Σ’ εκδικήθηκα

Τα Χριστούγεννα είναι η κατάλληλη εποχή ή για να ερωτευτείς παράφορα ή για να τα βρεις με τον εαυτό σου. Η Έλενα στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μόνη. Μια μόνη τραγουδίστρια σε ένα συγκρότημα στην Ελλάδα. Ήταν είκοσι έξι χρονών, είχε όμορφα γλυκά μελιά μάτια και καστανά μαλλιά. Αδύνατη, όμως με πιασίματα και ένα διαπεραστικό ύφος που μαγνήτιζε. Οι σπουδές της στην μουσική ήταν αρκετές, αλλά συγκριτικά με την πορεία της θα περίμενε κάποιος κάτι καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, οι «Otherside», όπως λεγόντουσαν, αποτελούνταν από την Έλενα στη φωνή και άλλα τρία μέλη. Το συγκρότημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα pop dance group με αρκετό φανατικό κοινό.

Στις 25 Δεκεμβρίου, σε δύο μέρες δηλαδή, οι Otherside θα συμπλήρωναν πέντε χρόνια στο μουσικό στερέωμα και για αυτό το λόγο θα πραγματοποιούσαν μια επετειακή χριστουγεννιάτικη συναυλία στο Γκάζι. Τα μηνύματα από τους followers ήταν χιλιάδες, οπότε περίμεναν και την ανάλογη ανταπόκριση στα εισιτήρια. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που είχαν στείλει στην Έλενα για να την ρωτήσουν για το live, αλλά εκείνη ως γνήσια star τους αγνοούσε επιδεικτικά. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν τι θα φορέσει τη μέρα της συναυλίας. Ήθελε να φορέσει ό,τι πιο sexy γινόταν. Έτσι κι αλλιώς γυναίκα ήταν και ήθελε να τραβήξει όσο περισσότερα βλέμματα μπορούσε. Ήθελε να διαλέξει τα δύο πιο ασυναγώνιστα φορέματα. Ήθελε να κοιτάζουν μόνο εκείνη.

Όλα αρχίσανε κανονικά στη συναυλία. Ο κόσμος ήταν υπερβολικά πολύς και η θερμοκρασία είχε ανέβει κατακόρυφα. Ένας λόγος ήταν και το φόρεμα της Έλενας… Το πρώτο φόρεμα ήταν ένα κολλητό μαύρο γκρι ολόσωμο κορμάκι που άφηνε σχεδόν όλο το μπούστο ακάλυπτο. Βασικά, ενωνόταν από την μία άκρη στην άλλη με πολύ μικρά χρυσά κορδονάκια. Το φόρεμα το είχε συνδυάσει με ψηλοτάκουνες ανοιχτές κίτρινες γόβες και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα κάτω. Το ολόσωμο αυτό φόρεμα αναδείκνυε τέλεια τους γοφούς της, αλλά και το όμορφο στήθος της που ξεπεταγόταν σαν λαχταριστά λευκά σοκολατένια μελομακάρονα.

Όταν λοιπόν πραγματοποιήθηκε το πρώτο break η Έλενα πήγε στο καμαρίνι της να αλλάξει. Είχε περίπου δέκα λεπτά στη διάθεσή της, άλλαζε όμως γρήγορα, οπότε μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να χαλαρώσει. Έβγαλε με νάζι το φόρεμα –λες και την κοιτούσε κάποιος– και κατευθύνθηκε προς αυτό που θα φόραγε για το τελευταίο πρόγραμμα. Όταν είδε όμως το σώμα της ολόγυμνο στον καθρέφτη –μιας και δε φόραγε καθόλου εσώρουχα κατά τη διάρκεια της συναυλίας– αναστατώθηκε. Κάτι φούντωσε στιγμιαία τόσο που αυτή η φλόγα δεν έσβηνε ούτε με όλο το νερό του Μαραθώνα.

Άρχισε να τρίβεται και να βάζει δάχτυλο στο αιδοίο της, σκεφτόταν το κοινό να την κοιτάζει και εκείνη να βρίσκεται πάνω στην σκηνή, να γεμίζει με ηδονή όλη τη σκηνή και οι άντρες να… Ώσπου άκουσε έναν θόρυβο, κάτι ακούστηκε σαν βήματα, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρη. Αυτό όμως το θεώρησε για καλό, μιας και σε δύο λεπτά έπρεπε να είναι πάνω στη σκηνή και να ερμηνεύει. Έβαλε αυτή τη φορά ένα μικροσκοπικό κόκκινο δαντελωτό εσώρουχο και ύστερα φόρεσε ένα κόκκινο καυτό μίνι που ήταν από γυαλιστερό υλικό και ακόμα κόκκινες γόβες. Ελαφρώς αλαφιασμένη, βγήκε στην σκηνή.

Η Έλενα ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά της, ήταν επαγγελματίας. Είχε βέβαια τα ελαττώματα μιας ντίβας, αλλά ήθελε πάντα να ξεχωρίζει, να πρωταγωνιστεί. Καθώς τραγουδούσε δε σκέφτηκε ούτε για ένα δευτερόλεπτο την προσωπική στιγμή που είχε στο καμαρίνι της, έμεινε απόλυτα αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε. Τα τραγούδια της πέρα από την ερμηνεία, απαιτούσαν και σκηνική παρουσία, οπότε χρειαζόταν να είναι πολύ συγκεντρωμένη. Όμως, για να είναι συγκεντρωμένη σε αυτό που κάνει, ήταν και πολύ αγχωμένη. Δεν έβγαινε, δεν πέρναγε πολλές ώρες με τους φίλους της, κατά συνέπεια δεν διασκέδαζε. Όλο αυτό της δημιουργούσε ένα στρες, αλλά δεν είχε και χρόνο για να κάνει κάτι άλλο. Ούτε λίγο για να περάσει καλά… Μόνη της ή με κάποιον άλλον…

Καθώς η συναυλία έφτανε προς το τέλος, παρατήρησε στον κόσμο έναν άντρα να την κοιτάει επίμονα, υπερβολικά επίμονα λες και ήθελε να της πει κάτι. Εκείνη ανταπέδιδε στο βλέμμα του άγνωστου και κάθε φορά που τέλειωνε ένα τραγούδι κοίταζε προς τα εκεί. Από ότι κατάλαβε, ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με μαύρα μαλλιά και μούσι, είχε ωραίο ντύσιμο και το βλέμμα του ήταν αποφασισμένο για όλα. Παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα, οπότε δεν έκανε κάποιο νεύμα ή κάποιο σημάδι αποδοχής. Αφού τελείωσε η συναυλία η Έλενα κατευθύνθηκε προς το καμαρίνι της. Η σειρά του προγράμματος τώρα ήταν να αλλάξει, να έρθουν οι fan της για selfie και αυτόγραφα και πιο μετά να δειπνήσει κάπου με τα παιδιά από το συγκρότημα. Κάπου εκεί όταν πήγε να βγάλει το κόκκινο μίνι σκέφτηκε τον άντρα που την κοίταζε. Από ότι παρατήρησε έφυγε ένα τραγούδι πριν τελειώσει η συναυλία, όχι όμως για έξω…

Τα λαμπάκια από το καμαρίνι φώτιζαν την Έλενα καθώς ξεκούμπωνε τα παπούτσια της, εκείνη την στιγμή όμως μπήκε ο άντρας μέσα στο καμαρίνι. Ήταν σαν να χίμηξε κάποιο άγριο ζώο προς το θήραμα του. Εκείνος κλείδωσε την πόρτα βιαστικά και λίγο άτσαλα και της είπε «γεια σου». Σοκαρισμένη η Έλενα, ανταπέδωσε με «γεια σου». «Δεν ήθελα να σε τρομάξω, ήθελα απλά να σε δω», είπε ο άγνωστος άντρας. Εντωμεταξύ η Έλενα ήταν σχεδόν γυμνή, γυμνή από τη μέση και πάνω και σχεδόν γυμνή από τη μέση και κάτω μιας και φόραγε μόνο το κόκκινο εσώρουχο της. Πέρασε ένα δευτερόλεπτο και η Έλενα άφησε το βλέμμα της ελεύθερο να κινηθεί στον άντρα. Η αλήθεια είναι πως της πήρε παραπάνω χρόνο από ότι περίμενε, μιας και ήταν αρκετά ψηλός, είχε βέβαια και ωραία χαρακτηριστικά, της άρεσαν πολύ τα μάτια του. Εδώ παίνευσε λίγο τον εαυτό της μιας και διέκρινε από πολύ μακριά και στο σκοτάδι πως ο άντρας είναι ωραίος. Της άρεσε ο άντρας, αρκετά, αλλά επειδή ήταν γυναίκα έπρεπε να το παίξει λίγο δύσκολη, –έστω και αν φόραγε ένα εσώρουχο– αυτό της ήρθε πρώτο στο μυαλό. Έτσι ψέλλισε, «απαγορεύεται να είσαι εδώ».

