Η άνω τελεία γίνεται ερωτηματικό – Ελένη Φωτάκη

-Αν ήταν η μέχρι τώρα ζωή σου μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή η σκηνή;
Ένα κλάμα, ένα στροβίλισμα κι ένας τάφος. Και γέλια. Πολλά γέλια. Μέσα και πάνω και γύρω από τον τάφο. Σαν σπουργίτια. – η σκηνή είναι δική μου κι η ταινία δεν υπάρχει.

-Γιατί αποδημούν τα πουλιά;
Δεν αποδημούν όλα τα πουλιά. Αποδημούν εκείνα για τα οποία η μη αποδημία ισοδυναμεί με αυτοκτονία.

-Αν σου έλεγαν πως αύριο θα γίνεις άγαλμα, σε ποιο σημείο θα σταματούσες για να κοιτάζεις τον κόσμο;
Έξω από την πόρτα εκείνου που αγαπάω. Αυτός είναι ο μόνος κόσμος. Μόνο που δεν τελειώνει εδώ. Μετά από καιρό, εγώ θα είμαι ένα γκρίζο άγαλμα, λερωμένο από μαρκαδόρους, κατουρημένο απ’ τα πουλιά, αυτός θα έχει πεθάνει και στο σπίτι του θα ζουν άλλοι.

-Πώς γίνεται από τη χαραμάδα να περνάει τόσο φως;
Στο σημείο αυτό, ας τιμήσουμε με ένα βαθύ χειροκρότημα, το “Μαύρο Φόντο”.

-Ποια είναι η μονάδα μέτρησης της ευτυχίας;
Το σταγονόμετρο. Δεν μετράς κάτι που δεν υπάρχει. Η ησυχία και η ανησυχία σε αναλογία που αναγεννά.

-Ξημέρωμα ή δειλινό;
Ξημέρωμα. Γιατί είναι πιο λευκό.

-Πώς γίνεται η γλώσσα μας να δένεται με γόρδιο δεσμό;
Δεν έχω απάντηση. Κρίμα για μένα ίσως, αλλά μιλάω. Εκτός αν το θεωρήσω μάταιο. Αλλά το μάταιο, δεν είναι γόρδιος δεσμός.

-Γιατί νηστεύουμε ακόμα και τον έρωτα;
Δεν νηστεύω τον έρωτα. Αντίθετα, ο έρωτας νηστεύει εμένα.

-Ποιο θα είναι το επόμενο μέσο φυλάκισης μας;
Η βασιλεύουσα βλακεία. Αυτό ήταν και το προηγούμενο.

-Μπορούμε να χορέψουμε «πάνω στο φτερό του καρχαρία;»
Κι αυτό, όπως το θέτετε, απόπειρα αυτοκτονίας είναι. Αίμα στο νερό και μετά μόνο νερό. Γι’ αυτό, παράκληση, μη βγάζετε τους ωραίους στίχους έξω από τα σπίτια τους.

_

Η Ελένη Φωτάκη είναι στιχουργός. Τελευταίοι της ολοκληρωμένοι δίσκοι: Το άσπρο μαμά νοσταλγώ, Μ’ αγαπούσες κι άνθιζε, Είδα του τρελού τα κλάματα, με τους Άγγελο Τριανταφύλλου και Μίνω Μάτσα αντίστοιχα. φωτογραφία: Μάρθα Ζμέη, με την επιμέλεια της Ευαγγελίας Θωμάκου

Ηλεκτρικός Θησέας

Στίχοι: Δημήτρης Βάρος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φωτίου & Παύλος Σιδηρόπουλος

Στο παρόν τραγούδι καταλυτική ήταν η βοήθεια του φίλου Φραγκίσκου Βασιλείου.

Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που ‘χει μαραθεί.

…Ο Θησέας ξεκίνησε με το “καράβι” από την Αθήνα προς την Κρήτη για να βρει και να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Ο Μινώταυρος σκότωνε κάθε εννιά χρόνια, εφτά νέους Αθηναίους και εφτά νέες Αθηναίες, σύμφωνα με μια ποινή που είχε ορίσει ο βασιλιάς Μίνωας. Πριν το ταξίδι ο Θησέας κι ο πατέρας του, ο Αιγέας, συμφώνησαν πως αν καταφέρει και γυρίσει ζωντανός, το καράβι θα έχει άσπρα πανιά. Σε αντίθετη περίπτωση θα έχει μαύρα. Στον παραπάνω στίχο, το πενήντα, σηματοδοτεί τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, στον οποίο νίκησαν οι δυνάμεις που μέχρι σήμερα έχουν την εξουσία. Το καράβι δεν φάνηκε ακόμα, διότι ο Θησέας δεν έχει σκοτώσει τον Μινώταυρο που μας εξουσιάζει. Τα χρόνια περνούν, αλλά, πολλοί περιμένουν αυτό το καράβι με τα άσπρα πανιά κι ας “έχει μαραθεί η ανθοδέσμη”.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

