εβδομάδα. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος στο σπίτι και τον εαυτό του. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος σε άλλα σπίτια, σε άλλα κουτάκια, σε άλλες καθημερινότητες. Η προσωπική του επανάσταση, να βγει δηλαδή απ’ όλα αυτά, ν’ απλώσει τα φτερά του ως άλλη πεταλούδα και να καταλήξει, αναπόφευκτα, στα τετράδια με διαφάνειες από ρυζόχαρτο κάποιου σάικο συλλέκτη, η προσωπική του επανάσταση λοιπόν ήταν να βγει απλώς… στο δρόμο.

Και βγήκε. Με αφηγηματικό όχημα τις ράγες του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου από την Κηφισιά ώς τον Πειραιά, από τη μιαν άκρη στην άλλη δηλαδή, ο Γιώργος Ιατρίδης μάς αφηγείται την τύποις ενηλικίωση του κ. Ασημένιου, αλλά ταυτόχρονα μας σπρώχνει στην πόλη αυτή. Η νουβέλα είναι ένα εισιτήριο για την πόλη. Με ψήγματα urban λογοτεχνίας, ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει την πρωτεύουσα όπως εκείνη ζει και εξελίσσεται στο απόλυτο παρόν.

Απέφυγα ώς τώρα να αναφέρω το όνομα «Αθήνα». Με τον όρο «Αθήνα», αυτομάτως όλοι θα φέρουμε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας γι’ αυτή την πόλη. Ίσως και να μελαγχολήσουμε λιγάκι ή, ακόμα ακόμα, και να εκνευριστούμε γιατί σήμερα το λεωφορείο, για παράδειγμα, άργησε 34 λεπτά γιατί πάλι ―και πάλι― το κέντρο ήταν κλειστό γιατί κάποιοι αποφάσισαν να τρέξουν ή να κάνουν ποδήλατο. Κι όμως, ένα ατού στη νουβέλα του Γιώργου Ιατρίδη είναι ότι η πόλη παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο, που, εκόντες άκοντες, αναδιαμορφώνουμε μέσα μας την αρχιτεκτονική της ύπαρξης της Αθήνας. Η πόλη, αυτό το κατατρεγμένο και πολυτραυματισμένο άστυ, στο Φαινόμενο της πεταλούδας, δεν σου πετάει φάτσα φόρα την Αθήνα που έχεις κατά νου κάνοντας προκαθορισμένα δρομολόγια καθημερινά μες στην πόλη. Είναι ένα βιβλίο που σε σπρώχνει στην παρατήρηση, στο να βάλεις σε σειρά αυτό που δεν προλαβαίνεις να δεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αστική μαθητεία.

Κι όσο ο κ. Ασημένιος ―που κάνει ωραία αντίστιξη το όνομά του με το γκρίζο των τσιμέντων της Αθήνας― κατεβαίνει από τον Βορρά στον Νότο ―αφού ο συγγραφέας ήθελε μια ήσυχη κατηφόρα αυτή την «ενηλικίωση»―, όσο περνά σε πιο πυκνοκατοικημένα τμήματα της πόλης, όσο παρατηρεί όλο και περισσότερο, όσο μαθαίνει να βλέπει ―επιτέλους!― τι συμβαίνει γύρω του, τόσο αυξάνεται η θερμοκρασία της γλώσσας του συγγραφέα, τόσο ο κ. Ασημένιος γίνεται όλο και πιο δικός μας, όλο και περισσότερο ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Όχι μιας διπλανής πόρτας, που λέει το κλισέ, αλλά της δικής μας διπλανής ― κι αυτή την πόρτα το κείμενο του Γιώργου Ιατρίδη μάς τη χαρίζει απλόχερα.

Ένας ένας οι σταθμοί, από την Κηφισιά στον Πειραιά, αποτελούν κεφάλαια της μεταμόρφωσης του κ. Ασημένιου. Του κ. Ασημένιου που ήταν μουσικός και που γνώριζε να ξεχωρίσει τα μπάσα από τα πρίμα ― ο κ. Ασημένιος είχε μέσα του όλη την ψυχική και γνωστική σκευή, απλώς για δεκαετίες δεν ήξερε πώς να την εφαρμόσει. Νά, λοιπόν, μία ακόμη αρετή στη νουβέλα: η μαθητεία εμπλουτίζεται με τη δύναμη της πράξης, ενώ έχει προηγηθεί η κατάκτηση της γνώσης. Ο κ. Ασημένιος είναι μία στερεοτυπική αποτύπωση των ανθρώπων που ξέρουν αλλά δεν μπορούν· εκείνων που ίσως και να μπορούν αλλά σίγουρα δεν θέλουν· των ψυχισμών εκείνων, τελικά, που έχουν αποφασίσει ότι… δεν· ένα γενικό και αόριστο «δεν». Και λέω «στερεοτυπική αποτύπωση», γιατί προσπαθώ ν’ αποδώσω την αρτιότητα του χτισίματος του χαρακτήρα του κ. Ασημένιου.