Ο άντρας όμως ήξερε και πως απαγορεύεται, και πως ήταν Χριστούγεννα, και πως έχουμε και ένα πάθος παραπάνω τέτοιες μέρες. Έπεσε σχεδόν στα γόνατα και άρχισε να την χαϊδεύει στο αριστερό πόδι. Μετά να τη μυρίζει με το στόμα, και να την φυλάει με τη μύτη. Το σώμα της Έλενας έμοιαζε ταυτόχρονα με βελούδο, αλλά και με λευκή σάρκα που ήθελε να κατασπαράξει. Χωρίς να το πολύ σκεφτεί ο άντρας –έτσι κι αλλιώς είχε πιει ήδη τέσσερα ποτά– ξεκούμπωσε με θράσος το παντελόνι του. Την γύρισε πλευρά, την έβαλε στα τέσσερα και παραμέρισε ελάχιστα το εσώρουχό της. Άρχισε να τη γαμάει, να τη γαμάει πολύ δυνατά. Εκείνη δεν έφερνε κάποιο δισταγμό. Έβγαλε τη ζώνη του και άρχισε να της ρίχνει στα οπίσθια. Εκείνη ανταποκρινόταν και ενέδιδε στα χτυπήματά του. Ύστερα, την σήκωσε με το ένα χέρι και με το άλλο πέταξε όλα τα καλλυντικά της πάνω στην τουαλέτα της. Την έστησε εκεί και άρχισε να τη γαμάει, παράλληλα της κράταγε ελαφριά το λαιμό με τη ζώνη του. Όσο βίαια της φερόταν ο άντρας τόσο πιο πολύ ενέδιδε η Έλενα. Πάντα ήθελε έστω και για μία φορά να τη βιάσουν. Η όλη πράξη κράτησε δέκα λεπτά. Ο άντρας άφησε το δικό του “αυτόγραφο” στην Έλενα, αλλά και στις φωτογραφίες της που ήταν πάνω από τον καθρέφτη. Αμέσως μετά της άφησε ένα χαρτάκι και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Την επόμενη των Χριστουγέννων, η Έλενα ξύπνησε με τόσο όμορφη διάθεση που ήθελε να φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα ενώ στην πραγματικότητα δεν ήξερε καθόλου να μαγειρεύει… Αντί αυτού έφτιαξε καφέ και αναλογίστηκε αυτά που συμβήκανε χτες, όχι στο πως παίξανε σαν μπάντα, αλλά στο πως έπαιξε εκείνη με τον άγνωστο άντρα. Ήταν το καλύτερο που είχε κάνει ποτέ. Μακράν το καλύτερο, τα συνδύαζε όλα. Ξαφνικό, ερωτικό, απολαυστικό, παθιασμένο, ωραίος βιασμός, σε χώρο που δε φανταζόταν ποτέ να γίνει, και άλλα πολλά… Τώρα ήταν η ώρα να πάει προς την τσάντα της και να ανοίξει το χαρτάκι που πέταξε ο άντρας. Δεν το είχε ανοίξει τόση ώρα μιας και έλεγε πως θα ήταν το τηλέφωνό του… Ο άντρας όμως πρωτοτύπησε και σε αυτό, το χαρτάκι ήταν κενό. Δεν είχε τίποτα μα τίποτα σημειωμένο. Η Έλενα έπαθε σοκ, δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά και ούτε τι έπρεπε να κάνει.

Αφού ήπιε αρκετούς καφέδες, αλλά ακόμα δεν είχε βρει λύση στο πρόβλημά της αποφάσισε να κάτσει αναπαυτικά στον καναπέ της. Με μόνη πια παρέα τα έτοιμα μελομακάρονα, τις έτοιμες δίπλες, αλλά και το κινητό της. Όσο έτρωγε τα χριστουγεννιάτικα εδέσματα και χάζευε στο Instagram είδε τυχαία το άγνωστο άντρα. Βασικά το πρώτο που αντίκρυσε ήταν ένα εικονίδιο που του έμοιαζε, αμέσως πάτησε και τελικά ήταν αυτός. Της είχε στείλει δεκάδες μηνύματα που γράφανε να συναντηθούν, αλλά εκείνη δεν τα είχε δει καθόλου. Ξανά έπαθε σοκ, αλλά τώρα ανακουφίστηκε ελάχιστα, μιας και τώρα είχε κάποια στοιχεία για αυτόν. Αμέσως του έστειλε μήνυμα, αλλά το μήνυμα δεν παραδόθηκε ποτέ. Άρχισε να αγχώνεται. Δοκίμασε λίγο πιο μετά, όμως πάλι δεν έγινε κάτι. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Ήταν τότε σαν να εξάντλησε τα αποθέματα της για την εύρεσή του.

Για τις επόμενες τέσσερις μέρες η Έλενα ακολουθούσε ένα ίδιο μοτίβο, έβλεπε τηλεόραση, κοιμόταν, έπαιζε με το κινητό της. Ο άντρας πάλι δεν είχε δώσει το παραμικρό σημείο ζωής, ούτε και είχε ανεβάσει κάποια φωτογραφία. Στην πραγματικότητα είχε κλείσει το κινητό του από τη στιγμή που έκλεισε με δύναμη την πόρτα στο καμαρίνι της Έλενας. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να πάρει μια μορφή εκδίκησης. Δεν του άρεσε καθόλου που της έστελνε μηνύματα και δεν του απαντούσε. Προτιμούσε να του πει όχι, παρά να αδιαφορεί. Μερικές ώρες όμως πριν αλλάξει ο χρόνος, άνοιξε το κινητό του και αμέσως αντίκρισε αυτό που περίμενε, ειδοποιήσεις από την Έλενα. Ήξερε, πως τόσο καιρό μόνη στο σπίτι θα διάβασε σίγουρα τα παλιότερα μηνύματά της και έτσι θα έβλεπε και τα δικά του μηνύματα. Ο άντρας δεν έχασε χρόνο, την ρώτησε απλά τι κάνει και πού μένει.

Ο άντρας έφτασε στο σπίτι της Έλενας λίγο πριν την αλλαγή του νέου έτους, μιλήσανε με τα βλέμματα και κάτσανε στο εορταστικό τραπέζι που το είχε κάνει εξολοκλήρου εκείνη! Φάγανε κάτι ελαφρύ, ήπιαν μερικές γουλιές σαμπάνια και ύστερα μεταφέρθηκαν στην κρεβατοκάμαρα. Οι σκηνές που ακολούθησαν δύσκολα μπορούν να περιγραφούν με λόγια, το μόνο σίγουρο είναι πως ήταν πολύ καλύτερο σε σχέση με το καμαρίνι, και με περισσότερες φορές. Ο άντρας μοίραζε “αυτόγραφα” σε όλο το σώμα της Έλενας και εκείνη με τη σειρά της γέμιζε με ηδονή το κρεβάτι. Ο νέος χρόνος του βρήκε αγκαλιά. Αυτή τη φορά ο άντρας δεν έφυγε.