…Η Αριάδνη ήταν η κόρη του Μίνωα που ερωτεύτηκε τον Θησέα. Ήταν αυτή που τον βοήθησε καταλυτικά για να βγει από το λαβύρινθο του Μινώταυρου. Ο μίτος της Αριάδνης ήταν το κάτι παραπάνω για να μπορέσει ο Θησέας να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Ο “Ηλεκτρικός Θησέας”, είναι ο σύγχρονος Θησέας. Είναι ο σύγχρονος ήρωας της καθημερινότητας ή ο λαός που παλεύει για να σκοτώσει τον «Μινώταυρο», αυτόν δηλαδή που τον καταπιέζει και ευθύνεται για τα δεινά και τις αδικίες που έχει προκαλέσει στη κοινωνία. Ωστόσο σύμφωνα με τον στίχο, αυτός βρίσκεται παγιδευμένος μέσα σε “πηγάδι”, θέλοντας να μας πει ότι ο «Ηλεκτρικός Θησέας» είναι σε αδράνεια κι εγκλωβισμένος. Με την “Αριάδνη” παρομοιάζεται «αυτός» που μπορεί να βοηθήσει το λαό, ώστε να βγει από το “πηγάδι”. Ωστόσο «αυτός» δεν υπάρχει ή καλύτερα δεν ακούγεται γι αυτό κι “έχει μουγκαθεί”.

Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
…Στίχος απλός και κατανοητός, δυστυχώς πολύ επίκαιρος και διαχρονικός. Όπως λέει, όμως, κι ένα άλλο τραγούδι «Τίποτα δεν πάει χαμένο, στη χαμένη σου ζωή».
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή.
…Ξεκάθαρος στίχος κι εδώ. Τα αδιέξοδα προβλήματα μπορεί να οδηγήσουν στα ναρκωτικά
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
…Αυτός ο στίχος μπορεί να έχει δύο έννοιες. Η πρώτη, είναι αυτό που αντικειμενικά συμβαίνει όσον αφορά τα “διόδια” και την “εθνική”. Όμως, αν το συνδέσουμε με τον παραπάνω στίχο τα «διόδια» μπορεί να είναι τα χρήματα για την αγορά ναρκωτικών, και η «εθνική» ο άσχημος κι επικίνδυνος δρόμος που οδηγούν.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

…Η επανάληψη είναι η μητέρα της μαθήσεως

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
…Ο στίχος-ερώτηση στοχεύει κατευθείαν τον ακροατή. Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι ίσως να είμαστε κι εμείς «ισοβίτες». Σίγουρα δεν το θέλουμε κι αισθανόμαστε κάποια ντροπή αν είμαστε κι εμείς ένας απ’ αυτούς που “αλαφιάζουν δίχως να πληρώνονται”. Θα προσπαθήσουμε να βγούμε από το στόχαστρο του στιχουργού γιατί δεν το αντέχει η συνείδησή μας. Εάν αυτό συμβεί, τότε το τραγούδι πετυχαίνει το σκοπό του, απελευθερώνοντας έτσι, την τεράστια δύναμη της τέχνης.
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;

…Από τους πιο δυνατούς στίχους του τραγουδιού. Στο πνεύμα του προηγούμενου. Στοχοποιεί αυτούς που ενώ βρίζουν τα βράδια όσους βρίσκονται ψηλά και τους καταδειναστεύουν, την ύστατη ώρα π.χ. μιας απεργίας, σκύβουν το κεφάλι. Δυστυχώς ο στίχος αναφέρεται στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
…Στοχοποιεί αυτούς που έχουν μάθει να ζουν με τη λογική της ανάθεσης των προβλημάτων τους, σε άλλους. Εδώ πάλι αναφέρεται στην πλειοψηφία του λαού, γι αυτό κι ο στιχουργός επιμένει ότι ο ηλεκτρικός Θησέας βρίσκεται σε πηγάδι.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ξανά μέχρι να το κατανοήσουμε.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γέμισαν σκουριά.
…Ολόκληρη η στροφή απευθύνεται πάλι στον ακροατή. Του εξηγεί αρχικά ότι τα “όνειρα” που του τάξανε έχουν “ναυαγήσει”. Τα “κεφάλια” αυτών που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση “γέμισαν σκουριά” θέλοντας να δείξει στον ακροατή το παλιό και γερασμένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα που ζούμε.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκάλωσες στη σκαλωσιά.