Giorgos-Iatridis-03Δεν είπαμε όμως το σημαντικότερο: ο κ. Ασημένιος πηγαίνει από σταθμό σε σταθμό με τα πόδια, και σημειώστε το. Ώρες επί ωρών, περπατά, αυτός ο εβδομηντάχρονος πάσχων από ρευματοειδή αρθρίτιδα, με λύσσα σχεδόν. Και μια πεταλούδα στον ώμο του. Που μεγαλώνει μαζί του. Που τον ακολουθεί σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι της «ενηλικίωσης». (Αν βλέπατε το γραπτό μου, θα παρατηρούσατε ότι έχω συνεχώς τη λέξη «ενηλικίωση» σε εισαγωγικά. Αφενός, μου αρέσουν τα εισαγωγικά· αφετέρου, συνεχίζω να έχω τις ενστάσεις που σας έλεγα πριν ― και, τελικά, τα εισαγωγικά είναι μάλλον ένας ωραίος γραπτός τρόπος να κλείσεις κάπου το μάτι.)

Το παθιασμένο περπάτημα του κ. Ασημένιου δεν είναι ένα ηρωικό και ευθύβολο περπάτημα. Υπάρχουν, στιγμές, όπως στον σταθμό της Ομόνοιας, που ο κ. Ασημένιος γκρινιάζει, ξενερώνει, δεν θέλει άλλο, βρε αδερφέ. Κι εκεί άρχισα να ταυτίζομαι εγώ μαζί του. Ο Γιώργος Ιατρίδης αποκαθιστά, μια κι έξω, όλους εμάς που φτάνουμε στο μη παρέκει με τα «δεν σε φοβάμαι εσένα, θα τα καταφέρεις», με τα ανόητα «τι ανάγκη έχεις εσύ;» και τα ανήκουστα «έλα, μωρέ, πώς κάνεις έτσι;». Ο κ. Ασημένιος, είτε το ήθελε ο συγγραφέας είτε και όχι, είναι η αποκατάσταση του «ώς εδώ μπορώ». Και συνεχίζει μηχανικά. Αυτόματα. Μίζερα. Έστω. Συνεχίζει.

Το Φαινόμενο της πεταλούδας δεν είναι ένα άρτιο βιβλίο. Φυσικά και έχει τα ελαττώματά του, προφανώς και επιδέχεται βελτιώσεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας όμως είναι η επιτυχημένη προσπάθεια του Γιώργου Ιατρίδη να μιλήσει για την πόλη, για όλους εμάς ξεχωριστά, να γνωρίσει κι εκείνος τι είναι όλα αυτά για τα οποία γράφει. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αμφίδρομη μαθητεία: ο Γιώργος Ιατρίδης μαθαίνει, ο κ. Ασημένιος του Γιώργου Ιατρίδη μάς μαθαίνει και ο αναγνώστης χαίρεται. Αυτό το βιβλίο είναι ένα ωραίο σπρώξιμο ― που είτε το κάνεις είτε σ’ το κάνουν.

Και ξέρετε κάτι; Γενικά, όταν μας σπρώχνουν, καλύτερα να μην αντιστεκόμαστε· ας πέσουμε, μπας και δούμε την πόλη από πιο κοντά.

_

Δημήτρης Αθηνάκης
Pure Bliss, Ρόμβης 24Α, Αθήνα
26.06.2015, Παρασκευή

Social life @ ΓΚΡΕΚΑ

Αυτό είναι το πρώτο πρώτο άρθρο-συνέντευξη με τη συνεργασία μου στο ΓΚΡΕΚΑ. Το ερωτηματολόγιο αυτό πραγματεύει τα social media, αλλά και την επιρροή που ασκούν στην καθημερινότητά μας. Πρώτος που κλήθηκε να απαντήσει ήταν ο Δημήτρης Αθηνάκης. Από εδώ μπορείς να διαβάσεις ολόκληρο το άρθρο.