Εάν τα social media ήταν στιχάκια από τραγούδια

Η φαντασία σε άλλο επίπεδο. Ύστερα από το “εάν τα social media ήταν παροιμίες“, σκέφτηκα να κάνω κάτι με τα κοινωνικά δίκτυα και τα τραγούδια. Μπορεί ένα κοινωνικό δίκτυο να αποτυπωθεί με μόνο ένα στιχάκι;

 

0-tKB1dsE-awg-MjPA

Facebook

Τα φώτα μη σε κλέβουνε των πλοίων των μεγάλων,
αυτή για μας είναι η ζωή, η άλλη είναι των άλλων

 

0-ZQxH1Bqd2lZ-mVEE

Twitter

Oι πρώτες λέξεις θα κυλήσουν σα νερό
Κι εσύ θα τρέξεις στο ποτάμι να τις πιάσεις
Πολύ σ’ αγάπησα, μα φτάνει ως εδώ
Πάντα με κέρδιζες, μα τώρα πια θα χάσεις

 

Instagram

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
Να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα

 

0-hx3Ql4o41xvr3oE3

Pinterest

Σβέλτα, μαντόνα, μανιβέλα
φρένο, στραπάτσο, καραμπόλα
μόδα, καβάλα, ντόλτσε βίτα
τρόμπα, φιγουρα, σαχλαμάρα κι άρπα κόλλα

 

1458103715_circle-tumblr

Tumblr

Τι τραγούδι να σου πω που να’ χει αέρα;
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που `χουν λιώσει
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ’ έχουν νιώσει
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν

 

0-aDrUu2hL6p2VZGPp

Snapchat

Γλυκιά ακίνητη θολή νιρβάνα
δεν έχεις έρωτες μα έχεις πλάνα
έχεις οθόνη μα δεν έχεις μάνα
ούτε ένα χέρι φιλικό

 

0-ygd6tCa9Z1hZNL0X

Tinder

Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό
χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο
ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά
λόγια λόγια λόγια λόγια ψεύτικα

 

1458103579_youtube

YouTube

Ζαλίζομαι απ’ το πολύ ποτό,
τα χείλη σου μυρίζουν αλκοόλ
Μα δεν με νοιάζει, δεν με πειράζει,
απλώς θέλω να τα γευτώ.
Τίκα, τάκα, τίκα, τακ…

 

1458104108_vinevimeo

Vimeo

Τι παραξενη κοπέλα εισαι ΄συ
δε μ΄αρέσει η ζωή αυτή που κάνεις
ασε πλέον τις ταβέρνες το κρασί
σου το λέω πως στη ψάθα θα πεθάνεις

 

0-hR8QFq8F-VdCnR6X

LinkedIn

Η φάμπρικα δε σταματά
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δεν μπορώ
ούτε να πάρω αέρα

 

g+138

Google+

Σαν μια Ιθάκη είναι το τώρα, που όλο γυρίζω να τη βρω
και με των Δαναών τα δώρα, γελώ τον δόλιο μου εαυτό
Αμάν βαριά φιλοσοφία, ας πούμε κάτι πιο απλό
καλές οι Η.Π.Α. κι η Ρωσία, μα έχω το δράμα μου κι εγω

 

1458103740_flickr

Flickr

Παλιά φωτογραφία
στην άδεια παραλία
σιωπή
κοιτάζω απ’το μπαλκόνι
το δρόμο που θολώνει
η βροχή

 

1458103731_spotify

Spotify

Σου χρωστώ κάποια τραγούδια
Τώρα που ‘σαι εδώ μαζί μου
Δείχνουν όλα τα ρολόγια
Πως απόψε θα στα πω

 

1458103957_whatsapp

WhatsApp

Μεγάλωσαν τα γένια μας η ψυχή μας αλλιώτεψε
αγριεμένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του
βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας

 

0-nOW9DW23Qg0hXfoM

Foursquare

Θέλω βόλτες, ταξίδια, γλυκά, φαγητά,
να ξαπλώσουμε μπρούμυτα στην αμμουδιά.
Θέλω στην παραλία ν’ανάψω φωτιά,
κολύμπι ωρών στα ρηχά ή στα βαθιά

 

0-RPNhIDAOBSNfOSZj

Skype

Κουράγιο φιλαράκια μου η μπόρα θα περάσει
Εμείς βέβαια θα ‘χουμε γεράσει
Θα βλέπω τα εγγόνια σας και θα σας κάνω like
Κι αγάπη θα σας στέλνω απ’ το skype

 

1458103943_viber

Viber

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.
Πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς

 

1458104218_goodreads

Goodreads

Tζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία
εθελοντής γιατρός απ’ την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ’ ανύπαντρη μάνα
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος Τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία

 

1458103747_dropbox

Dropbox

Λύνονται οι κάβοι, σαλπάρουν οι ψυχές
Ο χώρος είναι σιωπή και φως μονάχα

 

0-qG3BIveS66P91s_6

Evernote

Γέρικος λύκος και τυφλός
Η μνήμη όταν πεινάσει
Με τρώει σαν άγριος πυρετός
Με πίνει όταν διψάσει

 

1458103963_soundcloud

SoundCloud

Ένα τραγούδι ακόμα θα σου γράψω
ένα τραγούδι ακόμα και θα πάψω άλλο να σε θυμάμαι
και τις νύχτες ήσυχος να κοιμάμαι

 

_

Όσον αφορά το YouTube, φυσικά η επιλογή μου είναι αστεία. Παρ’ όλα αυτά αυτό είναι το τραγούδι με τις περισσότερες προβολές στην Ελλάδα.

Η τιμή της αγάπης

Στίχοι: Τώνια Μαρκετάκη
Μουσική:
Ελένη Καραΐνδρου
Πρώτη εκτέλεση:
Δήμητρα Γαλάνη

Τιμή δεν έχει η αγάπη,
…πώς θα μπορούσε;
τιμή δεν έχει κι η ζωή.
…πώς θα μπορούσε επίσης;!
Ποιος την πουλά, ποιος αγοράζει,
…μα κάτι θέλει να πει η στιχουργός, κάτι θα έχει στο μυαλό της
ποιος τήνε βγάζει στο σφυρί;
…εμένα μου έρχονται πολλά παραδείγματα και ένα εξ αυτών είναι η πορνεία

Τιμή δεν έχει η αγάπη,
τιμή δεν έχει κι η ζωή.
…αξίες που θα έπρεπε να είναι δοσμένες απλόχερα στις ζωές μας, σε λίγο καιρό θα καταντήσουμε να τις αγοράζουμε από τα super market, με barcode και ΦΠΑ
Όποιος την έχει τήνε δίνει
με μια ματιά, μ’ ένα φιλί.

…τόσο απλά, με ένα βλέμμα ή με ένα αθώο φιλί

Αν έχεις λίγη αγάπη, δώσ’ μου
να μου γλυκάνεις τη ζωή.

…στους καιρούς που βασιλεύει η μισαλλοδοξία, η απογοήτευση και η μιζέρια, που βλέπεις παντού πρόσωπα θλιμμένα, καλό θα ήταν, αν μας έχει απομείνει αγάπη, ή τέλος πάντων έστω κάτι που να θυμίζει αγάπη, να τη δίνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τιμή δεν έχει η αγάπη,
τιμή δεν έχει κι η τιμή.

…και εδώ ο κορυφαίος στίχος όλων, η κλιμάκωση, το αποκορύφωμα
…για ‘μένα αυτός ο στίχος έχει ανεκτίμητη αξία, για κάποιους βέβαια, όλα αγοράζονται και όλα πωλούνται

Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν λένε δέκα φορές το ρεφρέν.
Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν ακούστηκαν ποτέ στα ραδιόφωνα.
Αγαπήστε τα τραγούδια που δεν χρησιμοποιούν δύσκολες λέξεις και έννοιες για να προκαλέσουν, που δε θυμίζουν ποιήματα, γιατί πολύ απλά είναι τραγούδια!
Αγαπήστε τα τραγούδια που σας φέρνουν εικόνες, που σας κάνουν να κλαίτε και που σας κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Αγαπήστε τα τραγούδια που τα λόγια, θα μπορούσε να τα έχει γράψει και ένα μικρό παιδί!