…Προσπαθεί καθαρά να αφυπνίσει συνειδήσεις. Τα “σουπερ μάρκετ” αντιπροσωπεύουν τη λογική της υπερκατανάλωσης που μας έχουν επιβάλλει μέσω της διαφήμισης. Είναι ο λόγος που για τον στιχουργό “τελείωσε η ελπίδα” ή το γράφει μόνο και μόνο για να προβληματίσει και να ξυπνήσει την εργατική τάξη που “κοκάλωσε στη σκαλωσιά;”.
Πού πήγαν οι τρακόσιοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
…Επίκληση στο συναίσθημα. Δεν θα μπορούσε να λείπει, από ένα έντονα πολιτικό τραγούδι. Προσπαθεί να πιάσει τον ακροατή στο φιλότιμο.
Προσπαθεί να τον πείσει για την αναγκαιότητα του αγώνα και της πάλης, για να αλλάξει αυτός ο κόσμος, ώστε τα “παιδιά” να ζήσουν σ’ ένα καλύτερο μέλλον.

Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.
…Απαντάει στην ερώτηση του με ερώτηση. Ο “ηλεκτρικός Θησέας” βρίσκεται σε πηγάδι… με λίγα λόγια ο λαός σήμερα δεν αντιδρά. Σίγουρα ο ακροατής δεν το θέλει αυτό. Θέλει τουλάχιστον να πει στα παιδιά του ότι αντέδρασε. Εάν συμβεί αυτό, ο στιχουργός έχει πετύχει το σκοπό του.

Φοβάσαι ότι θα ‘ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,

…Γενικά το τραγούδι, την εποχή που γράφτηκε, αναφέρεται στην προσωρινή ήττα του εργατικού κινήματος που ακόμα και σήμερα είναι πολύ πίσω από τις ανάγκες της εποχής. Ο παραπάνω στίχος ίσως αναφέρεται στα μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας που ανέκαθεν ήταν πιο συντηρητικά.
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.

…Η “γυάλα”, εμένα προσωπικά, μου θυμίζει φυλακή.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί;
…Κάποιοι ψάχνουν τη χαμένη πατρίδα την ώρα που η “Πανδώρα” σκορπίζει στην ανθρωπότητα όλα τα δεινά και τις ασθένειες που ήταν κρυμμένες μέσα στο “κουτί”.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.
…Εδώ έχουμε αλλαγή ρήματος. Η “Αριάδνη” πλέον “έχει μπερδευτεί”.

Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή
…Η μακροχρόνια εναλλαγή αστικών κομμάτων στην κυβέρνηση κι ο τρόπος που «ψάρευαν» ψήφους οδήγησε τον στιχουργό να βγάλει το παραπάνω συμπέρασμα.
Για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή.

…Με αυτόν τον στίχο θέλει να δείξει την απογοήτευση όλων όσων πίστεψαν στην αλλαγή και εξαπατήθηκαν, διότι περίμεναν πως μια κυβέρνηση, χωρίς αυτοί να αγωνιστούν και να κάνουν θυσίες, θα τους έλυνε τα προβλήματα.
Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ’ έχουν βάλει στο κλουβί

…Ίσως ο πιο ταξικός στίχος του τραγουδιού. Στοχεύει κατευθείαν την αστική εξουσία, την άρχουσα τάξη, τους βιομήχανους. Μας λέει ξεκάθαρα ότι αυτοί και μόνο αυτοί ευθύνονται για τα προβλήματα του λαού και της κοινωνίας.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.

…Εδώ πάλι έχουμε αλλαγή ρήματος. Η “Αριάδνη” τώρα “έχει τρελαθεί”, δείτε πόσο εύστοχα χρησιμοποιεί ο στιχουργός τα ρήματα. Πρώτα γίνεται μουγκή, μετά μπερδεύετε και μετά τρελαίνεται, φυσική ροή των πραγμάτων δηλαδή, τοποθετημένη στο τραγούδι.

Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα νέα ψάχνεις για δουλειά.

…Η οικονομική πληγή είναι μεγάλη γι αυτό οπωσδήποτε πρέπει να βρεις δουλειά.
Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά.

…Απογοήτευση και θλίψη για όσα σου συμβαίνουν.
Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά.