 

Γεννήθηκε στη Δράμα το 1981· σπούδασε (α)διάφορα, εδώ και έξω· τα μισά τα ’χει μετανιώσει· ασχολείται με τα social media και το ίντερνετ, τη μετάφραση, την επιμέλεια, την κριτική λογοτεχνίας και τις βόλτες στην Αθήνα· πιο πολύ, με τη medianeras.gr, όπου εργάζεται ως creative director· έχει βγάλει και δύο βιβλία ποίησης, αλλά ποιητής δεν είναι· δεν έχει κανέναν τίτλο που να του αρέσει, αλλά χρησιμοποιεί διάφορους για να συνεννοείται· μένει στο κέντρο της Αθήνας· ακούει πολλή μουσική και βγάζει πολλές φωτογραφίες· είναι ο κατάλληλος άνθρωπος την πιο ακατάλληλη στιγμή, συνήθως νωρίς το πρωί· ζει με την ελπίδα να σταματήσει να ελπίζει· και με το μότο: nulla ethica sine aesthetica· εσχάτως, παλεύει να κόψει το κάπνισμα.

#1: Δώσ’ μου ένα URL που σε χαρακτηρίζει.
Νομίζω ότι είναι θα ήταν το http://thequietus.com. Αν δεν ήταν αυτό, θα ήταν το site του Pitchfork ή του Slate. Ή το blog του ταξιδιάρη Adam, που πολύ τον ζηλεύω.

#2: Αν μπορούσες να αγοράσεις ένα hashtag και να το χρησιμοποιείς μόνο εσύ, ποιο θα ήταν αυτό;
Θα ήταν το #ti_leei_i_kopela ή το #se_parakalo_poly. Hashtags γεμάτα εξαλλοσύνη.

#3: Αν αύριο έκλεινε το facebook τι θα έκανες;
Έχω ήδη στην αποθήκη tsu εβαπορέ και ello μακράς διαρκείας. Παρ’ όλ’ αυτά, θα έκανα γιόγκα, kick boxing και ομοιοπαθητική. Δηλαδή, θα χρησιμοποιούσα ακόμη περισσότερο το google plus!

#4: Πιστεύεις στον έρωτα με το πρώτο add;
Δεν πίστευα μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Μέχρι να μου συμβεί δηλαδή. Και ήταν ωραίο.

#5: Ποια είναι η μονάδα μέτρησης των social δικτύων;
Το βαρόμετρο του Skout. Ή οι καφέδες της ημέρας. Ενίοτε, και το αλκοόλ.

#6: Γιατί δίνουμε περισσότερα like, παρά αγκαλιές;
Γιατί δεν έχει σημασία η ποιότητα, αλλά η ποσότητα. Δεν το κάνουμε όλοι αυτό, αλλά ισχύει ως γενικός κανόνας, μου φαίνεται. Από την άλλη, δεν πειράζει να χαρίζουμε αφειδώς τα like μας από τις αγκαλιές μας. Ας μείνουν οι αγκαλιές λιγάκι «ιερές».

#7: Πόσο ζηλεύεις τη virtual ευτυχία των άλλων;
Και μόνο που έβαλες τη λέξη «virtual» μπροστά, δεν ζηλεύω καθόλου. Ωστόσο, αν έλειπε αυτή η λέξη, θα έλεγα ότι τη ζηλεύω όχι με την έννοια του φθόνου, αλλά στο βαθμό που με κινητοποιεί ή με βάζει να σκεφτώ τι μπορεί, σε διάφορες φάσεις, να έχω κάνει λάθος. Παρ’ όλ’ αυτά, αυτό που «ζηλεύω» καθημερινά είναι οι δημιουργικές εξάρσεις των χρηστών. Αυτές κι αν με κινητοποιούν.

#8: Τα status σου έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη ή εκφράζεις αβίαστα κάποια άποψη;
Όταν έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη (πρόσωπο ή ομάδα προσώπων) προσπαθώ να έχουν έντονο (αυτο)σαρκασμό. Στις αβίαστες δημοσιεύσεις, τον πρώτο λόγο έχει το εκάστοτε συναίσθημα. Σχεδόν ποτέ δεν είναι η χαρά ή/και η ευτυχία. Ίσως την προφυλάσσω από το να χαρακτηριστεί «virtual», όπως λες και παραπάνω.