Το παρών τραγούδι ακούγεται στους τίτλους του τέλους της ομώνυμης ταινίας. Μια ταινία που μπορεί κάποιος να την δει μέσα από το YouTube. Επίσης, υπάρχουν 3-4 διαφορετικές εκτελέσεις, εγώ το αγάπησα από τη μικρή Μιρέλα Πάχου.

_

Το άρθρο γράφτηκε 15.07.2013 για λογαριασμό του “Ορφέα”.

Χάσαμε τη μαγεία

Συνήθως η ζωή είναι άδικη, μα η μόνη αδικία στον κόσμο, είναι πως αδικείς τον εαυτό σου. Καθρεφτάκι. Μα αν κάνω καθρεφτάκι, θα έρθει πάλι σε εμένα. Εγωισμός. Εγωισμός λέγεται αυτό, κι ας μην θες να το παραδεχτείς, κι ας κυλάει στις φλέβες σου.

Χάσαμε τη μαγεία. Θυμάσαι που παίζαμε μικροί και κουρδίζαμε τα παιχνίδια; Συνήθως μετά το κούρδισμα, βγάζαν ήχο, χοροπηδάγανε, χαμογελούσαν, έπεφτε χιόνι, κάναν κάτι τουλάχιστον• δεν έστεκαν ίδια.

Συμβουλή. Όταν ξανά ερωτευτείς, κούρδισε σε παρακαλώ την καρδιά σου, όχι από την καλή, όπως κάναμε μικροί, αλλά από την ανάποδη, να πάψει να χτυπάει από έρωτα, να πάψει να ερωτεύεται και να στεναχωριέται. Άντε γιατί πολλές αδικίες μαζευτήκανε στη ζωή.

Αφιερωμένο. Σε ποιον; Φυσικά και στον εαυτό μου.

_

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο “120 λέξεις” project.

Ο Γιώργος Ιατρίδης γράφει για μια άγνωστη κοπέλα

Αυτό ίσως είναι το πιο περίεργο πράγμα που μου έχει ζητήσει κάποιος να γράψω! Να γράψω ειδικά για μία γυναίκα, ή για τις γυναίκες γενικώς… Ασυνείδητα ή συνειδητά, στα περισσότερα κείμενά μου, αναφέρομαι σε κάποια γυναίκα – έτσι κι αλλιώς, εσείς είστε η πηγή έμπνευσης των πάντων. Το ωραίο –για εμένα– είναι πως αυτή η γυναίκα, κείμενο το κείμενο, διήγημα το διήγημα, αλλάζει.

Η έμπνευσή μου μπορεί να είναι από μία φωτογραφία που είδα στο Instagram, μέχρι τον τελευταίο χωρισμό, ή κάποια κοπέλα που γνώρισα για μία νύχτα. Σήμερα θα πω για τη μεγαλύτερη έμπνευση που είχα μέχρι στιγμής.

Έγραψα 26.000 λέξεις –το πρώτο μου βιβλίο δηλαδή– για ένα κορίτσι, που ήξερα για αυτή μονάχα δύο συλλαβές! Πρώτη φορά την είδα το 2008, αυτό ήταν, ερωτεύτηκα κάθε κίνησή της. Κάθε μικρή στιγμή της. Τότε δούλευε σε ένα παγωτατζίδικο στο Π. Φάληρο, κι ας έχουν περάσει χρόνια, θυμάμαι τα πάντα πάνω της. Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχα αντικρίσει!

Φυσικά και της μίλησα, πέρασαν λίγες μέρες, αλλά της μίλησα. Βέβαια, όλο αυτόν τον καιρό, γέμιζα με σελίδες το μυαλό μου, έχοντας μόνο στη σκέψη μου την όψη της, τίποτα παραπάνω. Αυτή η εικόνα με έκανε να γράφω ασταμάτητα και να δημιουργώ μικρούς κόσμους μαζί της. Όταν λοιπόν βρήκα την απαραίτητη δύναμη και αποφάσισα να της μιλήσω, πήγα στο μαγαζί που δούλευε.

Την ρώτησα αρχικά πώς τη λένε, μου απάντησε. Μετά χρειαζόταν να παραγγείλω, της είπα να διαλέξει εκείνη τις γεύσεις – αλήθεια το λέω, ήταν το πιο ωραίο παγωτό που είχα γευτεί ποτέ! Λίγο πριν πληρώσω, την ρώτησα αν θα ήθελε να μου κάνει παρέα μέχρι να φάω το παγωτό. Τότε ήμουν 20, και παραπάνω ρομαντικός από ότι είμαι τώρα…

Εκείνη δυστυχώς αρνήθηκε. Παρ΄ όλα αυτά, έκατσα σε ένα τραπέζι να την παρατηρώ· και να γεμίζω τη ψυχή μου με εικόνες. Αφού έφαγα το παγωτό, πήγα και της μίλησα ξανά… Καταλάβαινα πως εκείνη την ώρα την απασχολώ από τη δουλειά της και για αυτό –στη σκέψη τη δικιά μου– δεν δέχτηκε, οπότε της πρότεινα κάτι άλλο. Να την περιμένω να τελειώσει τη βάρδιά της και να πάμε μαζί ως το σπίτι της, ή κάποια βόλτα – το ξανά λέω, ήμουν ρομαντικός αρκετά τότε. Εκείνη αρνήθηκε και πάλι.

Πήγαινα αρκετές φορές στο μαγαζί στο οποίο δούλευε, αλλά αυτή τη φορά με φίλους, έτσι για να βλέπω τι κάνει· και να μου δίνει φυσικά έμπνευση. Έμπνευση μου έδωσε αρκετή, αλλά τελικά δεν έμαθα κάτι παραπάνω για εκείνη. Έγραψα 26.000 λέξεις για δύο συλλαβές – σκεφτείτε να είχε και μεγαλύτερο όνομα…

Βγήκα στο δρόμο, περπάτησα όλη την Αθήνα, τα έβαλα με Θεούς και δαίμονες δικούς μου· μόνο και μόνο, για να διαβάσει το βιβλίο εκείνη. Μόνο και μόνο, για να της κινήσω λίγο το ενδιαφέρον. Μόνο και μόνο, για να την κάνω να μου χαμογελάσει.

Τα χρόνια πέρασαν και το βιβλίο πια εκδόθηκε. Εκείνη όμως έφυγε από το παγωτατζίδικο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της γραφής του βιβλίου, στις πρώτες σελίδες, είχα γράψει «Στην _ _», λίγο πριν την έκδοση όμως· έσβησα το όνομά της… Εκείνη –λογικά– δεν διάβασε ποτέ το βιβλίο, αλλά το διάβασαν εκατοντάδες άνθρωποι. Κι εγώ –μάλλον– παρέμεινα ρομαντικός.

_

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Woman TOC, 22.2.2016
Φωτογραφία: Χάρης Κανελλόπουλος

Έγραψαν για το “Φαινόμενο της πεταλούδας”

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας
Νουβέλα, Ιανουάριος 2015
Εκδόσεις: updot.gr | info@updot.gr
ISBN: 978-960-93-6475-1
Σελίδες: 136

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Ο κ. Ασημένιος σκεφτόταν πως η δυσκολία του αυτή στα πόδια, αποτέλεσε το μεγαλύτερο εφόδιο κι όχι εμπόδιο, όπως θα λέγανε πολλοί· για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τη διαδρομή, με φόντο τις γραμμές του Ηλεκτρικού. Τον ωθούσαν τα αρρωστημένα του πόδια με έναν τρόπο ανεξήγητο, κάτι που σε όλα τα ιατρικά βιβλία δεν υπάρχει, ούτε μέσα στα διπλώματα αναφέρεται, ούτε σε καμία χαοτική μελέτη. Η δύναμη της ψυχής δεν μπορεί να μελετηθεί από κανένα σύστημα, από καμία στατιστική, ούτε οι χτύποι της καρδιάς όταν ερωτευόμαστε. Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να τα εξηγήσει όλα αυτά. Καμία, μα καμία διάγνωση. Μόνο το άγγιγμα μπορεί να γιατρέψει το μυαλό. […]

_

ΒΙΝΤΕΟ:

Ο Νίκος Ερηνάκης ανέβηκε σε μία ταράτσα στην Οξφόρδη και είπε μερικά ωραία λόγια για τη νουβέλα μου, επίσης, κράτησε τη φράση “επιμέλεια χάους”.