…Όλες τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα που κέρδισε η εργατική τάξη με τους αγώνες και τις θυσίες της, έρχονται σήμερα και με έναν νόμο, τις παίρνουν πίσω.
τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.
…Τα “καταφύγια” κατά την γνώμη μου είναι τα πανεπιστήμια γιατί εκεί υπάρχει άσυλο κι εκεί υπάρχει και η νέα γενιά, η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, που της ετοιμάζουν ένα άσχημο μέλλον.

Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ’ έναν άγνωστο θεό
…Ο στίχος εδώ είναι μια άλλη εκδοχή του προηγούμενου στίχου «ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια…».
Κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ.
…Τηλεόραση: ειδήσεις, σίριαλ, φθηνό ροκ. Πλύση εγκεφάλου με λίγα λόγια, “τσίχλα ροκ” είναι όλα εκείνα τα γνωστά συγκροτήματα όπου οι τραγουδιστές τους βγαίνουν στα πρωινά και στα μεσημεριανά και τραγουδάνε…
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό;
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;

…Πολλοί δυνατοί στίχοι κι επίκαιροι.

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.

…Απευθυνόμενος στον ακροατή του λέει -με πολύ ωραία λόγια- να προσπαθήσει να χαλαρώσει, να σκεφτεί μόνος κάποια πράγματα, να προβληματιστεί για να απαντήσει στο παρακάτω δίλημμα.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς
πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.

…Ή θα μείνεις μόνος σου στην κρίση ή θα βγεις στο δρόμο του αγώνα, να παλέψεις, να ενώσεις κι εσύ τη φωνή σου με τους χιλιάδες, εκατομμύρια σαν κι εσένα, επίσης, τον καλύτερο στίχο μας το φύλαξε για το τέλος! Ένα σύνθημα που θα έπρεπε να ακούγεται από τα ηχεία αυτού του τόπου.

_

Το άρθρο γράφτηκε 10.07.2014 για λογαριασμό του “Ορφέα”.

Αντίο, κύριε Μάνο Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου αφενός μας έδωσε το αλφαβητάρι, αλλά αφετέρου μας ξεκαθάρισε πως η ζωή θα είναι δίκοπη. Θα έχει ένδοξα Παρίσια, αλλά και φάρμακα στις ντουλάπες, στα μπαούλα και στα σκρίνια. Θα έχει ατέλειωτες εκδρομές, αλλά και στιγμές που θα πρέπει να δώσουμε παράσταση σε άδειο θέατρο. Τα χρόνια μας θα είναι σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία και τα τραγούδια μας θα έχουν παραπονεμένα λόγια. Θα ξεκινήσουμε χωρίς βαλίτσα και παλτό να προλάβουμε το τρένο για την Κατερίνη, αλλά το τρένο ήταν στα όνειρά μας. Βέβαια, στο δρόμο μας θα συναντήσουμε τον Άμλετ της βροχής, τον Άγιο Φεβρουάριο, τους Αργοναύτες, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Σταμάτη Κομνηνότον κουρέα άλλων χρόνων, τους σταθμάρχες, αλλά και τους φίλους μας… Όμως, επειδή πάντα κάτι μένει στα χρόνια της υπομονής, θα προσπαθήσουμε με νύχια και με δόντια να μην είμαστε άλλοι, να τα βάλουμε με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια, με τα ρολόγια και να βρούμε τελικά ποιος τις ζωές μας κυνηγά. Παρ’ όλα αυτά, κάπου θα υπάρχει ένα νησί, κάπου μεταξύ του σπιτιού τη σάλα, κάτω απ’ τη μαρκίζα και στον αγγέλων τα μπουζούκιαΕλεύθεροι και ωραίοι όπως θα είμαστε, θα επιβεβαιώσουμε τον στίχο από έναν από τους μεγαλύτερους σοφούς που είχε αυτός εδώ ο τόπος: τα τραγούδια που ‘χω γράψει τα φοβάμαι μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά.

Μόνος στο έρημο νησί

12657279_1153414828015952_3822861443852518159_o
Στίχοι: Γιώργος Ιατρίδης
Μουσική: Παντελής Σπύρου
Τζουράς: Παντελής Σπύρου
Κιθάρες: Κωνσταντίνος Υφαντής
Τσέλο: Άννα Λιόκα
Παραγωγή-Σκηνοθεσια: Παντελής Σπύρου
Διεύθυνση φωτογραφίας: Χρήστος Τσιότρας
Μοντάζ: Γιώργος Αιλιανός
Άντρας: Άγγελος Παπουτσής
Συμμετοχή: Λυσίμαχος Παπουτσής