#9: Αν είχες τη δυνατότητα να γράψεις έναν μόνο αλγόριθμο, τι από τα δύο θα διάλεγες: να αποτινάξεις όλη τη μελαγχολία των ανθρώπων που έχει δημιουργηθεί από τα social networks ή να ερωτευτείς παράφορα;
Παράξενο δίλημμα. Η μελαγχολία οδηγεί, κάποιες φορές, στον παράφορο έρωτα, όπως και το αντίθετο φυσικά. Η μελαγχολία των social networks είναι ευθέως ανάλογη με τη μελαγχολία του «υπόλοιπου» κόσμου: η αμεσότητα της δημοσιοποίησης της γνώμης απλώς μας κάνει να φανταζόμαστε ότι ο κόσμος είναι μόνο έτσι, όπως περιγράφεται σε ένα στάτους ή σε ένα λινκ. Κι όμως, αυτή η μελαγχολία είναι δημιουργική από πολλές απόψεις. Εντούτοις, θα εξάλειφα τη μελαγχολία ― άσ’ τη να πάει στο διάολο!

#10: Έτος 2025, πως φαντάζεσαι τα social media;
Δεν τα φαντάζομαι. Τ’ αφήνω να κάνουν εκείνα τη δουλειά τους, κι εγώ τη δική μου. Υποψιάζομαι, όμως, ότι θα αγαπιούνται απ’ όλο και περισσότερο κόσμο. Είναι ό,τι ομορφότερο έχει δημιουργήσει το internet μετά το google και τα προσωπικά blogs. Ας αλλάξουν όσες μορφές θέλουν, πάντως. Αρκεί να υπάρχει κάτι social πάντα. Έστω και virtual. Ποιος είπε ότι χρειαζόμαστε μόνο την πραγματική πραγματικότητα;

Συνέντευξη: Γιώργος Ιατρίδης

Η άνω τελεία γίνεται ερωτηματικό – Δημήτρης Αθηνάκης

-Αν ήταν η μέχρι τώρα ζωή σου μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή η σκηνή;
Δεν ξέρω ποια• θα ήθελα όμως να είναι μια σκηνή, όποια να ’ναι, από αυτήν του Jean Jenet: «Un chant d’amour»

-Γιατί αποδημούν τα πουλιά;
Ο καθένας έχει το καλύτερό του• κι αυτά, νομίζω, αυτό ψάχνουν όλη την ώρα και δεν κάθονται στ’ αυγά τους (κυριολεκτικά).

-Αν σου έλεγαν πως αύριο θα γίνεις άγαλμα, σε ποιο σημείο θα σταματούσες για να κοιτάζεις τον κόσμο;
Σ’ ένα σπίτι ― όπου θα χωρούσα. Και να κρεμούν πάνω μου καπέλα, παλτό, φουλάρια, εσώρουχα. Αλλά σε σπίτι. Σε μουσείο, ας πούμε, θα βαριόμουν• δεν είμαι εγώ για «μην αγγίζετε».

-Πως γίνεται από την χαραμάδα να περνάει τόσο φως;
Να λέμε πάλι καλά που το φως παίρνει πρωτοβουλίες.

-Ποια είναι η μονάδα μέτρησης της ευτυχίας;
Η σέσουλα, νομίζω.

-Ξημέρωμα ή δειλινό;
Ξημέρωμα ― γιατί θα έχει περάσει η νύχτα. Κι η νύχτα είναι, πιστεύω, ωραία όταν την περνάς, όχι όταν την περιμένεις.

-Πως γίνεται η γλώσσα μας να δένεται με γόρδιο δεσμό;
Μάλλον για να μην την καταπίνουμε εύκολα.

-Γιατί οι άνθρωποι νηστεύουν ακόμα και τον έρωτα;
…προσδοκούν ανάστασιν νεκρών.

-Ποιο θα είναι το επόμενο μέσο φυλάκισης μας;
Ποιο είναι το προηγούμενο;

-Μπορούμε να χορέψουμε «πάνω στο φτερό του καρχαρία;»
Δεν ξέρω• αυτός ο Καββαδίας όλη την ώρα έθετε καινούργια όρια στις δυνατότητές μας.

__________
Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι μεταφραστής και επιμελητής κειμένων, ενώ εργάζεται ως copy-conceptionist στον χώρο του online marketing. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.
photo: Venthesikimi Soukoulis