Η ελαφρώς ξενυχτισμένη Μαριέττα Φαφούτη άφησε τις σκέψεις τις ελεύθερες, και στις 4 η ώρα το πρωί μου χάρισε απλόχερα, την άποψή της για το βιβλίο.

_

ΑΠΟΨΕΙΣ:

Δημήτρης Αθηνάκης: Μία νουβέλα αμφίδρομης μαθητείας

photo-athinakis-e1435855376806

“Πάντοτε χρειάζεται ένα μεγάλο μπαμ για να ξεκινήσει μία καινούργια ζωή. Στην περίπτωσή μας, στην περίπτωση του κ. Ασημένιου δηλαδή, ήταν η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Το έξυπνο αυτό εύρημα του Γιώργου Ιατρίδη σε βάζει ευθύς εξαρχής στο παιχνίδι του πρώτου έντυπου κειμένου του, της νουβέλας με τον αινιγματικό τίτλο Το φαινόμενο της πεταλούδας”.

Στέργια Κάββαλου: Ένα παραμύθι σχεδόν για όλους

“Λίγο να ξεκινήσεις την ανάγνωση, καταλαβαίνεις ότι από το τέλος πάμε στην αρχή και όλα σου μοιάζουν ταιριαστά. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά για ζωή και είναι ανακουφιστικό και παρήγορο ένας άνθρωπος γεννημένος το 1988 έχει γνώση αυτής της αλήθειας που μόνο εμπειρικά κατακτάται. Όπως και μιας άλλης, ότι «η ένωση δυο ερωτευμένων ανθρώπων επιφέρει μια νέα ιδέα πάνω στον κόσμο» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο”.

Δημήτρης Γκιούλος: Ένα παραμύθι για όσους παραμένουν ρομαντικοί

10620135_10152914366522384_400724200167050077_o

“Η Αθήνα του Ιατρίδη, η πεταλούδα Αθήνα που μεταμορφώνεται στάση τη στάση, σταθμό με το σταθμό. Μια πόλη πολύχρωμη αλλά και σκοτεινή. Εν τέλει, ένα παραμύθι για κείνους που ακόμα βρίσκουν ομορφιά στα τσιμέντα των μεγαλουπόλεων, για κείνους που έχουν χρόνο ή ξέρουν να περιμένουν ζώντας για να προετοιμάσουν και να δουν τη μεταμόρφωση. Ένα παραμύθι για ρομαντικούς”.

Το φαινόμενο της πεταλούδας

Το φαινόμενο της πεταλούδας, Γιώργος Ιατρίδης

ΕΠΙΣΗΣ ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Νατάσσα Καραμανλή

Νεφέλη Πόπη Ζάνη

Κυριάκος Σ. Κυριάκου

Γιάννης Δ. Καρνεσιώτης

 

 

 

 

 

 

 

_

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ:

LiFO | ΓΚΡΕΚΑ | fractal | maga.gr | Μετα δεύτερο

_

ΣΗΜΕΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ:

ΠΑΤΑΚΗΣ, Ακαδημίας 65, Αθήνα, τηλ. 210-3811850
ΝΑΥΤΙΛΟΣ, Χαριλάου Τρικούπη 28, Αθήνα, τηλ. 210-3616204
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Ανδρέα Παπανδρέου 11 εντός στοάς, Χαλάνδρι, τηλ. 210-6800644
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Κηφησίας 310, Κηφισιά τηλ. 210-8075792
ΤΟ ΑΠΕΡΙΤΤΟ, Ερατούς 5, Π. Φάληρο, τηλ. 210-9850005

_

ΦΟΡΜΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ – TIMH: 10,65€

Επικοινωνήσετε στο giorgos.iatridis@gmail.com
Κάνοντας αντιγραφή-επικόλληση και συμπληρώνοντας τα παρακάτω στοιχεία:

Όνομα | Επώνυμο:
Διεύθυνση | Αριθμός:
Τ.Κ. | Πόλη:
Αριθμός αντιτύπων:

Σχόλια:

Η μέθοδος είναι με αντικαταβολή, στα σχόλια στο email μπορείτε να γράψετε οποιαδήποτε απορία.

_

TRAILER:

_

ΒΙΟ:

Ωραία όλα αυτά, αλλά ποιος όμως είναι ο Γιώργος Ιατρίδης; Ρίξε μία ματιά σε ένα σύντομο βιογραφικό μου.

🙂

Καλλιθέα | Το φαινόμενο της πεταλούδας

Τα δάκρυα είχανε μείνει στο πρόσωπό του, όπως μένει το νερό πάνω σε ένα στεγνό ποτάμι, όμως αυτή τη στιγμή δεν είχανε τόσο πικρή γεύση. Ο χρόνος για να φτάσει στον επόμενο σταθμό είχε ημερεύσει την οργή του και ο πόνος που ένιωθε ήταν λιγότερος. Τα δάκρυα του έκαναν καλό, και τώρα ένιωθε καλύτερα από όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Μέσα του είχε ησυχάσει, είχε ηρεμήσει. Αναλογιζόταν βουβά, πως έζησε την πιο πρωτόγνωρη εμπειρία της ζωής του και πως για να πει αυτή τη φράση, έπρεπε να ασπρίσουν τα μαλλιά του και τα γένια του… και πως του γεννηθήκαν ένα σωρό συναισθήματα, βγαίνοντας απλά και μόνο για να περπατήσει…

Το βλέμμα του έπεσε στα φτερά της πεταλούδας, ήταν τόσο υπέροχο αυτό το απειροελάχιστο τετραγωνικό θέας που καταλάμβανε πάνω στη γη! Όμως, ένα μέρος από το αριστερό της φτερό είχε κοπεί. Αναρωτήθηκε πώς και από πού να κόπηκε, μα ύστερα σκέφτηκε πως έχει πετάξει τόσο πολύ σήμερα, κάπου θα σκάλωσε και θα τραυματίστηκε. Παρ’ όλα αυτά, και με κομμένα τα φτερά, μπορούσε να πετάξει!

Τις τελευταίες οχτώ ώρες έζησε την Αθήνα έτσι όπως δεν την είχε ζήσει εβδομήντα χρόνια, έμαθε τις κρυφές πτυχές, αλλά και τους δρόμους που δε θα έβλεπε αν είχε κάνει την ίδια διαδρομή με αμάξι, ή ακόμα και κολλημένος στο παράθυρο του τρένου. Υπολόγισε με το μυαλό του πως το δρομολόγιο Καλλιθέα–Μοσχάτο το τρένο το κάνει περίπου δυόμισι λεπτά και αυτός για να φτάσει στο Μοσχάτο με τα πόδια, χρειάζεται κάπου στη μιάμιση ώρα. Ο κάθε άνθρωπος θα έλεγε πως έχασε τον χρόνο του, αλλά για τον ίδιο κάθε άλλο παρά χαμένος μπορεί να θεωρηθεί ο χρόνος. Αναρωτιόταν πάλι, αν έχει μείνει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έξω από το σπίτι του· αλλά και πόσες ανατροπές μπορούν να χωρέσουν σε μια μονάχα μέρα. Θυμόταν πως τους νότιους σταθμούς τους είχε φωτογραφίσει παλιότερα και δεν έκανε πάνω από δύο-τρείς ώρες έξω από το σπίτι και πως τα γεγονότα που του συνέβαιναν δε ξεπερνούσαν το ένα την ημέρα,  τώρα όμως το ένα “χτύπημα” διαδεχόταν το άλλο.