Μόνος στο έρημο νησί
ο μόνος φίλος μου με έχει κάνει πέρα
κι ο μόνος γείτονας δε λέει καλημέρα
πίσω απ’ το τζάμι με κοιτάζει το πρωί

Μόνος στο έρημο νησί
βλέπω τον κόσμο από δυο εφημερίδες
και τη σιωπή μου ξεφυλλίζω στις σελίδες
νιώθω να χάνω και τη λίγη αντοχή

Μόνος στο έρημο νησί
μία φωνή, έστω μια κόρνα αυτοκινήτου
να καταλάβω την ανάσα κάποιου τρίτου
πάντα το λίγο μου αρκούσε για πολύ

Μόνος στο έρημο νησί
κλείνω διπλό τραπέζι στην κλειστή ταβέρνα
κι η συνοδός η μοναξιά, μου λέει κέρνα
έχεις εμένα, τι άλλο θέλεις στη ζωή

Θράσος Κ.

Τα όνειρα που έβλεπες σε κύκλωσαν σα φίδια
σε θρέψανε με αφορμές χωρίς να δεις που πας
και νόμιζες πως έτρεχες, μα έτρεχες στα ίδια
στα μέρη που δεν έμαθες ποτέ να αγαπάς

Νανούρισμα οι προσευχές που προσπαθείς να κάνεις
τις νύχτες που τα φάρμακα γλυκαίνουν το νερό
και παραμύθια με κακούς μ’ αυτά να ανασάνεις
τις ώρες που τ’ ονείρατα σου κλέβουν το καιρό

[R]

Το μάτιασμα που ήθελες στα μάτια να μας ρίξεις
σε φόβιζε σαν όνειρο δίχως το γυρισμό
το μέλλον μας, στο μέλλον σου στα χέρια σου αγγίξεις
και έπλαθες το μύθο σου να μοιάζει με χρησμό

Ποτέ δε μπόρεσες να δεις τα όνειρα των άλλων
γιατί όπως μας έλεγες δε ζούσες τη ζωή
αυτή που πάντα έψαχνες στα λόγια των μεγάλων
τα λόγια που θα ήθελες να είχες πει εσύ

_

Αφιερωμένο στον Θράσο Καμινάκη

Μόνος στο έρημο νησί

Μόνος στο έρημο νησί
ο μόνος φίλος μου με έχει κάνει πέρα
κι ο μόνος γείτονας δε λέει καλημέρα
πίσω απ’ το τζάμι με κοιτάζει το πρωί

Μόνος στο έρημο νησί
βλέπω τον κόσμο από δυο εφημερίδες
και τη σιωπή μου ξεφυλλίζω στις σελίδες
νιώθω να χάνω και τη λίγη αντοχή

Μόνος στο έρημο νησί
μία φωνή, έστω μια κόρνα αυτοκινήτου
να καταλάβω την ανάσα κάποιου τρίτου
πάντα το λίγο μου αρκούσε για πολύ

Μόνος στο έρημο νησί
κλείνω διπλό τραπέζι στην κλειστή ταβέρνα
κι η συνοδός η μοναξιά, μου λέει κέρνα
έχεις εμένα, τι άλλο θέλεις στη ζωή

Θολή φωτογραφία

Η θάλασσα κρεμιέται στις φωνές
σ’ αυτές που για αγάπες δε μιλάνε
το σώμα να νικήσουν με στιγμές
τη τέρψη προσπαθούν να λησμονάνε

Τα κύματα στολίζουν το λαιμό
φορώντας του μια γεύση απ’ αλμύρα
στα πάθη να φορέσουν φυλακτό
να αποστραφούν απ’ τη κακιά τη μοίρα

[R]

Με εμπνεύσεις χρωματίζουν τις νυχτιές
κι αποστηθίζουν φράσεις ποιημάτων
τις ώρες που θα έρχονται οι φωνές
από τον άλλον ήχο των κυμάτων

Τα βράχια προτιμούν απ’ τη στεριά
γιατί η στεριά τους φέρνει μια ναυτία
τα λόγια τους θυμίζουν ξαστεριά
μα οι πράξεις τους θολή φωτογραφία

Τις μέρες που φοβούνται να ξυπνούν
σκεπάζονται με καθαρό σεντόνι
στους δρόμους πάλι μόνοι τριγυρνούν
να βρούνε κάτι για να τους λυτρώνει

Κι ο δρόμος τους πηγαίνει στις ακτές
εκεί που τα αινίγματα θα λύσουν
με ικεσίες και με προσευχές
σκιές από το σώμα τους να σβήσουν