—Όλη η ζωή βρίσκεται εδώ, ανάμεσα στις ράγες του τρένου. Οι σταθμοί λένε ψέματα, εκεί το μόνο που κάνουν οι άνθρωποι είναι να κοιτάζουν πότε θα έρθει το επόμενο δρομολόγιο και να προσπαθούν να υπολογίσουν σε ποιο βαγόνι θα καθίσουν, έτσι ώστε να βρεθούν πιο κοντά στην έξοδο. Γιατί να μην ονόμαζαν τους σταθμούς με ονόματα από αισθήματα; Μόνο στη σκέψη, αλλά και στη προφορά, θα αισθανόσουν καλύτερα. Επόμενη στάση Αγάπη, Έρωτας, Ευτυχία, Χαρά, Συμπόνια, Γαλήνη, Αρμονία· τι ειρωνεία, ο ένας εκ των δύο σταθμών που είναι ονοματισμένος με κάποιο αίσθημα να είναι ο σταθμός της Ομόνοιας… Πόσο αξίζει μια αγκαλιά Θεέ μου; Ένα φιλί στο μάγουλο από έναν άνθρωπο που αγαπάς; Για πολλούς είναι ρουτίνα, αλλά για όσους δεν το έχουν είναι χρυσός…

Όλα αυτά μοιάζουν με ένα δρομολόγιο που καλείται να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος, όχι όμως την ώρα που πρέπει να ζητήσει βοήθεια, αλλά την ώρα που είναι απόλυτα ευτυχισμένος και δεν του λείπει τίποτα. Πάνω σε εκείνη τη στιγμή, αν μπορέσει να χτίσει μία μικρή φωλιά, όλη η ζωή του θα αλλάξει προς το καλύτερο. Σε αυτό το μοιραίο λάθος υπέπεσε και αυτός, και με την ανάγνωση του άρθρου και με τη γυναίκα του. Δεν του έλειπε κάτι για να την αγαπήσει ή δε χρειαζόταν κάτι ακόμα για να ξεκινήσει τη διαδρομή, τα είχε όλα μπροστά του και αυτός έψαχνε τρόπους πίσω του.

—Γιατί χρειάζεται να πάθει κάποιος καρκίνο για να καταλάβει πως η ζωή είναι μικρή; Γιατί πρέπει να χάσει κάποιον δικό του άνθρωπο για να τον αγαπήσει; Γιατί πρέπει να πονέσουμε για να δούμε τον μέσα μας εαυτό; Οι όμορφες στιγμές της ζωής είναι λίγες και μικρές, τόσο μικρές όσο και οι κόκκοι της άμμου ή οι νιφάδες του χιονιού ή οι στάλες της βροχής.

Στράφηκε λίγο στην πεταλούδα, καθώς εκείνη πετούσε ανέμελη. Του φαινόταν υπέροχο να τη βλέπει μόνο να πετάει!

—Μα στ’ αλήθεια, αυτό είναι. Ξεχάσαμε να αγαπάμε το απλό. Το κοίταγμα. Το τίναγμα των φτερών της, αυτή η φαινομενικά ασήμαντη κίνηση, αυτή η κίνηση που εκφράζει την καθημερινότητα και τη συνήθεια, αυτή η κίνηση μπορεί να γίνει η αιτία για τις μεγαλύτερες αλλαγές, αν επιλέξουμε στη ζωή μας να μας αρέσει το απλό, όχι το λίγο, αλλά το απλό, το αβίαστο και το αυθόρμητο.
_

Αν σε ενδιαφέρει το βιβλίο μπορείς να ρίξεις μια ματιά εδώ.

Φόβος κανένας – Γιάννης Φαρσάρης

Ξενοδοχείο: “Φόβος κανένας”

Ένα ξενοδοχείο με 29 δωμάτια. Το ξενοδοχείο λέγεται “Φόβος κανένας”. Παρ’ όλα αυτά, όλοι οι κάτοικοι του ξενοδοχείου φοβούνται, φοβούνται πολύ. Φοβούνται για τις οικογενειακές τους σχέσεις που πάνε κατά διαόλου, για τα συναισθήματά τους που είναι τρυπημένα και γενικά για τη ζωή τους που βρίσκεται στο περιθώριο. 29 δωμάτια στη μέση του πουθενά με ζωγραφισμένα παράθυρα. 29 μικροαστικά δωμάτια με ανθρώπους που αδικήθηκαν, αλλά και αδίκησαν τη ζωή. 29 δωμάτια όπου οι ενοικιαστές γεύονται το φαγητό από το πάτωμα, και τα αισθήματα από ορούς. 29 δωμάτια, ούτε καν 30. 29 δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο, όπου οι χαρακτήρες έχουν κάνει συμφωνία μεταξύ τους να μην μιλάνε, να μην γελάνε και γενικά να παραμένουν αρραγής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα γράμματα, καταλαβαίνεις μια όμορφη αντίθεση να διαρρέει τις σελίδες. Από την μία η μέθοδος της αυτοέκδοσης, όπου η διαδικασία ήταν μέσω συλλογικής χρηματοδότησης, και από την άλλη η διαδικασία γραφής και κατ’ επέκταση η θεματολογία. Θεωρώ πως ο “Φόβος κανένας” του Γιάννη Φαρσάρη είναι ύμνος στη μοναξιά, στο ασυνείδητο, αλλά και στην απώλεια. Υπάρχει πολύ δυστυχία εκεί έξω, και το συγκεκριμένο ξενοδοχείο δεν απέχει πολύ από το σπίτι μας. Το μόνο σίγουρο είναι, πως έχουμε υπάρξει μύστες αυτών των θεαμάτων, αλλά και ένοικοι της ίδιας μας της ζωής.

Ας σπεύσουμε να διαβάσουμε κάτι που -ίσως- θα αφυπνίσει τις χαλαρές αισθήσεις μας. Και παράλληλα να αφηγηθούμε στον εαυτό μας πως εκεί έξω υπάρχει στοργή.

_

Μπορείς να διαβάσεις ελεύθερα το συγκεκριμένο βιβλίο από εδώ.
>> www.openbook.gr/2015/11/fovos-kanenas.html

Η άνω τελεία γίνεται ερωτηματικό – Ευτυχία Μητρίτσα

-Αν ήταν η μέχρι τώρα ζωή σου μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή η σκηνή;
Είναι πολλές. Η ταινία όμως που νόμιζα πως ο σεναριογράφος μου έκανε πλάκα, είναι το “Still Alice”, ως κόρη μητέρας με Alzheimer. Δε υπάρχει λόγος να διαλέξω μία σκηνή. Όλη η ταινία είναι μέρος της ζωής μου. Ακούγεται δύσκολο, ωστόσο ήταν παρηγορητικό, γιατί έβλεπά πως κι άλλοι είναι σαν κι εμένα. Τόσοι μάλιστα ώστε ένα θέμα που αισθανόμουν πολύ προσωπικό, να φτάνει να γίνεται σενάριο ταινίας.

-Γιατί αποδημούν τα πουλιά;
Γιατί δε θέλουν να ανήκουν πουθενά. Δεν το ζηλεύω να σου πω την αλήθεια. Έχω την ανάγκη να επιστρέφω. Κι αυτά επιστρέφουν αλλά δεν ξέρεις αν επιστρέφουν εδώ ή εκεί. Μου θυμίζουν το τραγούδι του Δημήτρη Σέμση που λέει:
Και ο πόθος μου επέρασε και ήρθα στην πατρίδα
γι’ αυτήν που ονειροπόλαγα και είχα κρυφή ελπίδα.
Αλλά και πάλι βλαστημώ και είμαι μετανιωμένος
την ξενιτιά επιθυμώ που ζούσα ευτυχισμένος.

-Αν σου έλεγαν πως αύριο θα γίνεις άγαλμα, σε ποιο σημείο θα σταματούσες για να κοιτάζεις τον κόσμο;
Δίπλα σε μια παιδική χαρά. Για να βλέπω τα καινούρια παιδιά, τις καινούριες γενιές.

-Πώς γίνεται από τη χαραμάδα να περνάει τόσο φως;
Το φως έχει ανάστημα ακόμα κι αν περνάει από την πιο μικρή σχισμή. Το ανάστημά του το κάνει μεγάλο.
Φτάνει να έχουμε τα μάτια να το δούμε.

-Ποια είναι η μονάδα μέτρησης της ευτυχίας;
Με αντίθετο πρόσημο, η απόσταση που μας χωρίζει από την ψυχή μας.

-Ξημέρωμα ή δειλινό;
Δειλινό. Έχει καλύτερο soundtrack, καλύτερη παρέα και το αύριο δεν έχει έρθει ακόμα. Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

-Πώς γίνεται η γλώσσα μας να δένεται με γόρδιο δεσμό;
Μου συμβαίνει όταν μιλάω από μέσα μου με μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι φωναχτά. Το σύστημα κρασάρει. Ένα ποτήρι κρασί βοηθάει σ᾽αυτές τις περιπτώσεις.

-Γιατί νηστεύουμε ακόμα και τον έρωτα;
Αν είναι έρωτας δε μπορείς παρά να πας με το ρεύμα του. Αν δεν είναι, μπορείς και να μείνεις στην ακτή. Το ξόδεμα έχει κάτι αγοραίο όταν μιλάμε για τους έρωτες πάσης φύσεως.

-Ποιο θα είναι το επόμενο μέσο φυλάκισης μας;
Ο,τιδήποτε κάνουμε επειδή το κάνουν όλοι. Στην εποχή μας είναι σίγουρα τα social media.

-Μπορούμε να χορέψουμε «πάνω στο φτερό του καρχαρία;»
Αν είσαι ψυχωμένος ναι. Δε θέλει να ξέρεις τα βήματα. Αρκεί να νιώθεις νέος και να ξέρεις γιατί το κάνεις. Το πώς θα το βρεις.

_

Η Ευτυχία Μητρίτσα είναι τραγουδίστρια και τραγουδοποιός. Έχει ως τώρα δύο προσωπικά album, με παραγωγό τον Γιώργο Ανδρέου: Μυστικός Προορισμός (Sony Akti 2010), με τραγούδια που έγραψε η ίδια και Σωσίβιο (Μικρός Ήρως 2014), σε μουσικές του Κώστα Μπουντούρη και στίχους Πόλυ Κυριάκου, Οδυσσέα Ιωάννου, Λάμπρου Μπαλού και δικούς της.

Εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=xZh8UVkyTL4, https://www.youtube.com/watch?v=LFG1SRQ8PpM, μπορείτε να ακούσετε δύο τραγούδια που ξεχώρισαν, από το Σωσίβιο.

Έχει συνεργαστεί με πολλούς τραγουδιστές, τραγουδοποιούς και συνθέτες όπως τον Γιώργο Νταλάρα, Χρήστο Θηβαίο, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Μίλτο Πασχαλίδη, Νίκο Πορτοκάλογλου, Μανώλη Λιδάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιώργο Ανδρέου κ.α.

Το διάστημα αυτό συνεργάζεται με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο και τον Σταμάτη Χατζηευσταθίου. Ξεκίνησαν την περιοδεία τους από την επαρχία. Οι τρεις τους θα εμφανιστούν στην Αθήνα, στο Γυάλινο Upstage, για τέσσερα Σάββατα μέσα στον Δεκέμβρη και τον Γενάρη: 19/12, 26/12, 2/1, 9/1.

Ένα παραμύθι για όσους παραμένουν ρομαντικοί, του Δημήτρη Γκιούλου

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Η μεταμόρφωση της πεταλούδας από προνύμφη, σε χρυσαλίδα κι ύστερα το ταξίδι της από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη, μέσα από τον ηλεκτρικό ως που να γίνει πεταλούδα, κεφάλαιο με το κεφάλαιο. Μια ολοκλήρωση που ποτέ δε θα ερχόταν χωρίς το ταξίδι. Ο κ. Ασημένιος, 70χρονος μουσικός που έπρεπε να ευχηθεί τον πόνο για να τον νιώσει, συνοδεύει την πεταλούδα σ’ αυτό της το ταξίδι. Μας μαθαίνει πως ακόμα κι αν έχεις ζήσει πολλά, μπορεί να μην έχεις ζήσει τίποτα, πως τον ρυθμό τον δίνει η ζωή, ακόμα κι αν εσύ προσπαθείς να τον δαμάσεις. Κι έτσι, συνοδεύει την πεταλούδα στο ταξίδι της δικιάς του ολοκλήρωσης, συνταξιδιώτες στον ηλεκτρικό. Και τέλος, ο αληθινός πρωταγωνιστής. Η Αθήνα του Ιατρίδη, η πεταλούδα Αθήνα που μεταμορφώνεται στάση τη στάση, σταθμό με το σταθμό. Μια πόλη πολύχρωμη αλλά και σκοτεινή. Εν τέλει, ένα παραμύθι για κείνους που ακόμα βρίσκουν ομορφιά στα τσιμέντα των μεγαλουπόλεων, για κείνους που έχουν χρόνο ή ξέρουν να περιμένουν ζώντας για να προετοιμάσουν και να δουν τη μεταμόρφωση. Ένα παραμύθι για ρομαντικούς.

_

Δημήτρης Γκιούλος
06.08.2015

Μία νουβέλα αμφίδρομης μαθητείας, του Δημήτρη Αθηνάκη

Γιώργος Ιατρίδης, Το φαινόμενο της πεταλούδας, νουβέλα, εκδ. updot.gr, 2015

Πάντοτε χρειάζεται ένα μεγάλο μπαμ για να ξεκινήσει μία καινούργια ζωή. Στην περίπτωσή μας, στην περίπτωση του κ. Ασημένιου δηλαδή, ήταν η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Το έξυπνο αυτό εύρημα του Γιώργου Ιατρίδη σε βάζει ευθύς εξαρχής στο παιχνίδι του πρώτου έντυπου κειμένου του, της νουβέλας με τον αινιγματικό τίτλο Το φαινόμενο της πεταλούδας. Σιγά τον αινιγματικό, θα πει κανείς, κι ίσως να μην έχει άδικο. Το φαινόμενο της πεταλούδας, ως φυσικό περιστατικό, είναι ένας άλλο τρόπος να δηλωθεί η ενηλικίωση ― βίαιη ή μη.

Η ενηλικίωση του κ. Ασημένιου ήρθε στα εβδομήντα του. Άργησε λιγάκι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ο πολιτισμός, αλλά ήρθε. Ο κ. Ασημένιος είναι ο ήρωας του βιβλίου. Και είναι ένας πραγματικός ήρωας. Ξέρετε πόσο κόπο θέλει να βγεις από δεκαετίες στασιμότητας και να αναζητήσεις ό,τι έχεις χάσει στο μεταξύ; Μπορεί βέβαια και να μη θέλει πολύ κόπο, γιατί οι πυρηνικές εκρήξεις που γίνονται στον μέσα κόσμο σου, έστω και στα εβδομήντα σου, είναι ανυπολόγιστες ― όπως και η δύναμη που σε σπρώχνει να ενηλικιωθείς.

Έχω διάφορες ενστάσεις απέναντι στον εαυτό μου για τη χρήση του όρου «ενηλικίωση». Είναι κάτι σαν αναπόδραστη αντίφαση να χρεώνουμε στα παιδιά την αθωότητα και την ξεγνοιασιά, και τελικά να θεωρούμε τους «μεγάλους» τους κουλ τύπους που θα κατακτήσουν τον κόσμο ― σαν να ηρωοποιούμε τη διαγραφή της αθωότητας. Επίσης, και με την αθωότητα έχω πρόβλημα ως προς τη χρήση της αλλά και τις χρήσεις της, αλλά, αν συνεχίσω έτσι, θα ξημερώσουμε.

To fainomeno tis petaloudasΟ κ. Ασημένιος λοιπόν. Και η ρευματοειδής αρθρίτιδά του. Που τον έκλεισε σ’ ένα νοσοκομείο για μία εβδομάδα. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος στο σπίτι και τον εαυτό του. Που πιο πριν ήταν κλεισμένος σε άλλα σπίτια, σε άλλα κουτάκια, σε άλλες καθημερινότητες. Η προσωπική του επανάσταση, να βγει δηλαδή απ’ όλα αυτά, ν’ απλώσει τα φτερά του ως άλλη πεταλούδα και να καταλήξει, αναπόφευκτα, στα τετράδια με διαφάνειες από ρυζόχαρτο κάποιου σάικο συλλέκτη, η προσωπική του επανάσταση λοιπόν ήταν να βγει απλώς… στο δρόμο.

Και βγήκε. Με αφηγηματικό όχημα τις ράγες του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου από την Κηφισιά ώς τον Πειραιά, από τη μιαν άκρη στην άλλη δηλαδή, ο Γιώργος Ιατρίδης μάς αφηγείται την τύποις ενηλικίωση του κ. Ασημένιου, αλλά ταυτόχρονα μας σπρώχνει στην πόλη αυτή. Η νουβέλα είναι ένα εισιτήριο για την πόλη. Με ψήγματα urban λογοτεχνίας, ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει την πρωτεύουσα όπως εκείνη ζει και εξελίσσεται στο απόλυτο παρόν.

Απέφυγα ώς τώρα να αναφέρω το όνομα «Αθήνα». Με τον όρο «Αθήνα», αυτομάτως όλοι θα φέρουμε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας γι’ αυτή την πόλη. Ίσως και να μελαγχολήσουμε λιγάκι ή, ακόμα ακόμα, και να εκνευριστούμε γιατί σήμερα το λεωφορείο, για παράδειγμα, άργησε 34 λεπτά γιατί πάλι ―και πάλι― το κέντρο ήταν κλειστό γιατί κάποιοι αποφάσισαν να τρέξουν ή να κάνουν ποδήλατο. Κι όμως, ένα ατού στη νουβέλα του Γιώργου Ιατρίδη είναι ότι η πόλη παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο, που, εκόντες άκοντες, αναδιαμορφώνουμε μέσα μας την αρχιτεκτονική της ύπαρξης της Αθήνας. Η πόλη, αυτό το κατατρεγμένο και πολυτραυματισμένο άστυ, στο Φαινόμενο της πεταλούδας, δεν σου πετάει φάτσα φόρα την Αθήνα που έχεις κατά νου κάνοντας προκαθορισμένα δρομολόγια καθημερινά μες στην πόλη. Είναι ένα βιβλίο που σε σπρώχνει στην παρατήρηση, στο να βάλεις σε σειρά αυτό που δεν προλαβαίνεις να δεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αστική μαθητεία.

Κι όσο ο κ. Ασημένιος ―που κάνει ωραία αντίστιξη το όνομά του με το γκρίζο των τσιμέντων της Αθήνας― κατεβαίνει από τον Βορρά στον Νότο ―αφού ο συγγραφέας ήθελε μια ήσυχη κατηφόρα αυτή την «ενηλικίωση»―, όσο περνά σε πιο πυκνοκατοικημένα τμήματα της πόλης, όσο παρατηρεί όλο και περισσότερο, όσο μαθαίνει να βλέπει ―επιτέλους!― τι συμβαίνει γύρω του, τόσο αυξάνεται η θερμοκρασία της γλώσσας του συγγραφέα, τόσο ο κ. Ασημένιος γίνεται όλο και πιο δικός μας, όλο και περισσότερο ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Όχι μιας διπλανής πόρτας, που λέει το κλισέ, αλλά της δικής μας διπλανής ― κι αυτή την πόρτα το κείμενο του Γιώργου Ιατρίδη μάς τη χαρίζει απλόχερα.

Ένας ένας οι σταθμοί, από την Κηφισιά στον Πειραιά, αποτελούν κεφάλαια της μεταμόρφωσης του κ. Ασημένιου. Του κ. Ασημένιου που ήταν μουσικός και που γνώριζε να ξεχωρίσει τα μπάσα από τα πρίμα ― ο κ. Ασημένιος είχε μέσα του όλη την ψυχική και γνωστική σκευή, απλώς για δεκαετίες δεν ήξερε πώς να την εφαρμόσει. Νά, λοιπόν, μία ακόμη αρετή στη νουβέλα: η μαθητεία εμπλουτίζεται με τη δύναμη της πράξης, ενώ έχει προηγηθεί η κατάκτηση της γνώσης. Ο κ. Ασημένιος είναι μία στερεοτυπική αποτύπωση των ανθρώπων που ξέρουν αλλά δεν μπορούν· εκείνων που ίσως και να μπορούν αλλά σίγουρα δεν θέλουν· των ψυχισμών εκείνων, τελικά, που έχουν αποφασίσει ότι… δεν· ένα γενικό και αόριστο «δεν». Και λέω «στερεοτυπική αποτύπωση», γιατί προσπαθώ ν’ αποδώσω την αρτιότητα του χτισίματος του χαρακτήρα του κ. Ασημένιου.

Giorgos-Iatridis-03Δεν είπαμε όμως το σημαντικότερο: ο κ. Ασημένιος πηγαίνει από σταθμό σε σταθμό με τα πόδια, και σημειώστε το. Ώρες επί ωρών, περπατά, αυτός ο εβδομηντάχρονος πάσχων από ρευματοειδή αρθρίτιδα, με λύσσα σχεδόν. Και μια πεταλούδα στον ώμο του. Που μεγαλώνει μαζί του. Που τον ακολουθεί σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι της «ενηλικίωσης». (Αν βλέπατε το γραπτό μου, θα παρατηρούσατε ότι έχω συνεχώς τη λέξη «ενηλικίωση» σε εισαγωγικά. Αφενός, μου αρέσουν τα εισαγωγικά· αφετέρου, συνεχίζω να έχω τις ενστάσεις που σας έλεγα πριν ― και, τελικά, τα εισαγωγικά είναι μάλλον ένας ωραίος γραπτός τρόπος να κλείσεις κάπου το μάτι.)

Το παθιασμένο περπάτημα του κ. Ασημένιου δεν είναι ένα ηρωικό και ευθύβολο περπάτημα. Υπάρχουν, στιγμές, όπως στον σταθμό της Ομόνοιας, που ο κ. Ασημένιος γκρινιάζει, ξενερώνει, δεν θέλει άλλο, βρε αδερφέ. Κι εκεί άρχισα να ταυτίζομαι εγώ μαζί του. Ο Γιώργος Ιατρίδης αποκαθιστά, μια κι έξω, όλους εμάς που φτάνουμε στο μη παρέκει με τα «δεν σε φοβάμαι εσένα, θα τα καταφέρεις», με τα ανόητα «τι ανάγκη έχεις εσύ;» και τα ανήκουστα «έλα, μωρέ, πώς κάνεις έτσι;». Ο κ. Ασημένιος, είτε το ήθελε ο συγγραφέας είτε και όχι, είναι η αποκατάσταση του «ώς εδώ μπορώ». Και συνεχίζει μηχανικά. Αυτόματα. Μίζερα. Έστω. Συνεχίζει.

Το Φαινόμενο της πεταλούδας δεν είναι ένα άρτιο βιβλίο. Φυσικά και έχει τα ελαττώματά του, προφανώς και επιδέχεται βελτιώσεις. Το Φαινόμενο της πεταλούδας όμως είναι η επιτυχημένη προσπάθεια του Γιώργου Ιατρίδη να μιλήσει για την πόλη, για όλους εμάς ξεχωριστά, να γνωρίσει κι εκείνος τι είναι όλα αυτά για τα οποία γράφει. Το Φαινόμενο της πεταλούδας είναι μία αμφίδρομη μαθητεία: ο Γιώργος Ιατρίδης μαθαίνει, ο κ. Ασημένιος του Γιώργου Ιατρίδη μάς μαθαίνει και ο αναγνώστης χαίρεται. Αυτό το βιβλίο είναι ένα ωραίο σπρώξιμο ― που είτε το κάνεις είτε σ’ το κάνουν.

Και ξέρετε κάτι; Γενικά, όταν μας σπρώχνουν, καλύτερα να μην αντιστεκόμαστε· ας πέσουμε, μπας και δούμε την πόλη από πιο κοντά.

_

Δημήτρης Αθηνάκης
Pure Bliss, Ρόμβης 24Α, Αθήνα
26.06.2015, Παρασκευή